<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922</id><updated>2012-02-03T07:35:01.791-08:00</updated><title type='text'>HAPPY DREAMDAY  - publications</title><subtitle type='html'>TA KEIMENA ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ ΒΛΕΠΟΥΝ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΥΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ HAPPYDREAMDAY.EU</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://happydreamday.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>25</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-4524631723295969429</id><published>2011-10-28T01:26:00.001-07:00</published><updated>2011-10-28T01:29:23.204-07:00</updated><title type='text'>Dr. ΑΝΤΩΝΙΑ ΒΑΡΚΙΝΤΖΟΓΛΟΥ-ΑΓΓΕΛΙΔΗ: Διατριβή επί Διδακτορία</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΥΤΟΥ &lt;/div&gt;&lt;div&gt;ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΠΡΟΛΟΓΟΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στήν παροῦσα ἐργασία ἐπιχειρεῖται ἡ λεπτομερής καταγραφή καί παρουσίαση τῆς ἀποτυπωμένης σέ ὅλο τό συγγραφικό ἔργο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης θεολογικῆς διδασκαλίας του σχετικῶς μέ τήν φύση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καθώς καί μέ τίς ὀλέθριες γιά τό γένος τῶν ἀνθρώπων ἐπιπτώσεις πού προέκυψαν ἀπό αὐτό. Πραγματοποιεῖται, ἐκ παραλλήλου, ἡ διερεύνηση καί ἡ ἔκθεση τῶν θεολογικῶν ἐκείνων ἀπόψεων τοῦ ἱεροῦ πατρός πού σχετίζονται κατ' ἄμεσον τρόπο μέ τό σπουδαιότατο αὐτό ζήτημα τῆς «ἀρχαίας» παραβάσεως καί ἀφοροῦν στά προσδιοριστικά στοιχεῖα καί χαρακτηριστικά τῆς θείας «εἰκόνος», κατά τήν ὁποία δημιουργήθηκε ἀπό τόν Τριαδικό Θεό ὁ ἄνθρωπος καί τά ὁποῖα ἐπαναπροσδιορίσθηκαν κατά τήν λειτουργία τους μεταπτωτικῶς, καθώς ἐπίσης καί στήν ἀνάδειξη τῶν σωτηριωδῶν ἐκείνων προϋποθέσεων τῆς ἄρσεως τῶν συνεπειῶν τῆς παρακοῆς καί παραβάσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἐπανόδου του στήν προπτωτική μακαριότητά του, ἡ ὁποία κατέστη δυνατή ἀποκλειστικῶς διά τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Θεοῦ Λόγου.&lt;br /&gt;Ἀφορμή γιά τήν ἐν λόγῳ ἐνασχόληση καί διαπραγμάτευση ἀπετέλεσε ἡ σπουδαιότητα τήν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ἀποδίδει ἀφ' ἑνός μέν στό μεῖζον αὐτό θέμα τῆς ἐσφαλμένης καί ἄστοχης ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου διαπράξεως τῆς παρακοῆς καί τῆς πτώσεως αὐτοῦ πού ἀκολούθησε, ἀφ' ἑτέρου δέ στήν πραγματοποιηθεῖσα ἀποκατάσταση τῆς διαταραχθείσης σχέσεως κοινωνίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μέ τόν Τριαδικό Θεό διά τοῦ μοναδικοῦ καί ἀνεπανάληπτου γεγονότος τῆς διά σαρκός «ἐπιδημίας» τοῦ Θεοῦ Λόγου.&lt;br /&gt;Ἀπό τήν θέση αὐτή ὀφείλουμε νά ἐκφράσουμε θερμότατες εὐχαριστίες πρός τόν Ἐπιβλέποντα Καθηγητή κ. Κωνσταντίνο Λιάκουρα, ἡ καθοδήγηση καί οἱ ὑποδείξεις τοῦ ὁποίου καθ' ὅλη τήν διάρκεια τῆς ἐκπονήσεως τῆς παρούσης ἐργασίας ἀποδείχθηκαν πολύτιμες γιά τήν πραγματοποίηση καί ὁλοκλήρωσή της.&lt;br /&gt;Πολλές καί θερμές εὐχαριστίες ὀφείλουμε ἐπίσης στόν Καθηγητή Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο (Σαββάτο) καί στόν Καθηγητή Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Νικόλαο Ἰωαννίδη γιά τίς παρατηρήσεις καί ὑποδείξεις καί συμβουλές τους, πού ἀποδείχθηκαν ἰδιαιτέρως ἐπωφελεῖς καί σημαντικές γιά τήν πραγμάτωση τῆς παρούσης ἔρευνάς μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόλογος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 2&lt;br /&gt;Πίνακας περιεχομένων. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 3&lt;br /&gt;Βιβλιογραφικές συντμήσεις. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 7&lt;br /&gt;Βιβλιογραφία. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 10&lt;br /&gt;Α΄. Πηγές. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .10&lt;br /&gt;1. Κύριες πηγές. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 10&lt;br /&gt;2. Δευτερεύουσες πηγές. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 15&lt;br /&gt;α΄. Ἔργα Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων. . . . . . . . . . . . . . . . . . . 15&lt;br /&gt;β΄. Ἔργα θύραθεν Συγγραφέων. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .20&lt;br /&gt;Β΄. Βοηθήματα. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 23&lt;br /&gt;Γ΄.Ἐγκυκλοπαιδεῖες – Λεξικά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 40&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΙΣΑΓΩΓΗ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 41&lt;br /&gt;ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΦΕΡΟΥΣΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΘΕΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΟΥ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ἡ ὑπό τοῦ Θεοῦ δημιουργία τῆς κτιστῆς φύσεως. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 67&lt;br /&gt;2. Ἡ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .91&lt;br /&gt;α΄. Ἡ ἐκ τῆς βουλήσεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Αὐτοῦ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .91&lt;br /&gt;β΄. Ἡ ἀποτύπωση τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο ὡς χαρακτηριστικό τῆς συνάφειας αὐτοῦ πρός τόν Θεό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 100&lt;br /&gt;γ΄. Ἡ ἐκ ψυχῆς καί σώματος σύσταση τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 111&lt;br /&gt;δ΄. Ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τῆς ἀναφερόμενης ἀπό τόν Γρηγόριο Νύσσης «διπλῆς κατασκευῆς» τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 114&lt;br /&gt;3. Ἡ ἐνεργοῦσα τήν δημιουργία καί δι’ αὐτῆς φανερούμενη βούληση τοῦ Θεοῦ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 127&lt;br /&gt;4. Ἡ συμφυής μέ τήν κατασκευή τῆς κτιστῆς φύσεως καί τοῦ ἀνθρώπου ἔννοια τοῦ χρόνου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 137&lt;br /&gt;5. Ἡ πρό τῆς πτώσεως κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .155&lt;br /&gt;α'. Γενικά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .155&lt;br /&gt;β΄. Ἡ «συνάφεια» τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πρός τήν ἀγγελική φύση. . . . .158&lt;br /&gt;γ΄. Οἱ προσδιορίζουσες τήν προπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἰδιότητες τῆς «ἀπαθείας» καί τῆς «παρρησίας». . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .161&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΝΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙΣΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ ΙΔΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΥΤΩΝ ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΩΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ἡ συμφυής πρός τήν ἀνθρώπινη φύση λειτουργία τῆς «τροπῆς» καί «ἀλλοιώσεως». . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 165&lt;br /&gt;2.Ἡ συγγενής πρός τόν Θεό ψυχή ὡς «οὐσία νοερά». . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 171&lt;br /&gt;α΄. Γενικά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 171&lt;br /&gt;β΄. Οἱ ἐμφαίνουσες τό τριμερές τῆς ψυχῆς ἐκδηλώσεις αὐτῆς. . . . . . . . . . . .180&lt;br /&gt;γ΄. Ἡ ψυχή ὡς «κάτοπτρον» τοῦ κάλλους τῆς θεότητας. . . . . . . . . . . . . . . . .184&lt;br /&gt;δ΄. Ἡ εἰκόνα τῶν «πτερῶν» τῆς ψυχῆς. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 187&lt;br /&gt;3. Τό «ἡγεμονικὸν» τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .190&lt;br /&gt;α΄. Τό «λογιστικὸν» τῆς ψυχῆς ὡς φυσική δύναμη τοῦ ἀνθρώπου.. . . . . . 190&lt;br /&gt;β΄. Ἡ αὐτεξούσιος «προαίρεσις» ὡς ἰδιότητα καί προνόμιο τῆς λογικῆς κτίσεως . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 199&lt;br /&gt;γ΄. Ἡ ἐπ’ ἀγαθῷ κόσμηση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως διά τῆς «ἐπινοίας». . . 204&lt;br /&gt;4. Ἡ δωρεά καί ἡ λειτουργία τῶν αἰσθήσεων κατά τήν πρό τῆς πτώσεως κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 207&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΥ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ὁ πειρασμός τῶν προπατόρων καί ἡ παράβαση αὐτῶν. . . . . . . . . . . . . . . . 213&lt;br /&gt;α΄. Ἡ ἔννοια τοῦ ὑπό τοῦ διαβόλου πειρασμοῦ τῶν προπατόρων. . . . . . . . 213&lt;br /&gt;β΄. Τό «ξύλον» τῆς γνώσεως. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .219&lt;br /&gt;γ΄. Ὁ ὑπό τήν μορφή τοῦ ὄφεως καί διά τοῦ ψεύδους παραπλανήσας τούς προπάτορες διάβολος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 224&lt;br /&gt;2. Ἡ φύση τοῦ ἁμαρτήματος τῆς παρακοῆς τῶν προπατόρων. . . . . . . . . . . . .230&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΩΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟΥ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΑΥΤΗΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;TA XAΡΑΚΤΗΡIZONTA ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΤΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΩΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΠΤΩΣΕΩΣ ΤΟΥ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ἡ ἀπώλεια τῆς μακαριότητας καί ἡ ἀμαύρωση τοῦ «κατ' εἰκόνα» καί οἱ ἐπιπτώσεις αὐτῆς. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .243&lt;br /&gt;2. Ἡ περιένδυση τῶν προπατόρων διά τῶν «δερματίνων χιτώνων» . . . . . . . 252&lt;br /&gt;3. Ἡ κατά τήν διάκριση τῶν φύλων ἀναπροσαρμογή τῆς λειτουργίας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .260&lt;br /&gt;4. Ἡ εἴσοδος τοῦ θανάτου στήν ἀνθρώπινη φύση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 263&lt;br /&gt;α΄. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐπακολουθήσαντος μετά τήν παράβαση θανάτου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 263&lt;br /&gt;β΄. Ἡ ὀντολογική θεώρηση τοῦ θανάτου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 270&lt;br /&gt;5. Ἡ ὑπό τοῦ ἀνθρώπου ἐπιθυμία καί διάπραξη τοῦ κακοῦ ὡς ἀπουσίας καί στερήσεως τοῦ ἀγαθοῦ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .276&lt;br /&gt;6. Ἡ εἴσοδος τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου. . . . . .285&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ KAI H ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΤΩΤΙΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ἡ ἐκ τῆς παρακοῆς νοσήσασα ἀνθρώπινη φύση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .297&lt;br /&gt;2. Ἡ κατά τήν προαίρεση ἀλλοίωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση αὐτοῦ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 306&lt;br /&gt;3. Ἡ μεταπτωτική λειτουργία τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . 310&lt;br /&gt;α΄. Τά μεταπτωτικά χαρακτηριστικά τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ λειτουργία αὐτῶν. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 310&lt;br /&gt;β΄. Ἡ μεταπτωτική ἐκδήλωση τῶν «διαθέσεων» τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .315&lt;br /&gt;4. Ἡ μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου «αὐτεξούσιος κίνησις» τῆς ψυχῆς του. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 319&lt;br /&gt;5. Ἡ μεταπτωτική λειτουργία τῆς νοήσεως τοῦ ἀνθρώπου. . . . . . . . . . . . . . . 324&lt;br /&gt;α΄. Ὁ νοῦς ὡς ἡ δύναμη ἐκδηλώσεως καί κατευθύνσεως τῆς προαιρέσεως . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 324&lt;br /&gt;β΄. Ἡ μεταπτωτική λειτουργία τῆς «ἐπινοίας». . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 328&lt;br /&gt;6. Ἡ μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου λειτουργία τῆς μνήμης του . . . . . . . . . .335&lt;br /&gt;7. Ἡ μεταπτωτική λειτουργία τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου . . . . . . . 340&lt;br /&gt;8. Ἡ ὑπό τοῦ ἀνθρώπου γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 354&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΠΙΜΕΤΡΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΘΕΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Τό μυστήριο τῆς φιλάνθρωπης κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου. . . . 357&lt;br /&gt;2. Ὁ λυτρωτής Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .378&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .394&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΑΒ Ἀνάλεκτα Βλατάδων. Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν, Θεσσαλονίκη 1969 κ. ἑ.&lt;br /&gt;ANRW Aufstieg und Niedergang der römischen Welt. Geschichte und Kultur Romsim Spiegel der neueren Forschung (Berlin–New York).&lt;br /&gt;ByZ   Byzantinische Zeitschrift, Leipzig–München 1892 κ. ἑ.&lt;br /&gt;CCSG Corpus Christianorum. Series Graeca, Turnhout-Leuven 1977 κ. ἑ.&lt;br /&gt;CUF Collection des Universités de France, Paris 1957. 1961. 1966.&lt;br /&gt;DOP     Dumbarton Oaks Papers, Cambridge 1941 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;DSp    Dictionnaire de Spiritualité, Beauchesne, Paris 1937.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ECQ Eastern Churches Quarterly (Ramsgate, Exeter).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΕ Εstudios Ecclesiásticos (Madrid).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΕΘΣΠΑ    Ἐπιστημονική Ἐπετηρίς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ&lt;br /&gt;Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἐν Ἀθήναις 1924-1926 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΠΕΘΧ Ἐπιστημονική Παρουσία Ἑστίας Θεολόγων Χάλκης, ἐν&lt;br /&gt;Ἀθήναις 1987 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΕΠΛΜ       Ἐγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, τ.1-61,&lt;br /&gt;Μαρούσι 1981-1996.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Foun. Foundations (Rochester, New York).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;GNO    Gregorii Nysseni Opera, Leiden 1960 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;GOTR     Greek Orthodox Theological Review, Brookline 1952 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;GCS Die griechischen christlichen Schriftsteller der ersten drei Jahrhunderte, Leipzig 1897 κ. ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;JAC       Jahrbuch für Antike und Christentum, τ.1-38, Münster 1958-1995.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;LCL Loeb Classical Library, London 1958 κ.ἑ.&lt;br /&gt;LThK2     Lexikon für Theologie und Kirche, τ.1-10, Freiburg i. Br. 1957-&lt;br /&gt;19652.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;MCCSC Massimo Confessore Capitoli Sulla Carità, Roma 1963.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;MyS Mysterium Salutis. Grundriss heilsgeschichtlicher Dogmatik, τ.1- 5. Einsiedeln-Zürich-Köln 1965-1976.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;NRTh Nouvelle Revue Théologique (Tournai).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;OePhAl Les Oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.1-36, Paris 1961-1975.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;PG             MIGNE J.-P., Patrologiae Cursus Completus, Series Graeca, τ.1-161, Parisiis 1857-1866.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;PO         Plotini Opera, Paris-Bruxelles-Leiden 1951-1973.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;RAM         Revue d’ ascétique et de mystique, Toulouse 1921 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;RevSR Revue de Sciences Religieuses, Strasbourg-Paris.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;RHR       Revue de l’ histoire des religions, τ.1-69, Paris 1880-1914.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;RSR        Recherches de science religieuse, Paris 1921 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;RThom    Revue thomiste. Revue doctrinal de théologie et de Philosophie,&lt;br /&gt;Paris-Toulouse 1893 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;SC Sources Chrétiennes. Collection dirigée par H. de Lubac et J.&lt;br /&gt;Daniélou, Paris 1942 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Schol       Scholastik, Freiburg i.Br. 1(1926)-40(1965).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;SJD Die Schriften des Johannes von Damaskos, τ.2 καί 4, Berlin-New York 1973. 1981.&lt;br /&gt;StPatr          Studia patristica. Papers Presented to the International Conference&lt;br /&gt;on Patristic Studies, Berlin 1956 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;SVF Stoicorum Veterum Fragmenta, τ.3, Stuttgart 1964.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΘΗΕ        Θρησκευτική καί Ἠθική Ἐγκυκλοπαιδεία, τ.1-12, Ἀθῆναι&lt;br /&gt;1962-1968.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;UCPCP     University of California Publications in Classical Philology,&lt;br /&gt;Berkeley 1973 κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;VigChr Vigiliae Christianae. A Review of Early Christian Life and&lt;br /&gt;Language, Leiden-Boston 2002.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ZKTh     Zeitschrift für katholische Theologie, τ.1-117, Innsbruck-Wien-&lt;br /&gt;Freiburg/Br. 1877-1995.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ZRGG        Zeitschrift für Religions und Geistesgeschichte, Leiden-&lt;br /&gt;Heidelberg-Köln 1951κ.ἑ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;Α΄. ΠΗΓΕΣ&lt;br /&gt;Κύριες πηγές&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, H.Langerbeck, Gregorii Nysseni, In Canticum Canticorum, Gregorii Nysseni Opera, τ.6, Ε.J.Brill, Leiden 1960, 3-469 (=PG 44, 756A-1120A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ ἀρετῆς, ἤτοι εἰς τὸν βίον Μωυσέως, H. Musurillo, Gregorii Nysseni, De Vita Moysis, Gregorii Nysseni Opera, τ.7,1, E.J.Brill, Leiden 1964, 1-145 (=PG 44, 297B-429D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, Oratio Catechetica, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,4, E.J.Brill, Leiden-New York-Köln 1996, 5-106 (PG 45, 9A-105C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, P.Alexander, In Ecclesiasten Homiliae, Gregorii Nysseni Opera, τ.5, E.J.Brill, Leiden 1962, 277-442 (=PG 44, 615C-754C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, S.J., In inscriptiones Psalmorum, Gregorii Nysseni Opera, τ.5, E.J.Brill, Leiden 1962, 24-175. (=PG 44, 432A-608B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸν ἕκτον Ψαλμὸν περὶ τῆς ὀγδόης, J.Mc Donough, In Sextum Psalmum, Gregorii Nysseni Opera, τ.5, E.J.Brill, Leiden 1962, 187-193 (=PG 44, 608B-616Β).&lt;br /&gt;Γρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸ «Πάτερ ἡμῶν», J.F.Callahan, De Oratione Dominica, Gregorii Nysseni Opera, τ.7,2, E.J.Brill, Leiden-New York-Köln 1992, 5-74 (PG 44, 1120B-1193A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, J.F.Callahan, De Beatitudinibus, Gregorii Nysseni Opera, τ.7,2, E.J.Brill, Leiden-New York- Köln 1992, 77-170 (PG 44, 1193B-1301B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Κατὰ Εὐνομίου ἀντιρρητικοὶ λόγοι, W.Jaeger, Contra Eunomium, libros I-II(Vulgo I et XIIB), Gregorii Nysseni Opera τ.1, 3-409 &amp;amp; Contra Eunomium, librum III(Vulgo III et XII) et Refutationem Confessionis Eunomii(Vulgo Lib.4), Gregorii Nysseni Opera, τ.2, E.J.Brill, Leiden 1960, 3-410 (=PG 45, 244B-1121B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ τοῦ μὴ οἴεσθαι λέγειν τρεῖς θεοὺς, Πρὸς Ἀβλάβιον, F.Mueller, Ad Ablabium quod non sint tres Dei, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958, 37-57 (=PG 45, 116A-136A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Συμπλίκιον, Περὶ πίστεως, F.Mueller, Ad Simplicium de fide, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958,61-67 (=PG 45, 136A-145A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Κατὰ Μακεδονιανῶν τῶν Πνευματομάχων, F.Mueller, Adversus Macedonianos de Spiritu Sancto, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958, 89-115 (=PG 45, 1301C-1333D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Θεόφιλον, Κατὰ Ἀπολιναριστῶν, F.Mueller, Antirrheticus adversus Apolinarium, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958, 119-128 (=PG 45, 1269B-1277C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου Ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, Antirrheticus Adversus Apolinarium, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958, 131-233 (=PG 45, 1124A-1269A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Κατὰ Εἱμαρμένης, J.Mc Donough, S.J. Gregorii Nysseni, Contra Fatum, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,2, E.J.Brill, Leiden 1987, 31-63 (=PG 45, 145C-173D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Ἱέριον, Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, H.Hörner, De infantibus praemature abrentis Libelum, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,2, E.J.Brill, Leiden 1987, 67-97 (=PG 46, 161A-192C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, Μετὰ τῆς ἰδίας ἀδελφῆς Μακρίνης διάλογος, PG 46, 12A-160C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, Gregorii Nysseni, De Virginitate, Gregorii Nysseni Opera, Opera Ascetica, τ.8,1, E.J.Brill, Leiden 1952, 247-343 (=PG 46, 317A-416B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Ἁρμόνιον, Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, Gregorii Nysseni, De Professione Christiana, Gregorii Nysseni Opera, Opera Ascetica, τ.8,1, E.J.Brill, Leiden 1952, 129-142 (=PG 46, 237A-249C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Ὀλύμπιον, Περὶ τελειότητος, W.Jaeger, Gregorii Nysseni, De Perfectione, Gregorii Nysseni Opera, Opera Ascetica, τ.8,1, E.J.Brill, Leiden 1952, 173-214 (=PG 46, 252A-285D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης, V.W.Callahan, Gregorii Nysseni, Vita S. Macrinae, Gregorii Nysseni Opera, Opera Ascetica, τ.8,1, E.J.Brill, Leiden 1952, 370-414 (=PG 46, 960A-1000B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ εὐποιΐας, Λόγοι 2, A.Heck, De Beneficentia, Gregorii Nysseni Opera, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 93-108. 111-127 (=PG 46, 453A-489Β).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, Gregorii Nysseni, De mortuis, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 28-68 (=PG 46, 497A-537D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ Θεότητος Υἱοῦ καὶ Πνεύματος λόγος καὶ ἐγκώμιον εἰς τὸν δίκαιον Ἀβραὰμ, PG 46, 553C-576C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς Εὐάγριον, Περὶ Θεότητος. Εἰς τὴν ἑαυτοῦ χειροτονίαν, E.Gebhardt, De deitate, adversus Evagrium, Oratio qua Sententiam suam in Concilio Constantinopolitano prolatam Confirmavit, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 331-341 (=PG 46, 544A-553A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, In diem Luminum, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 221-242 (=PG 46, 577A-600B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὴν φωτοφόρον καὶ ἁγίαν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, E.Gebhardt, In Luciferam Sanctam Domini Resurrectionem, Gregorii Nysseni Opera, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 315-319 (=PG 46, 684C-689A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὴν λεγομένην τῷ ἐπιχωρίῳ τῶν Καππαδοκῶν ἔθει ἐπισῳζομένην, ἥτις ἐστὶν ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, E.Gebhardt, In Ascensionem Christi, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 323-327 (=PG 46, 689C-693D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, PG 46, 696A-701B.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τοὺς ἁγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας, O. Lendle, In quadraginta martyres, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 159-169 (=PG 46, 773Α-788Β).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τὰ νήπια τὰ ἐν Βηθλεέμ ἀναιρεθέντα ὑπὸ Ἠρώδου, PG 46, 1128A-1149C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, Ο.Lendle, Gregorii Nysseni, Encomium in sanctum Stephanum protomartyrem I, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 76-94 (=PG 46, 701C-721A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Στέφανον τὸν Πρωτομάρτυρα, O.Lendle, Gregorii Nysseni, In Sanctum Stephanum II, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 97-105 (=PG 46, 721A-736B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸν βίον καὶ τὰ θαύματα τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ, G.Heil, De vita Gregorii Thaumaturgi, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 3-57 (=PG 46, 893A-957D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον μεγαλομάρτυρα Θεόδωρον, J.P.Cavarnos, De Sancto Theodoro, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 61-71 (=PG 46, 736C-748D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐγκώμιον εἰς τὸν μέγαν Βασίλειον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, O.Lendle, Gregorii Nysseni, In Basilium Fratrem, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, τ.10,1, E.J.Brill, Leiden 1990, 109-142 (=PG 46, 788C-817D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐπιτάφιος εἰς Μελέτιον, Ἐπίσκοπον Ἀντιοχείας, A.Spira, Oratio funebris in Meletium episcopum, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 441-457 (=PG 46, 852A-864B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί o υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς Πουλχερίαν παραμυθητικὸς λόγος, A.Spira, Oratio Consolatoria in Pulcheriam, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 461-472 (=PG 46, 864C-877B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐπιτάφιος εἰς Πλακίλλαν βασίλισσαν, A.Spira, Oratio funebris in Placilam imperatricem, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 475-490 (=PG46, 877C-892D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐπιστολαὶ, G.Pasquali, Gregorii Nysseni, Epistulae, Gregorii Nysseni Opera, τ.8,2, E.J.Brill, Leiden 1959, 3-95 (=PG 46, 1000C-1181B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἐπιστολὴ κανονική, πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις Λητόϊον ἐπίσκοπον Μελιτηνῆς, PG 45, 221B-236C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ Βάπτισμα, PG 46, 416C-432A.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, E.Gebhardt, In sanctum Pascha, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 245-270 (=PG 46, 652D-681A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ τῆς τριημέρου προθεσμίας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, E.Gebhardt, De tridui inter mortem et resurrectionem Domini nostri Jesu Christi spatio, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E.J.Brill, Leiden 1967, 273-306 (=PG 46, 600C-628B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸ ἅγιον καὶ σωτήριον Πάσχα, E.Gebhardt, In sanctum et salutare Pascha, Gregorii Nysseni Opera, Sermones, pars prior, τ.9, E,J.Brill, Leiden 1967, 309-311 (=PG 46, 681A-684C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Περὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 46, 628-652.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Πρὸς τοὺς ἀχθομένους ταῖς ἐπιτιμήσεσι, PG 46, 308A-316D.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Εἰς τὸ, ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱός ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα, J.K.Downing, In illud: Tunc et ipse Filius, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,2, E.J.Brill, Leiden 1987, 3-28 (=PG 44, 1303A-1325D).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς, Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 61A-124C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς(ἀμφιβ.), Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ καὶ τῆς κατὰ ἀλήθειαν ἀσκήσεως, W.Jaeger, De Instituto christiano, Gregorii Nysseni Opera, Opera Ascetica, τ.8,1, E.J.Brill, Leiden 1952, 40-89 (=PG 46, 288A-305C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς(ἀμφιβ.), Κατὰ Ἀρείου καὶ Σαβελλίου, F.Mueller, Gregorii Nysseni, Adversus Arium et Sabellium de Patre et Filio, Gregorii Nysseni Opera, Opera Dogmatica Minora, τ.3,1, E.J.Brill, Leiden 1958, 71-85 (=PG 45, 1281A-1301A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς((ψευδ.), Ἐγκώμιον εἰς τὸν ὅσιον πατέρα ἡμῶν Ἐφραίμ, PG 46, 820A-849D.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς((ψευδ.), Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», H.Hörner, Gregorii Nysseni, Sermones De creatione hominis, Gregorii Nysseni Opera, Supplementum, E.J.Brill, Leiden 1972, 2-72 (=PG 44, 257A-297A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Ν ύ σ σ η ς((ψευδ.), Εἰς τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον, καὶ εἰς τὸν δίκαιον Συμεῶνα, PG 46, 1152A-1181B.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;2. Δευτερεύουσες πηγές&lt;br /&gt;α΄. Ἔργα Πατέρων καί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, Athanase d' Alexandrie Contre les Païens, SC, τ.18bis, Paris 1983 (=PG 25, 4Α-96C).&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καὶ τῆς διὰ σώματος πρὸς ἡμᾶς ἐπιφανείας αὐτοῦ, Ch. Kannengiesser, Athanase d' Alexandrie Sur l' incarnation du Verbe, SC, τ.199, Paris 1973 (=PG 25, 96D-197A).&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγοι 2, M. Tetz, Orationes I et II Contra Arianos, Athanasius Werke, τ.1,Ι, Berlin-New York 1998 (=PG 26, 12C-468A).&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 3, PG 26, 321Β-468A.&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Ἐπιστολή 1, Πρὸς Σεραπίωνα Θμούεως, PG 26, 529Α-608Β.&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ(ἀμφιβ.), Περὶ σαρκώσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κατὰ Ἀπολιναρίου, Λόγοι 2, PG 26, 1094Α-1165Β.&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Εἰς τὸ πάθος τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὸν Σταυρὸν, PG 28, 185B-248A.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Ἑξαήμερον, Λόγοι 9, S. Giet, Basile de Césaré Homélies sur l' Hexaéméron, SC, τ.26bis, Paris 1968 (=PG 29, 4Α-208C).&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὁμιλία εἰς τὸν πρῶτον Ψαλμὸν, 29, 209Α-228Β.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ἀνατρεπτικὸς τοῦ ἀπολογητικοῦ τοῦ δυσσεβοῦς Εὐνομίου, Λόγοι 3, B. Sesboüé, Basile de Césarée Contre Eunome, SC, τ. 299. 305, Paris 1982-1983 (=PG 29, 497A-868C).&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ, PG 31, 197C-217B.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὁμιλία ρηθεῖσα ἐν λιμῷ καὶ αὐχμῷ, PG 31, 304D-328D.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὁμιλία ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς, PG 31, 329Α-353Α.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ μὴ προσηλῶσθαι τοῖς βιωτικοῖς καὶ περὶ τοῦ γενομένου ἐμπρησμοῦ ἔξωθεν τῆς Ἐκκλησίας, PG 31, 540C-564B.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Κατὰ Σαβελλιανῶν, καὶ Ἀρείου, καὶ τῶν Ἀνομοίων, Λόγος 24, PG 31, 600B-617B.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ἐπιστολὴ 189, Εὐσταθίῳ ἀρχιάτρῳ, Y. Courtonne, Saint Basile Lettres, CUF, τ.2, Paris 1961 (=PG 31, 684C-696C).&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ἐπιστολὴ 233, Ἀμφιλοχίῳ Ἐπισκόπῳ ἐρωτήσαντι, Y. Courtonne, Saint Basile Lettres, CUF, τ.3, Paris 1966 (=PG 31, 864C-868B).&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Περὶ ἀσκήσεως, Λόγοι 2, PG 31, 869D-888D.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅροι κατὰ πλάτος κατ' ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν, PG 31, 905Β-1052C.&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις Ἀμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ἰκονίου,Β. Pruche, Basile Archevêque de Césarée en Cappadoce Sur le Saint-Esprit à Amphiloque, évêque sur les saints d' Iconium, SC, τ.17bis, Paris 1968 (=PG 32, 68A-217C).&lt;br /&gt;Β α σ ι λ ε ί ο υ(ἀμφιβ.), Ἑρμηνεία εἰς τὸν Προφήτην Ἡσαΐαν, PG 30, 117D-668C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς Καισάριον τὸν ἑαυτοῦ ἀδελφὸν ἐπιτάφιος, Λόγος 7, M.-Α.Calvet-Sebasti, Grégoire de Nazianze Discours 6-12, SC, τ.405, 180-244 Paris 1995 (=PG 35, 756A-788C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Πρὸς τοὺς πολιτευομένους Ναζιανζοῦ ἀγωνιῶντας, καὶ τὸν ἄρχοντα ὀργιζόμενον, Λόγος 17, PG 35, 964Β-981Α.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸν ἐξισωτὴν Ἰουλιανὸν, Λόγος 19, PG 35, 1044Α-1064Β.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰρηνικὸς Γ΄, Λόγος 22, J. Mossay, Grégoire de Nazianze Discours 20-23, SC, τ.270, Paris 1980, 218-258. (=PG 35, 1131Α-1152A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς Ἤρωνα τὸν φιλόσοφον, Λόγος 25, J. Mossay, Grégoire de Nazianze Discours 24-26, SC, τ.284, Paris 1981, 156-204 (=PG 35, 1197A-1225B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Κατὰ Εὐνομιανῶν προδιάλεξις, Λόγος 27, Grégoire de Nazianze Discours 27-31 (Discours théologiques), SC, τ.250, Paris 1978, 70-98 (=PG 36, 12A-25A).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Περὶ θεολογίας, Λόγος 28, P. Gallay, Grégoire de Nazianze Discours 27-31 (Discours théologiques), SC, τ.250, Paris 1978, 100-174 (=PG 36, 25C-72C).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Περὶ Υἱοῦ, Λόγος 29, P. Gallay, Grégoire de Nazianze Discours 27-31 (Discours théologiques), SC, τ.250, Paris 1978, 176-224 (=PG 36, 73A-104B).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου «Ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ίησοῦς τοὺς λόγους τούτους» καὶ τὰ ἑξῆς, Λόγος 37, Cl. Moreschini, Grégoire de Nazianze Discours 32-37, SC, τ.318, Paris 1985, 270-319 (=PG 36, 281Α-308Α).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl. Moreschini, Grégoire de Nazianze Discours 38-41, SC, τ.358, Paris 1990, 104-149 (=PG 36, 312Α-333Α).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Συντακτήριος εἰς τὴν τῶν 150 ἐπισκόπων παρουσίαν, Λόγος 42, PG 36, 457Α-492C.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸν μέγαν Βασίλειον, Ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας, Ἐπιτάφιος, Λόγος 43, PG 36, 493Α-605Α.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὴν Καινὴν Κυριακὴν, Λόγος 44, PG 36, 608Α-621Α.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 45, PG 36, 624Α-664Β.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Πρὸς Κληδόνιον πρεσβύτερον ἐπιστολὴ πρώτη, P. Gallay, Grégoire de Nazianze Lettres Théologiques 101,102,202, SC, τ.208, Paris 1978, 36-69 (=PG 37, 176Α-193Β).&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Κ υ π ρ ί ο υ, Ἀπολογία πρὸς τὴν κατὰ τοῦ Τόμου μέμψιν ἰσχυροτάτη, PG 142, 252C-269A.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Κ υ π ρ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, PG 142, 269Β-300Β.&lt;br /&gt;Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ, Προτρεπτικὴ πρὸς νηστείαν ἐν ᾗ καὶ περὶ τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως ὡς ἐν ἐπιτόμῳ, Λόγος 6, PG 151, 76C-88A.&lt;br /&gt;Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, Βιβλία 5, PG 7, 973Α-1117Β.&lt;br /&gt;Ἐ π ι φ α ν ί ο υ Κ ύ π ρ ο υ, Κατὰ αἱρέσεων ὀγδοήκοντα, τὸ ἐπικληθὲν Πανάριον εἴτ' οὖν Κιβωτὸς, K. Holl, Epiphanius Ancoratus und Panarion, GCS, τ.31, Leipzig 1922, (=PG 41, 173Α-1200Α. PG 42, 9Α-773Β).&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ω ρ ή τ ο υ Κ ύ ρ ο υ, Εἰς τὴν Γένεσιν, PG 80, 77Α-225Β.&lt;br /&gt;Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, G. Bardy, Théophile d' Antioche, Trois Livres à Autolycus, SC, τ.20, Paris 1948 (=PG 6, 1024Β-1168Α).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, τ.2, Berlin-New York 1973 (=PG 94, 789Α-1228Α).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Κατὰ Μανιχαίων, Β. Kotter, Contra Manichaeos, Die Schriften des Johannes von Damaskos, τ.4, Βerlin-New York 1981, 351-398 (=PG 94, 1505A-1584D).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἐπιστολὴ γραφεῖσα πρὸς Ἰορδάνην ἀρχιμανδρίτην περὶ τοῦ τρισαγίου ὕμνου, Β. Kotter, Epistola de hymno trisagio, Die Schriften des Johannes von Damaskos, τ.4, Βerlin-New York 1981, 304-332 (=PG 95, 21Α-61Α).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Τὰ ἱερὰ παράλληλα, PG 95, 1069C-1588A. PG 96, 9Α-441Α.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Λόγος εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν συκῆν καὶ εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ ἀμπελῶνος, PG 96, 576Β-588D.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Λόγος εἰς τὸ ἅγιον Σάββατον, PG 96, 601A-644B.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον τοῦ Χριστοῦ μάρτυρα Βαρβάραν, PG 96, 781B-815D.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Λόγος παραινετικὸς 1 πρὸς Σταγείριον, PG 47, 423-448.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Περὶ παρθενίας, H. Musurillo-B. Grillet, La virginité, SC, τ.125, Paris 1966 (=PG 48, 533-596).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Περὶ ἀκαταλήπτου, ἀπόντος τοῦ ἐπισκόπου, πρὸς Ἀνομοίους, Λόγοι 5, F. Cavallera – J. Daniélou - R. Flacelière, Sur l' incompréhensibilité de Dieu, SC, τ.28, Paris 1951 (=PG 48, 701-748).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγοι 8, PG 48, 843-942.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλία εἰς τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐλέχθη δὲ ἐν τῷ μαρτυρίῳ τῆς Ρωμανησίας, ἔνθα μαρτύρων σώματα, ὑπὸ τὸ ἔδαφος κείμενα ἐγγὺς λειψάνων αἱρετικῶν, ἀνηνέχθησαν, καὶ ἄνω κατ' ἰδίαν ἐτάφησαν, PG 50, 441-452.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὅτε τῆς ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθεὶς Εὐτρόπιος, PG 52, 395-414.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, Λόγοι 67, PG 53, 21-386 (= PG 54, 385-580).&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Λόγοι 9 εἰς τὴν Γένεσιν, PG 54, 581-630.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ἔτι εἰς τὴν ἀσάφειαν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ εἰς τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν, καὶ περὶ τοῦ μὴ κατηγορεῖν ἀλλήλων, PG 56, 175-192.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ἑρμηνεία εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴν, Λόγοι 32, PG 60, 391-682.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι 44 εἰς τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολὴν, PG 61, 11-382.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὑπόμνημα εἰς τὴν Πρὸς Κολοσσαεῖς Ἐπιστολὴν, Λόγοι 12, PG 62, 299-329.&lt;br /&gt;Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ἑρμηνεία εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολὴν, ἐκτεθεῖσα ἀπὸ σημείων μετὰ τὴν κοίμησιν αὐτοῦ παρὰ Κωνσταντίνου πρεσβυτέρου Ἀντιοχείας, Λόγοι 34, PG 63, 9-236.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς,Περὶ τῆς ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ προσκυνήσεως καὶ λατρείας, Λόγοι 17, PG 68, 133A-1125D.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, Ἐξήγησις εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, PG 72, 476Α-949C.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, Εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, Βιβλία 12, PG 73, 9A-1056A, PG 74, 284Α444D.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, Ἑρμηνεία εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολὴν, PG 74, 773Β-856Β.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἱ ε ρ ο σ ο λ ύ μ ω ν, Γλαφυρῶν εἰς Γένεσιν, Λόγοι 7, PG 69, 13Α-385Α.&lt;br /&gt;Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἱ ε ρ ο σ ο λ ύ μ ω ν, Κατήχησις 12, PG 33, 725Α-769Α.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, A. Ceresa-Gastaldo, Massimo Confessore Capitoli Sulla Carità, τ.3, Roma (=PG 90, 960A-1073A).&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, PG 91, 1032Α-1417C.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Πρὸς Θαλάσσιον περὶ διαφόρων ἀπόρων τῆς θείας Γραφῆς, C.Laga-C.Steel, Maximi Confessoris Quaestiones ad Thalassium, I [quaest. 1-55], CCSG, τ.7, Turnhout-Leuven 1980 (=PG 90, 244D-785B).&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Εἰς τὴν προσευχὴν τοῦ Πάτερ ἡμῶν, πρὸς ἕνα φιλόχριστον ἑρμηνεία σύντομος, PG 90, 872B-910C.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Λόγος ἀσκητικὸς, PG 90, 912A-957A.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καὶ οἰκονομικὰ, PG 90, 1177Α-1392C.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Διάλογος μετὰ Πύρρου περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δογμάτων, PG 91,288Α-353Β.&lt;br /&gt;Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Μυσταγωγία, Χ. Γ. Σωτηροπούλου, Ἡ μυσταγωγία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ (Εἰσαγωγή – Κείμενον – Κριτικόν Ὑπόμνημα), Ἀθῆναι 1978, 191-259 (=PG 91, 657C-717D).&lt;br /&gt;Σ υ μ ε ώ ν τ ο ῦ Ν έ ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Βίβλος τῶν ἠθικῶν, J. Darrouzès, Syméon Le Nouveau Théologien, Traité Théologiques et Éthiques, SC, τ.122, Paris 1966.&lt;br /&gt;Ψ ε υ δ ο-Δ ι ο ν υ σ ί ο υ Ἀ ρ ε ο π α γ ί τ ο υ, Περὶ θείων ὀνομάτων, B.R.Suchla, Corpus Dionysiacum. I, Pseudo-Dionysius Areopagita “De divinis nominibus” (Patristische Texte und Studien, Band 33), Berlin-New York 1990 (PG 3, 585Α-984Α).&lt;br /&gt;Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Εἰς τὴν Γένεσιν ἐκλογαὶ, PG 12, 92C-145Β.&lt;br /&gt;Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ἐξηγητικῶν, τόμος 2, C. Blanc, Origène Commentaire sur saint Jean, SC, τ.120, Paris 1966, 208-365 (=PG 14, 104C-196C).&lt;br /&gt;Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Commentariorum in Epistolam B. Pauli Ad Romanos, Λόγοι 10, PG 14, 837Β-1292Β.&lt;br /&gt;Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Περὶ ἀρχῶν, H. Crouzel-M. Simonetti, Origène Traité des Principes, SC, τ.252. 268, Paris 1978. 1980· P. Koetschau, Origenes Werke. De principiis, GCS, τ.5, Leipzig 1913 (=PG 11, 115Α-414Α)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;β΄. Ἔργα θύραθεν Συγγραφέων&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Ἠθικὰ Νικομάχεια, I. Bywater, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 197015.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Μετὰ τὰ φυσικὰ, W. Jaeger, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19858.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Φυσικὴ Ἀκρόασις, W. D. Ross, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19776.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Περὶ ψυχῆς, W. D. Ross, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19633.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Ἀναλυτικὰ Ὕστερα, W. D. Ross, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19824.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Κατηγορίαι, L. Minio-Paluello, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19807.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Περὶ οὐρανοῦ, D. J. Allan, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19654.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Ἀποσπάσματα, W. D. Ross, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, Oxford 19776.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Περὶ ζῴων γενέσεως, H. J. Drossaart Lulofs, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Ἠθικὰ Μεγάλα, H. Tredennick-G. Cyril Armstrong, Loeb Classical Library, London 19696.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Περὶ ζῴων κινήσεως, A. L. Peck-E. S. Forster, Loeb Classical Library, London 19614.&lt;br /&gt;Ἀ ρ ι σ τ ο τ έ λ ο υ ς, Περὶ γενέσεως καὶ φθορᾶς, I. Bekkeri-O. Gigon, Aristotelis Opera, τ.1, Berolini 1960.&lt;br /&gt;Δ ι ο γ έ ν ο υ ς Λ α ε ρ τ ί ο υ, Περὶ βίων, δογμάτων καὶ ἀποφθεγμάτων τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων VII, J. ab Arnim, Stoicorum Veterum Fragmenta, τ.1-3, Leipzig 1905. 1908.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Φαίδων, Ι.Βurnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.1, Oxford 196713.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Φαῖδρος, I.Burnet, Sciptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 196713 .&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Συμπόσιον, Ι.Βurnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 196713.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Πολιτεία, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.4, Oxford 196818.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Φίληβος, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 196713.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Παρμενίδης, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 196818.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Θεαίτητος, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.1, Oxford 19672.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Σοφιστὴς, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.1, Oxford 19672.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.4, Oxford 196818.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Γοργίας, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.3, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Πρωταγόρας, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.3, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Μένων, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.3, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Ἵππαρχος, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Ἀλκιβιάδης [Sp], I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.2, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Νόμοι, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.5, Oxford 19031.&lt;br /&gt;Π λ ά τ ω ν ο ς, Ἀπολογία Σωκράτους, I.Burnet, Scriptorum Classicorum Bibliotheca Oxoniensis, τ.1, Oxford 196713.&lt;br /&gt;Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, P.Henry-H.R.Schwyzer, Plotini Opera, τ.1-3, Paris-Bruxelles-Leiden 1951-1973.&lt;br /&gt;Σ τ ο β α ί ο υ, Ἐκλογαὶ, J. ab Arnim, Stoicorum Veterum Fragmenta, τ.3, Stuttgart 1964.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῆς κατὰ Μωϋσέα κοσμοποιΐας, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.1, Paris 1961 .&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Νόμων ἱερῶν ἀλληγορίας τῶν μετὰ τήν ἑξαήμερον τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον, τὸ τρίτον, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.2, Paris 1962.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῶν Χερουβὶμ καί τῆς φλογίνης ρομφαίας καὶ τοῦ κτισθέντος πρώτου ἐξ ἀνθρώπου Κάιν, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.3, Paris 1963.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τοῦ τὸ χεῖρον τῷ κρείττονι φιλεῖν ἐπιτίθεσθαι, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.5, Paris 1965.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ φυτουργίας Νῶε τὸ δεύτερον, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.10, Paris 1963.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ μέθης, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.11-12, Paris 1962.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ συγχύσεως διαλέκτων, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.13 Paris 1963.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ ἀποικίας, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.14, Paris 1965.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῶν μετονομαζομένων καὶ ὧν ἕνεκα μετονομάζονται, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.18, Paris 1964.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ θεοπέμπτους εἶναι τοὺς ὀνείρους, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.19, Paris 1962.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τοῦ βίου Μωϋσέως, Λόγοι 2, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.22, Paris 1967.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῶν ἐν μέρει διαταγμάτων, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.24, Paris 1975· τ.25, Paris 1970.&lt;br /&gt;Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ ἄθλων καὶ ἐπιτιμίων καὶ ἀρῶν, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, Les oeuvres de Philon d' Alexandrie, τ.27, Paris 1961.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Β΄. ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;'A γ ο υ ρ ί δ η Σ., Μῦθος, ἱστορία, θεολογία = Σ. Ἀ γ ο υ ρ ί δ η, Μῦθος, ἱστορία, θεολογία. Ἀνάλυση περικοπῶν ἀπό τά κεφ. 1-11 τῆς Γενέσεως, Ἀθήνα 1988.&lt;br /&gt;Ἀ θ α ν ά τ ο υ Π., Κεφάλαια = Π. Ἀ θ α ν ά τ ο υ, Κεφάλαια Μυστικῆς Θεολογίας περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου κατά τούς Πατέρας τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1996.&lt;br /&gt;A l e x a n d r e Μ., L' exégèse de Gen. 1,1-2 = M. A l e x a n d r e, L' exégèse de Gen. 1,1-2 dans l' In Hexaemeron de Grégoire de Nysse: deux approches du problème de la matière [Gregor von Nyssa und die Philosophie], Leiden 1976, 159-192.&lt;br /&gt;Ἀ λ ε ξ ο π ο ύ λ ο υ Θ., «Τό εἶναι» = Θ. Ἀ. Ἀ λ ε ξ ο π ο ύ λ ο υ, «Τό εἶναι» κατά τή διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (Διερεύνηση τῆς ὀντολογίας τοῦ Καππαδόκη Πατέρα μέ συγκριτικές ἀναφορές στή νεοπλατωνική σκέψη τοῦ 3ου αἰώνα καί τά ἀρεοπαγιτικά ἔργα), Ἀθήνα 2006.&lt;br /&gt;Ἀ μ π α τ ζ ί δ η Θ., «Χρόνος καί αἰωνιότητα» = Θ. Ἀ μ π α τ ζ ί δ η, «Χρόνος καί αἰωνιότητα στόν Γρηγόριο Νύσσης», Φιλόθεος 1(2001), 110-121.&lt;br /&gt;Ἀ ν δ ρ ο ύ τ σ ο υ Χ., Δογματική = Χ. Ἀ ν δ ρ ο ύ τ σ ο υ, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 19562.&lt;br /&gt;Α l e x o p o u l o s T h., «Apophatische und kataphatische» = T h. Α l e x o- p o u l o s, «Apophatische und kataphatische Theologie bei Gregor von Nyssa und Plotin», Θεολογία 76(2005), 77-79.&lt;br /&gt;A r n o u R., «La Contemplation» = R. A r n o u, «La Contemplation chez les anciens philosophes du monde Greco-Romain», DSp 2² (1953), 1716-1742.&lt;br /&gt;B a l á s D., Μετουσία Θεοῦ = D. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ. Man’s Participation in God’s perfections according to Saint Gregory of Nyssa (Studia Anselmiana philosophica theologica55), Rome 1966.&lt;br /&gt;B a l á s D., Eternity and Time = D. B a l á s, Eternity and Time in Gregory of Nyssa Contra Eunomium, Leiden 1976.&lt;br /&gt;B a l t h a s a r H., Gregor von Nyssa = H. U. von B a l t h a s a r, Gregor von Nyssa. Der versiegelte Quell. Auslegung des Hohen, Liedes, Salzburg-Leipzig 1939.&lt;br /&gt;B a l t h a s a r H., Présence et pensée = H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée. Essai sur la philosophie religieuse de Grégoire de Nysse, Paris (Beauchesne) 1942.&lt;br /&gt;B a l t h a s a r H., Maxime le Confesseur = H. U. von B a l t h a- s a r, Liturgie Cosmique. Maxime le Confesseur, Paris 1947.&lt;br /&gt;B a l t h a s a r H., Kosmische Liturgie = H. U. von B a l t h a s a r, Kosmische Liturgie. Das Weltbild Maximus des Bekenners, Einsiedeln 1961.&lt;br /&gt;Β α κ ά ρ ο υ Δ., «Μυστήριον» = Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον καί ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Νύσσης», Θεολογία 54 (1983), 302-318.&lt;br /&gt;B a r t h K., Dogmatik = K. B a r t h, Die Kirchliche Dogmatik, τ.1,1-4,3, Zollikon-Zürich 1957-1964.&lt;br /&gt;Β α τ σ ι κ ο ύ ρ α Κ., Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου = Κ. Β α τ σ ι κ ο ύ- ρ α, Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, Ἀθήνα 1999.&lt;br /&gt;Β α φ ε ί δ ο υ Ν., «Ὀντολογικαί καί γνωσιολογικαί θεωρίαι» = Ν. Β α φ ε ί- δ ο υ, «Αἱ ὀντολογικαί καί γνωσιολογικαί θεωρίαι τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 38(1955), 129-137, 221-226.&lt;br /&gt;Β α φ ε ί δ ο υ Ν., «Σῶμα ἤ ψυχή» = Ν. Β α φ ε ί δ ο υ, «Τό σῶμα ἤ ἡ ψυχή τῶν πρωτοπλάστων κατεδικάσθη εἰς θάνατον;», Γρηγόριος Παλαμᾶς 38(1955), 371-374.&lt;br /&gt;B e g z o s Μ., «'Imago Dei'» = Μ. B e g z o s, «'Imago Dei' in Greek Orthodox Theology», ΕΕΘΣΠΑ 41(2006), 315-327.&lt;br /&gt;Β λ έ τ σ η Ἀ., Τό προπατορικό ἁμάρτημα = Ἀ. Β. Β λ έ τ σ η, Τό προπατορικό ἁμάρτημα στή θεολογία Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Ἔρευνα στίς ἀπαρχές μιᾶς ὀντολογίας τῶν κτιστῶν, Κατερίνη 1998.&lt;br /&gt;B o u c h e t J., «Le vocabulaire» = J. R. B o u c h e t, «Le vocabulaire de l’union du rapport des natures chez saint Grégoire de Nysse», RThom 68 (1968), 533-582.&lt;br /&gt;B r i n k t r i n e J., Die Lehre = J. B r i n k t r i n e, Die Lehre von Schöpfung, Paderborn 1965.&lt;br /&gt;C a l l a h a n J., «Greek Philosophy» = J. F. C a l l a h a n, «Greek Philosophy and the Cappadocian Cosmology», DOP 12(1958), 29-57.&lt;br /&gt;C a n é v e t M., «Exégèse et théologie»= M. C a n é v e t, «Exégèse et théologie dans les traités spirituels de Grégoire de Nysse», Écriture et Culture, Leiden 1971, 144-165.&lt;br /&gt;C h a d w i c k H., Early Christian Thought = H. C h a d w i c k, Early Christian Thought and the Classical Tradition, Oxford 1971.&lt;br /&gt;C o l l i n s J., «The primacy» = J. J. C o l l i n s, «The primacy of love in st. Gregory of Nyssa’s theology», Diakonia 14 (1979), 29-40.&lt;br /&gt;C o r s i n I E., «L' harmonie du monde» = E. C o r s i n i, «L' harmonie du monde et l' homme microcosme dans le “De hominis opificio”», Epektasis (1972), 455-462.&lt;br /&gt;C r o u z e l H., «L’ imitation» = H. C r o u z e l, «L’ imitation et la suite de Dieu et du Christ dans les premiers siècles chrétiens ainsi que leurs sources grecoromaines et hébraiques», JAC 21 (1978) 7-41, 38-40.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., «La typologie de la semaine» = J. D a n i é l o u, «La typologie de la semaine au IV siècle», RSR 35(1948), 382-411.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., Le mystère de la mort = J. D a n i é l o u, Le mystère de la mort et la célébration, Paris 1951.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., «Mystique de la ténèbres» = J. D a n i é l o u, «Mystique de la ténèbres chez Grégoire de Nysse», DSp 2² (1953), 1872-1885.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., «Akolouthia» = J. D a n i é l o u, «Akolouthia chez Grégoire de Nysse», RevSR 27(1953), 219-249.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., Platonisme = J. D a n i é l o u, Platonisme et theologie mystique. Doctrine spiriturelle de saint Grégoire de Nysse, (Théologie. Études publiées sous la direction de la Facultè de théologie S.J. Lyon-Fourvière. 2.), Paris 1954.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., L’ être = J. D a n i é l o u, L’ être et le temps chez Grégoire de Nysse, Leiden 1970.&lt;br /&gt;Δ ε λ η κ ω σ τ ο π ο ύ λ ο υ Ἀ., Ἡ ἐξέλιξη = Ἀ. Ἰ. Δ ε λ η κ ω σ τ ο- π ο ύ λ ο υ, Ἡ ἐξέλιξη τῆς μυστικῆς θεολογίας στήν ἀνατολική-ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Ἀθήνα 1992.&lt;br /&gt;D e n n i n g–B o l l e S., «The Soul» = S. J. D e n n i n g–B o l l e, «Gregor of Nyssa: The Soul in mystical Flight», GOTR 34 (1989), 99-119.&lt;br /&gt;Δ η μ η τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ Ἰ., «Ἡ κατηγορία τῆς σχέσεως» = Ἰ. Ἀ. Δ η μ η- τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ, «Ἡ γραμματική καί λογική κατηγορία τῆς σχέσεως ἤ πρός τι στόν Γρηγόριο Νύσσης», Παρνασσός 43(2001), 187-218.&lt;br /&gt;Δ η μ η τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ Ἰ., «Ἡ γραμματική καί λογική κατηγορία» = Ἰ. Ἀ. Δ η μ η τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ, «Ἡ γραμματική καί λογική κατηγορία τῆς σχέσεως ἤ πρός τι στόν Γρηγόριο Νύσσης», Βυζαντιακά 21(2001), 17-50.&lt;br /&gt;D i e k a m p F., Die Gotteslehre = F. D i e k a m p, Die Gotteslehre des heiligen Gregor von Nyssa. Ein Beitrag zur Dogmengeschichte der patristischen Zeit. Erster Teil, Diss, Münster 1895.&lt;br /&gt;Φ α ρ ά ν τ ο υ Μ., Δογματική = Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ, Δογματική ΙΙ, 1. Τό περί Θεοῦ ἐρώτημα. Α΄: Θεϊσμός, Β΄: Ἀθεΐα, Γ΄: Ἀθεϊσμός, Ἀθῆναι 1977.&lt;br /&gt;Φ α ρ ά ν τ ο υ Μ., «Ἡ περί τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ διδασκαλία» = Μ. Φ α- ρ ά ν τ ο υ, «Ἡ περί τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ καί ἰδίᾳ περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως», Κοινωνία 24(1981), 500-523.&lt;br /&gt;Φ α ρ ά ν τ ο υ Μ., «Ὀρθοδόξως» = Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ, «Ὀρθοδόξως καί αἱρετικῶς θεολογεῖν κατά τόν Γρηγόριο Νύσσης», Θεολογία 70 (1999), 253-273.&lt;br /&gt;F l o ë r i F., «Le sens de la “division de sexes”», F. F l o ë r i, «Le sens de la “division de sexes” chez Grégoire de Nysse», RevSR 27(1953), 105-111.&lt;br /&gt;F l o r o v s k y G., «The Idea of Creation» = G. F l o r o v s k y, «The Idea of Creation in Christian Philοsophy», ECQ (1949) [Supplementary issue: «Nature and Grace»], 53-77.&lt;br /&gt;F l o r o v s k y G., Concept of Creation = G. F l o r o v s k y, St Athanasius, Concept of Creation, Belmont (Mass.) 1975.&lt;br /&gt;F l o r o v s k y G., Eastern Fathers = G. F l o r o v s k y, Eastern Fathers of the Fourth Century [The Collected Works of Georges Florovsky, τ.7], Vaduz 1987, 136-220.&lt;br /&gt;Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ Γ., «Cur Deus homo?» = Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ, «Cur Deus homo? Τό κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως», Θέματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας (1972), 33-42.&lt;br /&gt;Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ Γ., Οἱ Βυζαντινοί πατέρες = Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ, Οἱ Βυζαντινοί πατέρες τοῦ ἕκτου, ἑβδόμου καί ὀγδόου αἰώνα (Μετάφραση Π. Πάλλη), Θεσσαλονίκη 1993.&lt;br /&gt;G i l l e t R., «L' homme divinisateur» = R. G i l l et, «L' homme divinisateur cosmique dans la pensée de saint Grégoire de Nysse», StPatr 6(1959), 71-80.&lt;br /&gt;G r e g o r i o s P., The Human Presence = P. M. G r e g o r i o s, The Human Presence. An Orthodox View of Nature, Geneva 1978.&lt;br /&gt;G r e g o r i o s P., Cosmic Man = P. M. G r e g o r i o s, Cosmic Man. The Divine Presence, New York 1988.&lt;br /&gt;H e i n e R., Perfection = R. E. H e i n e, Perfection in the Virtuous Life. A Study in the Relationship between Edification and Polemical Theology in Gregory of Nyssa’s De vita Moysis, Philadelphia Patristic Foundation, (Patristic Monograph Series 2), Cambridge,(Mass.) 1975.&lt;br /&gt;H o r n G., «L’amour» = G. H o r n, «L’amour divin. Note sur le not ‘Eros’ dans saint Grégoire de Nysse», RΑΜ6 (1925), 378-389.&lt;br /&gt;H u b e r G., Das Sein und das Absolute = G. H u b e r , Das Sein und das Absolute. Studien zur Geschichte der ontologischen Problematik in der spi Philosophie, Basel 1955.&lt;br /&gt;H ü b n e r R., Die Einheit des Leibes Christi = R. H ü b n e r, Die Einheit des Leibes Christi bei Gregor von Nyssa. Untersuchungen zum Ursprung der «physischen» Erlösungslehre, Leiden 1974.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ἀ, Περί θεώσεως = Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, Ἡ περί θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἀθῆναι 1956.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ἀ, «Ἀρχέγονος κατάστασις» = Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, «Ἡ περί ἀρχεγόνου καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας», ΕΕΘΣΠΑ 6(1968), 717-778.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ἀ., «Ὄψεις τινές περί κακοῦ» = Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, «Ὄψεις τινές τῆς περί κακοῦ, θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ἱερῶν εἰκόνων διδασκαλίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ», Θεολογία 43(1972), 57-90 καί 530-549.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ἀ., «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν» = Ἀ. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν». Ματιές στό ὀρθόδοξο δόγμα μέ βάση τό ἱερό Συμβολο τῆς Πίστεως, Ἀθήνα 1993.&lt;br /&gt;I s a y e G., «L' unité de l' operation divine» = G. I s a y e, «L' unité de l' operation divine dans les écrits trinitaires de saint Grégoire de Nysse», RSR 27(1937), 422-239.&lt;br /&gt;I v á n k a E., «Vom Platonismus» = E. von I v a n k a, «Vom Platonismus zur Theorie der Mystik (Zur Erkenntnislehre Gregors von Nyssa)», Schol11 (1936), 163-195.&lt;br /&gt;I v á n k a E., Hellenisches und Christliches = E. von I v á n k a, Hellenisches und Christliches im frühbyzantinischen Geistesleben, Wien 1948.&lt;br /&gt;I v á n k a E., «Die Autorschaft der Homilien» = E. von I v á n k a, «Die Autorschaft der Homilien Εἰς τό ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καί ὁμοίωσιν», ByZ 36(1936), 46-57.&lt;br /&gt;Ἰ ω α ν ν ί δ η Ν., Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος = Ν. Χ. Ἰ ω α ν ν ί δ η, Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος. Βίος-Ἔργο-Διδασκαλία, Ἀθήνα 1996.&lt;br /&gt;Ἰ ω α ν ν ί δ η Ν., Ὁ Ἱερομόναχος Ἱερόθεος= Ν. Χ. Ἰ ω α ν ν ί δ η, Ὁ Ἱερομόναχος Ἱερόθεος (ΙΓ΄ αἰ.) καί τό ἀνέκδοτο συγγραφικό ἔργο του, Ἀθήνα 20072.&lt;br /&gt;Κ α λ ο γ ή ρ ο υ Ἰ., «Χριστολογία καί Σωτηριολογία» = Ἰ. Κ α λ ο γ ή ρ ο υ, «Χριστολογία καί Σωτηριολογία ἐν τῷ συνδέσμῳ τῶν κατά τόν Μ. Ἀθανάσιον», Θεσσαλονίκη 1974, 235-279.&lt;br /&gt;Κ α π ε ν έ κ α Ἰ., «Εἰσήγησις» = Ἰ. Κ α π ε ν έ κ α, «Εἰσήγησις εἰς τόν Κατηχητικόν λόγον τόν μέγαν Γρηγορίου Νύσσης», Νέα Σιών 50 (1955), 80-87. 183-190. 395-400, Νέα Σιών 51 (1956), 33-42. 129-133.&lt;br /&gt;Κ α ρ α β ι δ ο π ο ύ λ ο υ Ἰ., «Ἡ γνῶσις τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ» = Ἰ. Κ α- ρ α β ι δ ο π ο ύ λ ο υ, «Ἡ γνῶσις τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ καί ἡ οὐσία τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος», Γρηγόριος Παλαμᾶς 44(1961), 330-345.&lt;br /&gt;Κ α ρ μ ί ρ η Ἰ., Σύνοψις Δογματικῆς Διδασκαλίας = Ἰ. Ν. Κ α ρ μ ί ρ η, Σύνοψις τῆς Δογματικῆς Διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἐν Ἀθήναις 1957.&lt;br /&gt;K e r n W., «Zur theologischen Auslegung», W. K e r n, «Zur theologischen Auslegung des Schöpfungsglaubens», MyS 2(1967), 464-545.&lt;br /&gt;Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ M., Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου = Μ. Β. Κ ο λ ο β ο- π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου στό ἔργο τοῦ Ἰωάννη Φιλόπονου «De Opificio Mundi» καί ἡ σ' αὐτό ἐπίδραση τῆς «Ἑξαημέρου» τοῦ Μ. Βασιλείου (Διδακτορική Διατριβή), Ἀθήνα 2004.&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η Ἰ., «Ψυχολογική θεώρηση» = Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ψυχολογική θεώρηση ἀνθρωπολογικῶν ἀναφορῶν στόν Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως μετὰ τῆς ἰδίας ἀδελφῆς Μακρίνης διάλογο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης», Πρακτικά Θ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου περί τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἰς τήν θεολογίαν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης», Ἀθῆναι 2005, 397-409..&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η K., «Νηπτική θεώρηση» = Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Νηπτική θεώρηση τῶν ἀνθρωπολογικῶν δεδομένων τοῦ ἐνυπνίου τῆς νύμφης», ΕΕΘΣΠΑ 33 (1998), 673-695.&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η K., «“Σύμμετρον” καί “Εὔκαιρον”» = Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α- ρ ά κ η, «“Σύμμετρον” καί “Εὔκαιρον”: Ἡ ἀνθρωπολογική θεώρηση τοῦ χρόνου κατά τό ὑπόμνημα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης στόν Ἐκκλησιαστή», Πρακτικά Ἡμερίδας «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης. “Τό παιδαγωγικό, τό ἀνθρωπολογικό καί τό θεολογικό ἔργο του”», Ἀθήνα 2003, 79-100.&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η K., «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας» = Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α- ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας κατά τόν ΙΣΤ΄ αἰώνα στό ἔργο τοῦ Παχωμίου Ρουσάνου», Πρακτικά Διεθνοῦς Ἐπιστημονικοῦ Συμποσίου «Παχώμιος Ρουσάνος. 450 χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του (1553)», Ἀθῆναι 2005, 611-655.&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η K., «Ὁ βιωματικός χαρακτήρας τοῦ δόγματος» = Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ὁ βιωματικός χαρακτήρας τοῦ δόγματος κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης», Πρακτικά Θ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου περί τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἰς τήν θεολογίαν τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης», Ἀθῆναι 2005, 669-724.&lt;br /&gt;Κ r e m e r K., «Bonum est diffusivum sui» = K. K r e m e r , «Bonum est diffusivum sui. Ein Beitrag zum Verh von Neuplatonismus und Christentum», ANRW 36(1987), 994-1032.&lt;br /&gt;K ü m m e l W., The Theology of the New Testament = W. G. K ü m m e l, The Theology of the New Testament, According to its Major Witnesses, Jesus-Paul-John (translated by J. J. Vincent), London 1974.&lt;br /&gt;Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ M., «Ἡ πτώση» = Μ. Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ, «Ἡ πτώση (Γεν. β΄-γ΄)», Γρηγόριος Παλαμᾶς 72(1989), 541-560.&lt;br /&gt;L a d n e r G., «The Philosophical Anthropology» = G. B. L a d n e r, «The Philosophical Anthropology of Saint Gregory of Nyssa», DOP 12(1958), 59-94.&lt;br /&gt;L a m b e r t G., «Le drame» = G. L a m b e r t, «Le drame du jardin d' Eden», NRTh 76(1954), 917-948. 1044-1072.&lt;br /&gt;Λ α σ π ί δ η Χ., Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου,= Χ. Λ α σ π ί δ η, Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν Ὀρθόδοξη πίστη, Θεσσαλονίκη 1994.&lt;br /&gt;L e w y H., Sobria Ebrietas = H. L e w y, Sobria Ebrietas. Untersuchungen zur Geschichte der antiken Mystik, Giessen 1929.&lt;br /&gt;L e y s R., L’ image de Dieu = R. L e y s, L’ image de Dieu chez Saint Grégoire de Nysse. Esquisse d’ une doctrine, Paris 1951.&lt;br /&gt;Λ ι ά κ ο υ ρ α Κ., Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Φιλοθέου = Κ. Ἠ. Λ ι ά κ ο υ ρ α, Ἡ περί τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Φιλοθέου (Κοκκίνου) Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἀθῆναι 1992.&lt;br /&gt;Λ ι ά κ ο υ ρ α Κ., Ἡ διδασκαλία τοῦ Νείλου Καβάσιλα = Κ.Ἠ. Λ ι ά κ ο υ ρ α, Ἡ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία τοῦ Νείλου Καβάσιλα, Ἀθήνα 1997.&lt;br /&gt;Λ ι ά κ ο υ ρ α Κ., Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος= Κ.Ἠ. Λ ι ά κ ο υ ρ α, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν Θησαυρόν τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας (Σπουδή στήν ἀντιαρειανική Τριαδολογική διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας), Ἀθήνα 2005.&lt;br /&gt;L i e s k e A., «Zur Theologie» = A. L i e s k e, «Zur Theologie der Christusmystik Gregors von Nyssa», Schol 14 (1939), 485-514.&lt;br /&gt;L i e s k e A., «Die Theologie» = A. L i e s k e, «Die Theologie der Christusmystik Gregors von Nyssa», ZKΤh 70 (1948), 49-93. 129-168. 315-340.&lt;br /&gt;L o s s k y V., Mystical Theology = V. L o s s k y, The Mystical Theology of the Eastern Church, London 1944.&lt;br /&gt;L o s s k y V., Vision de Dieu = V. L o s s k y, Vision de Dieu. La tradition patristique grecque jusqu' à Grégoire Palamas, Neuchâtel 1962.&lt;br /&gt;L o t–B o r o d i n e M., «La doctrine» = M. L o t-B o r o d i n e, «La doctrine de la ‘deification’ dans l’ église grecque jusqu’ au XIe siècle», RHR53(1932), 5-43. 525-574· 54 (1933), 8-15.&lt;br /&gt;Μ α ν τ ζ α ν ά ρ η K., «Ἡ διαλογική συνάντηση» = Κ. Δ. Μ α ν τ ζ α ν ά- ρ η, «Ἡ διαρκής διαλογική συνάντηση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης μέ τήν ἐπιστήμη. Τό ἀγενές τῆς πρώτης δημιουργίας καί ἡ ἐξελικτική του πορεία», Θεολογία 76(2005), 545-563.&lt;br /&gt;Μ α ρ ᾶ Ἀ., Ἡ ἐσχατολογία = Ἀ. Γ. Μ α ρ ᾶ, Ἡ ἐσχατολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης. Φιλοσοφικές καί Θεολογικές πηγές. Δευτέρα Παρουσία, Παράδεισος, Κόλαση, Ἀποκατάσταση, Θεσσαλονίκη 2002.&lt;br /&gt;Μ α τ θ ο π ο ύ λ ο υ Ε., Ἑρμηνεία εἰς τήν Πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν = Ε. Μ α τ θ ο π ο ύ λ ο υ, Ἑρμηνεία εἰς τήν Πρός Ρωμαίους Ἐπιστολήν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀθῆναι 1928.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., «Θεολογία καί ἀνθρωπολογία» = Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, «Θεολογία καί ἀνθρωπολογία κατά τόν Μέγαν Ἀθανάσιον», Τόμος ἑόρτιος Μεγάλου Ἀθανασίου, Θεσσαλονίκη 1974 , 45-128.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., Κόσμος = Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Κόσμος, ἄνθρωπος, κοινωνία, κατά τόν Μάξιμο Ὁμολογητή, Ἀθήνα 1980.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας = Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, μέ σύντομη εἰσαγωγή στή Φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη 19842.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., Μυστήριον = Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Μυστήριον ἐπί τῶν ἱερῶς κεκοιμημένων καί ἄλλα μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1992.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Φιλοσοφίας =Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ- κ α, Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Φιλοσοφίας, μέ παράρτημα τό σχολαστικισμό τοῦ Δυτικοῦ Μεσαίωνα, Θεσσαλονίκη 1994.&lt;br /&gt;Μ α τ σ ο ύ κ α Ν., Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2 καί 3 = Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2 (Ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστης). Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.3 (Ἀνακεφαλαίωση καί Ἀγαθοτοπία. Ἔκθεση τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας), Θεσσαλονίκη 1985.2001.&lt;br /&gt;M é r i d i e r L., L’ influence = L. M é r i d i e r, L’ influence de la seconde sophistique sur l’ oeuvre de Grégoire de Nysse, Paris 1906.&lt;br /&gt;M e r k i H., Ὁμοίωσις Θεῷ = Η. Μ e r k i, Ὁμοίωσις Θεῷ. Von der platonischen Angleichung an Gott zur Gottähnlichkeit bei Gregor von Nyssa, Freiburg i.B. 1952.&lt;br /&gt;Μ η τ σ ο π ο ύ λ ο υ N., Θέματα Δογματικῆς = Ν. Μ η τ σ ο π ο ύ λ ο υ, Θέματα Ὀρθοδόξου Δογματικῆς Θεολογίας (Πανεπιστημιακαί παραδόσεις Δογματικῆς), Ἀθῆναι 1991.&lt;br /&gt;M o s s h a m m e r A., The Created and the Uncreated = A. A. M o s s h a m- m e r, The Created and the Uncreated in Gregory of Nyssa in Contra Eunomium I, 105-113. El «Contra Eunomium I», en la produccion literaria de Gregorio de Nisa, Pamplona 1988, 353-379.&lt;br /&gt;M o υ τ σ ο ύ λ α Ἠ., Ἡ Σάρκωσις = Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν διδασκαλίαν Γρηγορίου τοῦ Νύσσης (Διδακτορική Διατριβή), Ἀθῆναι 1965.&lt;br /&gt;Μ ο υ τ σ ο ύ λ α Ἠ., Γρηγόριος Νύσσης = Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης. Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, Ἀθῆναι 1997.&lt;br /&gt;Μ π α λ τ ᾶ Δ., «Λογική καί ὀντολογία» = Δ. Β. Μ π α λ τ ᾶ, «Λογική καί ὀντολογία. Μελέτη στόν Κατά Μανιχαίων λόγο τοῦ Γρηγορίου Νύσσης», Ἑῷα καί Ἑσπέρια 6(2004-2006), 205-209.&lt;br /&gt;Μ π ο ύ κ η Χ., Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας = Χ. Μ π ο ύ κ η, Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας κατά τούς Καππαδόκας Πατέρας, Θεσσαλονίκη 1967.&lt;br /&gt;Μ π ο ύ κ η Χ., Ἡ Γλώσσα = Χ. Μ π ο ύ κ η, Ἡ Γλώσσα τοῦ Γρηγορίου Νύσσης ὑπό τό φῶς τῆς φιλοσοφικῆς ἀναλύσεως (Πατριαρχικόν Ἵδρυμα Πατερικῶν Μελετῶν. Θεολογικά Δοκίμια), Θεσσαλονίκη 1970.&lt;br /&gt;Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς Ε., Τό μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως= Ε. Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς, Τό μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως τῆς θείας οὐσίας καί ἐνεργείας κατά τόν ἅγιον Μᾶρκον Ἐφέσου τόν Εὐγενικόν, Ἀθήνησι 1980.&lt;br /&gt;Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ Π., Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην = Π. Ἰ. Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ, Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, Μετά δύο παραρτημάτων περί ἀποκρύφων καί νεωτέρων μεταφράσεων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ἐν Ἀθήναις 1992.&lt;br /&gt;Μ π ρ ο ύ σ α λ η Π α γ κ ρ., Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως = Π α γ κ ρ. Μ π ρ ο ύ σ α λ η, Εἰς τὸν βίον τοῦ Μωϋσέως. Εἰσαγωγή-Κείμενο-Μετάφραση-Σχόλια, Ἀθῆναι 1990.&lt;br /&gt;M ü h l e n b e r g F., Die Unendlichkeit Gottes = F. M ü h l e n b e r g, Die Unendlichkeit Gottes bei Gregor von Nyssa. Gregors Kritik am Gottesbegriff der klassischen Metaphysik, Göttingen 1966.&lt;br /&gt;M u s u r i l l o H., From Glory to Glory = H. M u s u r i l l o, From Glory to Glory. Texts from Gregory of Nyssa’s Mystical Writings (Selected and with an Introduction by Jean Daniélou), [Scribner’s Sons], New York 1961.&lt;br /&gt;Ν έ λ λ α Π., Ἡ περί δικαιώσεως διδασκαλία, Π. Ν έ λ λ α, Ἡ περί δικαιώσεως διδασκαλία Νικολάου τοῦ Καβάσιλα. Συμβολή εἰς τήν ὀρθόδοξον σωτηριολογίαν, Πειραιεύς 1975.&lt;br /&gt;Ν έ λ λ α Π., Ζῶον θεούμενον = Π. Ν έ λ λ α, Ζῶον θεούμενον. Προοπτικές γιά μία ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, Ἀθήνα 1979.&lt;br /&gt;Ν η σ ι ώ τ η Ν., Προλεγόμενα = Ν. Ἀ. Ν η σ ι ώ τ η, Προλεγόμενα εἰς τήν θεολογικήν γνωσιολογίαν. Τό ἀκατάληπτον τοῦ Θεοῦ καί ἡ δυνατότης γνώσεως αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1965.&lt;br /&gt;Ν ι κ η τ α ρ ᾶ Χ., «Ὁ κόσμος» = Χ. Ν ι κ η τ α ρ ᾶ, «Ὁ κόσμος καί οἱ κόσμοι στή θεολογική σκέψη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἐπισκόπου Νύσσης», Κοινωνία 43 (2000), 135-143.&lt;br /&gt;Ν ι κ ο λ α ΐ δ η Ν. Ἰ., Θέματα Πατερικῆς θεολογίας, Θεσσαλονίκη 2009.&lt;br /&gt;N i s s i o t i s Ν., «L' homme image de Dieu» = N. N i s s i o t i s, «L' homme image de Dieu et pécheur: L' humanisme contemporain et la théologie de la libération», ΕΕΘΣΠΑ 25(1981), 331-360.&lt;br /&gt;Ξ ε ξ ά κ η Ν., «Ἡ χριστιανική τελειότης» = Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, «Ἡ χριστιανική τελειότης κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Νύσσης», ΕΠΕΘΧ 4(1997), 485-520.&lt;br /&gt;Ξ ι ώ ν η Ν., Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ = Ν. Ρ. Ξ ι ώ ν η, Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης, Ἀθήνα 1999.&lt;br /&gt;Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ Σ., Πνεῦμα καί Λόγος = Σ. Π α π α δ ο π ο ύ- λ ο υ, Γρηγορίου Νύσσης, Πνεῦμα καί Λόγος, Κατερίνη 1977.&lt;br /&gt;Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ Σ., «Γρηγόριος Νύσσης», ΕΕΘΣΠΑ 26 (1984), 195-234.&lt;br /&gt;Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ Σ., Πατρολογία Β΄ = Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Β΄. Ὁ τέταρτος αἰώνας (Ἀνατολή καί Δύση), Ἀθήνα 1990.&lt;br /&gt;Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ Σ., Πατρολογία Α΄, Ἀθήνα 1997.&lt;br /&gt;Π α τ ρ ώ ν ο υ Γ., Ἡ θέωση = Γ. Π α τ ρ ώ ν ο υ, Ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τό φῶς τῶν ἐσχατολογικῶν ἀντιλήψεων τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, ἔκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1995².&lt;br /&gt;P l a s s P., «Transcedent time» = P. P l a s s, «Transcedent time and eternity in Gregory», VigChr 34(1980), 180-192.&lt;br /&gt;Π ρ ι γ κ ι π ά κ η Ε., Ἡ Θεοτόκος= Ε. Κ. Π ρ ι γ κ ι π ά κ η, Ἡ Θεοτόκος καί τό μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας κατά τόν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης (Διδακτορική Διατριβή), Ἀθήνα 2008.&lt;br /&gt;R a d u c a V., ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΙΣ = V. R a d u c a, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΙΣ. La chute et la restauration de l' homme selon saint Grégoire de Nysse. (Publication partielle de la thèse présentée à la Faculté de Théologie de l' Université de Fribourg), Fribourg 1985.&lt;br /&gt;Ρ ά ν τ ο β ι τ ς Ἀ., Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος= Ἀ. Ρ ά ν τ ο β ι τ ς, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν, Θεσσαλονίκη 1973.&lt;br /&gt;R o b e r t J., «Deux thèmes» = J. R o b e r t, «Sur deux thèmes mystiques de Grégoire de Nysse», Byz 36 (1966), 127-143.&lt;br /&gt;Ρ ω μ α ν ί δ ο υ Ἰ. Σ., Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 19892.&lt;br /&gt;Σ α β β ά τ ο υ Χ ρ υ σ., Ἡ θεολογική ὁρολογία = Χ ρ υ σ. Ν. Σ α β β ά τ ο υ (νῦν Μητροπολίτου Μεσσηνίας), Ἡ θεολογική ὁρολογία καί προβληματική τῆς Πνευματολογίας Γρηγορίου Β΄ τοῦ Κυπρίου, Κατερίνη 1997.&lt;br /&gt;S c h o e m a n n J., «Gregors von Nyssa» = J. B. S h o e m a n n, «Gregors von Nyssa theologische Anthropologie als Bildtheologie», Schol 18 (1943), 31-53.&lt;br /&gt;S h e r w o o d P., Maximus and Origenism = P. S h e r w o o d, «Maximus and Origenism. Ἀρχή καί τέλος», Berichte zum XI Intern. Byz. Kongress III, München 1958.&lt;br /&gt;S k a l t s a s G., L' Acte créateur de Dieu = G. S k a l t s a s, L' Acte créateur de Dieu chez saint Grégoire de Nysse. Approche théologique (Mémoire de licence en théologie à l' Université catholique de Louvain), Louvain 1990-1991.&lt;br /&gt;S k a l t s a s G., La finalité = G. S k a l t s a s, La finalité de l' acte créateur divin chez S. Grégoire de Nysse. Un aspect de la théologie nysséenne en relation avec ses sources Philosophiques présumées. (Mémoire de D.E.A. en Sciences Religieuses à L' École Pratique des Hautes Études: Section des Sciences Religieuses), Paris 1992.&lt;br /&gt;Σ κ α λ τ σ ᾶ Γ., «Ὁ ἄνθρωπος ὡς κάτοπτρον τῶν ἐσχάτων» = Γ. Σ κ α λ- τ σ ᾶ, «Ὁ ἄνθρωπος ὡς κάτοπτρον τῶν ἐσχάτων (κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης)», Σύναξη 59 (1996), 45-59.&lt;br /&gt;Σ κ ο υ τ έ ρ η Κ., «Μετεωροπορεῖν» = Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, «Μετεωροπορεῖν καὶ συμμετεωροπορεῖν παρά τῷ ἁγίῳ Γρηγορίῳ Νύσσης», Θεολογία 39 (1968), 425-439.&lt;br /&gt;Σ κ ο υ τ έ ρ η Κ., «Ἡ ἑνότης» = Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, «Ἡ ἑνότης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὡς πραγματική προϋπόθεσις τῆς σωτηρίας (Ἐκ τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης)», Θεολογία 40 (1969), 416-429.&lt;br /&gt;Σ κ ο υ τ έ ρ η Κ., Συνέπειαι τῆς πτώσεως = Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως καί λουτρόν παλιγγενεσίας (Ἐκ τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης) [Διατριβή ἐπί ὑφηγεσίᾳ], Αθῆναι 1973.&lt;br /&gt;Σ κ ο υ τ έ ρ η Κ., «Malum» = Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, « “Malum Privatio est”. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης καί ὁ Ψευδο-Διονύσιος διά τήν ὕπαρξιν τοῦ κακοῦ», ΕΕΘΣΠΑ 26 (1984), 309-320.&lt;br /&gt;Σ κ ο υ τ έ ρ η Κ. Β., Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, Ἀθήνα 2004.&lt;br /&gt;S p i r a Α., «Stabilität und Instabilität» = A. S p i r a, «Stabilität und Instabilität in der Ethik der Griechen. Zum Problem der Grenzenlosigkeit im westlichen Denken», ZRGG 36 (1984), 115-130.&lt;br /&gt;Σ π ο υ ρ λ ά κ ο υ – Ε ὐ τ υ χ ι ά δ ο υ Ἀ., Ἡ Παναγία Θεοτόκος = Ἀ. Σ π ο υ ρ λ ά κ ο υ – Ε ὐ τ υ χ ι ά δ ο υ, Ἡ Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικῆς ἁγιότητος. Συμβολή εἰς τήν ὀρθόδοξον τοποθέτησιν ἔναντι τῆς ρωμαιοκαθολικῆς Ἀσπίλου Συλλήψεως καί τῶν συναφῶν ταύτῃ δογμάτων (Διδακτορική Διατριβή), Ἀθῆναι 1990.&lt;br /&gt;Σ υ κ ο υ τ ρ ῆ Ἰ., Συμπόσιον = Ἰ. Σ υ κ ο υ τ ρ ῆ, Πλάτωνος Συμπόσιον, Αθῆναι 1950².&lt;br /&gt;Σ ω τ η ρ ο π ο ύ λ ο υ Χ., Θέματα ἀσκητικῆς ζωῆς = Χ. Γ. Σ ω τ η ρ ο- π ο ύ λ ο υ, Θέματα ἀσκητικῆς ζωῆς εἰς τά «Κεφάλαια ἀγάπης» τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Ἀθῆναι 1993.&lt;br /&gt;T α τ ά κ η Β., La Contribution = B. T α τ ά κ η, La Contribution de la Cappadoce à la pensée chrétienne, (Collection de l’ Institut Français, Centre d’ Études d’ Asie Mineure 18 [Cappadoce 13]), Athènes 1960.&lt;br /&gt;T α τ ά κ η Β., Μελετήματα = Β. Τ α τ ά κ η, Μελετήματα Χριστιανικῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι 1967.&lt;br /&gt;T α τ ά κ η Β., Ἡ συμβολή τῆς Καππαδοκίας = Β. Τ α τ ά κ η, Ἡ συμβολή τῆς Καππαδοκίας στήν χριστιανική σκέψη, Ἀθῆναι 1989.&lt;br /&gt;T h u n b e r g L., Microcosm and Mediator = L. T h u n b e r g, Microcosm and Mediator. The Theological Anthropology of Maximus the Confessor, Lund 1965.&lt;br /&gt;Τ ρ ε μ π έ λ α Π., Ὑπόμνημα = Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Ὑπόμνημα εἰς τάς Ἐπιστολάς τῆς Καινῆς Διαθήκης, τ.1, Ἀθῆναι 1956.&lt;br /&gt;Τ ρ ε μ π έ λ α Π., Δογματική = Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ.1 καί 2, Ἀθῆναι 1959.&lt;br /&gt;Τ σ ά μ η Δ., «Ἡ περί τοῦ ἀποδέκτου» = Δ. Τ σ ά μ η, «Ἡ περί τοῦ ἀποδέκτου τοῦ ἀπολύτρου διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας», Κληρονομία 2(1970), 88-111.&lt;br /&gt;Τ σ ά μ η Δ., Εἰσαγωγή στήν σκέψη τῶν Πατέρων = Δ. Τ σ ά μ η, Εἰσαγωγή στήν σκέψη τῶν Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, Θεσσαλονίκη 19924.&lt;br /&gt;V e r g h e s e T., Διάστημα and Διάστασις = T. P. V e r g h e s e, Διάστημα and Διάστασις in Gregory of Nyssa. Introduction to a Concept and the Posing of a Problem, Leiden 1976.&lt;br /&gt;V ö l k e r W., Fortschritt und Vollendung = W. V ö l k e r, Fortschritt und Vollendung bei Philo von Alexandria, Leipzig 1938.&lt;br /&gt;V ö l k e r W., Μaximus Confessor als Meister = W. V ö l k e r, Μaximus Confessor als Meister des geistlichen Lebens, Wiesbaden 1965.&lt;br /&gt;W e i s w u r m A., The Nature of Human Knowledge = A. A. W e i s w u r m, The Nature of Human Knowledge according to St. Gregory of Nyssa, Washington 1952.&lt;br /&gt;W i l li a m s N., The original sin = N. P. W i l l i a m s, The ideas of the fall and original sin. A historical and critical study, London 1927.&lt;br /&gt;W i I s o n – K a s t n e r P., «God's infinity» = P. W i I s o n – K a s t n e r, «God's infinity and his relationship to creation in the theologies of Gregory of Nyssa and Jonathan Edwards», Foun 21(1978), 305-321.&lt;br /&gt;W o l f s o n H., «The identification of ex nihilo» = H. A. W o l f s o n, «The identification of ex nihilo with emanation in Gregory of Nyssa», The Ecumenical World of Orthodox Civilization. Russia and Orthodoxy, τ.3.Essays in Honor of Georges Florovsky, Paris 1974, 35-42.&lt;br /&gt;Χ ρ ή σ τ ο υ Π., «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα» = Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα κατά τήν διδασκαλίαν τοῦ Γρηγορίου Νύσσης», Κληρονομία 4 (1972), 41-62.&lt;br /&gt;Z e n k o w s k y Β., Das Bild vom Menschen = B. Z e n k o w s k y, Das Bild vom Menschen in der Ostkirche, Stuttgart 1951.&lt;br /&gt;Ζ η ζ ι ο ύ λ α Ἰ., «Προσωπεῖον» = Ἰ. Ζ η ζ ι ο ύ λ α (νῦν Μητροπολίτου Περγάμου), «Ἀπό τό προσωπεῖον εἰς τό πρόσωπον» (Χαριστήρια εἰς τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος), Ἐποπτεία 73(1982), 941-960.&lt;br /&gt;Ζ η ζ ι ο ύ λ α Ἰ., «Τό εἶναι τοῦ Θεοῦ» = Ἰ. Ζ η ζ ι ο ύ λ α (νῦν Μητροπολίτου Περγάμου), «Τό εἶναι τοῦ Θεοῦ καί τό εἶναι τοῦ ἀνθρώπου», Σύναξη 37(1991), 11-36.&lt;br /&gt;•&lt;br /&gt;Κατά τήν σύνταξη τῆς παρούσης ἐργασίας, ἐκτός ἀπό τήν ἀνωτέρω βιβλιογραφία, χρησιμοποιήθηκαν καί τά κάτωθι ἀναγραφόμενα βοηθήματα :&lt;br /&gt;Ἀ ν δ ρ ι ο π ο ύ λ ο υ Π., Ἡ περί ἁμαρτίας καί χάριτος διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀθῆναι 1989.&lt;br /&gt;B a r r e t t C. K., From First Adam to Last, London 1962.&lt;br /&gt;B e i e r w a l t e s W., Plotin. Über Ewigkeit und Zeit (Enneade III 7), Frankfurt 1981.&lt;br /&gt;B o υ δ ο ύ ρ η Κ., Ψυχή καί Πολιτεία. Ἔρευνα ἐπί τῆς πολιτικῆς φιλοσοφίας τοῦ Πλάτωνος, Ἐν Αθήναις 1970.&lt;br /&gt;B r é h i e r E., Παγκόσμιος Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Ἀθῆναι 1970.&lt;br /&gt;C a n é v e t M., «Saint Grégoire de Nysse», DSp 6 (1967), 971-1011.&lt;br /&gt;C a v a r n o s J. P., St. Gregory of Nyssa on the Origin and Destiny of Soul. Institut for Byzantine and Modern Greek Studies, Belmont (Mass.) 1956.&lt;br /&gt;C h e r n i s s H. F., «The platonisme of Gregory of Nyssa, UCPCP 11 (1930), 1-92.&lt;br /&gt;C o r e t h E., Grundfragen des menschlichen Daseins, Innsbruck 1956.&lt;br /&gt;C o r s i n i E., Plérôme humain et plérôme cosmique chez Grégoire de Nysse, Leiden 1971.&lt;br /&gt;C r o s s R., «Gregory of Nyssa of Universals», VigChr 56(2002), 372-410.&lt;br /&gt;D a n i é l o u J., «Les tuniques de peau chez Grégoire de Nysse», Glaube, Geist. Geschichte. Festschrift für Ernst Benz zum 60. Geburtstage, Leiden 1967.&lt;br /&gt;Δ η μ η τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ Π. Χ., Ἡ Ἀνθρωπολογία τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, Ἀθῆναι 1954.&lt;br /&gt;Δ ρ ο ύ λ ι α Ἰ. Δ., «Πρόσωπον», ΘΗΕ 10(1967), 665-671.&lt;br /&gt;Φ α ρ ά ν τ ο υ, Μ., Ἠθική τοῦ φυσικοῦ κόσμου,Ἀθήνα 1977.&lt;br /&gt;Φ α ρ ά ν τ ο υ, Μ., Ἡ περί Θεοῦ Ὀρθόδοξος διδασκαλία, Ἀθῆναι 1985.&lt;br /&gt;Φ ε ι δ ᾶ Β., «Γρηγόριος Νύσσης», ΕΠΛΜ 19 (1985), 248-249.&lt;br /&gt;Φ ε ι δ ᾶ Β., Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, τ.1, Ἀθῆναι 19942.&lt;br /&gt;G a ï t h J., La conception de la liberté chez Grégoire de Nysse, Paris 1953.&lt;br /&gt;Γ ε ω ρ γ ο π ο ύ λ ο υ–Ν ι κ ο λ α κ ά κ ο υ Ν., Θέματα φιλοσοφίας, Ἀθήνα 1985.&lt;br /&gt;Γ ε ω ρ γ ο ύ λ η Κ. Δ., Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς Φιλοσοφίας, τ.1, Ἀθῆναι 1975.&lt;br /&gt;Γ ι α ν ν α ρ ᾶ Χ., Σχεδίασμα εἰσαγωγῆς στή Φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη 19882.&lt;br /&gt;H a r l M., «La ‘satiété’ de la contemplation comme motif de la chute des âmes», StPatr 8 (1966), 373-405.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ἀ., «Εἰκών καί ὁμοίωσις», ΘΗΕ 5(1964), 417-419.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ E. Δ., «Χρόνος, λειτουργικός», ΘΗΕ 12(1968), 383-384.&lt;br /&gt;Θ ε ο δ ώ ρ ο υ Ε. Δ., «Τό σταθερό καί μεταβλητό στήν Ὀρθόδοξη Λατρεία», Θεολογία 70 (1999), 7-55.&lt;br /&gt;I v a n k a E. von, Plato Christianus, Einsiedeln 1964.&lt;br /&gt;Ἰ ω α ν ν ί δ η Ν. Χ., «Οἱ φίλοι καί οἱ συνεργάτες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ», Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, Ἅγιον Ὄρος 2000, 543-572.&lt;br /&gt;Ἰ ω α ν ν ί δ ο υ Β., Ὁ Μυστικισμός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Ἀθῆναι 19582.&lt;br /&gt;J a e g e r W., Early Christianity and Greek Paideia, Cambridge 1961.&lt;br /&gt;J ü n g e l E., Tod, Stuttgart 1971.&lt;br /&gt;Κ α λ ο γ ή ρ ο υ Ἰ., Ἱστορία τῶν Δογμάτων, τ.1, Θεσσαλονίκη 1985.&lt;br /&gt;Κ α ρ α β ι δ ο π ο ύ λ ο υ Ἰ., Ἡ ἁμαρτία κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, Θεσσαλονίκη 1968.&lt;br /&gt;Κ α ρ ά μ π ε λ ι α Μ., «Ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας στό Γρηγόριο Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 75 (1992), 833-846.&lt;br /&gt;K ε λ ε σ ί δ ο υ–Γ α λ α ν ο ῦ Ἀ., Ἡ ἔννοια τῆς σωτηρίας στήν πλατωνική πολιτική φιλοσοφία, Ἀθῆναι 1982.&lt;br /&gt;Κ ο ρ ν α ρ ά κ η Ἰ. Κ., «Ἔρως», ΘΗΕ 5 (1964), 893-897.&lt;br /&gt;Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ Ε., «Γρηγόριος Νύσσης», ΘΗΕ 4 (1964), 765.&lt;br /&gt;L e y s R., «La théologie spirituelle de Grégoire de Nysse», StPatr 2 (1957), 495-511.&lt;br /&gt;Λ ι ά κ ο υ ρ α Κ. Ἠ., Κυρίλλου Αλεξανδρείας κατά τῶν Νεστορίου δυσφημιῶν. Ἡ Χριστολογική διδασκαλία τοῦ Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας σέ ἀντιπαράθεση πρός τή Νεστοριανική κακοδοξία, Ἀθήνα 2001.&lt;br /&gt;L o s s k y V., Κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ, Θεσσαλονίκη 1974.&lt;br /&gt;M a l e v e z L., «L’église dans le Christ. Étude de théologie historique et théorique», RSR 25 (1935), 257-291. 418-440.&lt;br /&gt;Μ α ρ τ ζ έ λ ο υ Γ. Δ., Ὀρθόδοξο δόγμα καί θεολογικός προβληματισμός Β΄, Θεσσαλονίκη 2000.&lt;br /&gt;M α τ σ ο ύ κ α Ν., Γένεσις καί οὐσία τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, Θεσσαλονίκη 1969.&lt;br /&gt;M α τ σ ο ύ κ α Ν., «Γνῶσις καί ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ», Κληρονομία 2 (1970), 53-87.&lt;br /&gt;M α τ σ ο ύ κ α Ν., «Ἡ ἐκκλησιολογία ἐξ ἐπόψεως τοῦ Τριαδικοῦ δόγματος», ΕΕΘΣΠΘ 17(1972), 113-211.&lt;br /&gt;M α τ σ ο ύ κ α Ν., Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, Θεσσαλονίκη 19862.&lt;br /&gt;M α τ σ ο ύ κ α Ν., Ἐπιστήμη, φιλοσοφία καί θεολογία στήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου,Θεσσαλονίκη 19902.&lt;br /&gt;Μ ε τ α λ λ η ν ο ῦ Γ., «Πελάγιος», ΘΗΕ 10(1966), 255-258.&lt;br /&gt;M i q u e l P. «Parrhésia», Dsp 121 (1983), 260-264.&lt;br /&gt;Μ π ι τ σ ά κ η Ἀ. Ε., «Ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς κατά τόν Πλάτωνα», Θεολογία 66 (1995), 150-170.&lt;br /&gt;Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ Π. Ἰ., «Ἡ γυνή ἐν τῇ Βίβλῳ», Ἐκκλησιαστικός Φάρος 22(1923), 260-481.&lt;br /&gt;Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ Π. Ἰ., «Ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ Καινῇ Διαθήκῃ», ΕΕΘΣΠΑ 10(1954-1955), 83-98.&lt;br /&gt;Ν έ λ λ α Π., «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2 (1970), 293-320.&lt;br /&gt;Ν ι ά ρ χ ο υ Κ. Γ., Εἰσαγωγικά μαθήματα στή Φιλοσοφία, Ἀθήνα 1986.&lt;br /&gt;Ν y g r e n A., Eros und Agape. Gestaltwandlungen der christlichen Liebe, 2. Teil (Studien des apologetischen Seminars 39), Gütersloh 1937.&lt;br /&gt;Ξ ε ξ ά κ η Ν. Γ., Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.1-3, Ἀθῆναι 2006.&lt;br /&gt;Ὀ ρ φ α ν ο ῦ Μ., Ὁ Υἱός καί τό Ἅγιον Πνεῦμα εἰς τήν Τριαδολογίαν τοῦ Μ. Βασιλείου, Ἀθῆναι 1976.&lt;br /&gt;Ὀ ρ φ α ν ο ῦ Μ., Κωνσταντίνου Μελιτηνιώτου Λόγοι ἀντιρρητικοί δύο, Ἀθῆναι 1986.&lt;br /&gt;O t i s B., «Cappadocian Thought as a Coherent System», DOP 12 (1958), 95-124.&lt;br /&gt;O t i s B., «Gregory of Nyssa and the Cappadocian Conception of Time», StPatr 14(1976), 327-357.&lt;br /&gt;Π α π α π έ τ ρ ο υ Κ. Ε., «Προπατορικόν ἁμάρτημα», ΘΗΕ 10(1967), 636-640.&lt;br /&gt;Π α π α π έ τ ρ ο υ Κ. Ε., Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Θεοῦ καί ἡ γνῶσις αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1969.&lt;br /&gt;R a h n e r K., «Le début d’ une doctrine de cinq sens spirituels chez Origène», RAM12 (1932), 113-140.&lt;br /&gt;Ρ α ν τ ο σ ά β λ ι ε β ι τ ς Ἀ. Τό μυστήριον τῆς σωτηρίας κατά τόν ἅγιον Μάξιμον τόν Ὁμολογητήν, Ἀθῆναι 1975.&lt;br /&gt;R o b i n L., La théorie platonicienne de l’ amour, Paris 1908.&lt;br /&gt;R o n d e t H., Le péché originel dans la tradition patristique et théologique, Paris 1967.&lt;br /&gt;Σ α β β ά τ ο υ Χ ρ υ σ. Ν. (νῦν Μητροπολίτου Μεσσηνίας), «Ἀναφορές κατά τόν ΙΓ΄αἰώνα στό Βυζάντιο γιά ἀλλοιώσεις ἔργων καί χωρίων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης», Θεολογία 66(1995), 112-123.&lt;br /&gt;S e e m a n n M. «Die Engel», MyS 2(1967), 914-991.&lt;br /&gt;Σ ι ώ τ ο υ Μ., Ἱστορία καί Ἀποκάλυψις κατά τήν ἐπιστήμην τῆς Καινῆς Διαθήκης, Θεσσαλονίκη 1953.&lt;br /&gt;T e s t a E., Il peccato di Adamo nella Patristica, Gerusalemme 1970.&lt;br /&gt;T z a m a l i k o s P., The concept of time in Origen, Frankfurt (P. Lang) 1992.&lt;br /&gt;V i v e s J., «El pecado original en San Gregorio de Nisa», EE 45 (1970), 203-235.&lt;br /&gt;V ö l k e r W., Gregor von Nyssa als Mystiker, Wiesbaden 1955.&lt;br /&gt;V ö l k e r W., «Ζur Gotteslehre Gregors von Nyssa»,VigChr 9(1959), 103-128.&lt;br /&gt;W a l k e r W., A History of Christian Church, New York 1937.&lt;br /&gt;W i n k l h o f e r A., Die Welt der Engel, Weilheim/Obebayern.&lt;br /&gt;W o l f f H. W., Anthropologie des Alten Testaments, München 1973.&lt;br /&gt;Χ α σ τ ο ύ π η Ἀ. Π., Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, Ἐν Ἀθήναις 1986.&lt;br /&gt;Χ ρ ή σ τ ο υ Π., Τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ, Θεσσαλονίκη 1983.&lt;br /&gt;Χ ρ ή σ τ ο υ Π., Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, Θεσσαλονίκη 1978· τ.3, Θεσσαλονίκη 1987· τ.4, Θεσσαλονίκη 1989.&lt;br /&gt;Z e m p P., Die Grundlagen heilsgeschichtlichen Denkens bei Gregor von Nyssa, München 1970.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γ΄. ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΕΣ – ΛΕΞΙΚΑ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Geerard M., Clavis Patrum Graecorum,τ.2, Brepols-Turnhout 1974.&lt;br /&gt;Lidell H.- Scott R., Μέγα λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσης, τ.1-4,Ἐν Ἀθήναις 1901-1906.&lt;br /&gt;Mann F.von, Lexicon Gregorianum, Wörterbuch zu den Schriften Gregors von Nyssa, Band I, ἀβαρής-ἄωρος. Bearbeitet von Friedhelm Mann, Brill, Leiden-Boston-Köln 1999. Band II, βαβαί-δορυφορία. Βearbeitet von Friedhelm Mann, Brill, Leiden-Boston-Köln 2000. Band III, ἔαρ-ἑωσφόρος. Bearbeitet von Friedhelm Mann, Brill, Leiden-Boston-Köln 2001.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-4524631723295969429?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/4524631723295969429'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/4524631723295969429'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/blog-post_28.html' title='Dr. ΑΝΤΩΝΙΑ ΒΑΡΚΙΝΤΖΟΓΛΟΥ-ΑΓΓΕΛΙΔΗ: Διατριβή επί Διδακτορία'/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-7040640651915714572</id><published>2011-10-20T01:23:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:24:47.362-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τό ζήτημα τοῦ ἑρμηνευτικοῦ προσδιορισμοῦ τῆς φύσεως τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καθώς καί τῶν σοβαρῶν καί ὀδυνηρῶν συνεπειῶν πού ἀναδείχθηκαν ἀπό αὐτό γιά τόν ἄνθρωπο, ἀπετέλεσε, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, καί ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἀντικείμενο ἰδιαίτερης καί ἐπισταμένης θεολογικῆς ἐνασχολήσεως καί ἐπεξεργασίας ἐκ μέρους τοῦ Γρηγορίου Νύσσης.&lt;br /&gt;Ἡ διαπίστωση τῆς τραγικότητας τῆς καταστάσεως στήν ὁποία περιῆλθε ὁ ἄνθρωπος μέ τήν διά τῆς παρακοῆς πτώση αὐτοῦ, καί ἡ ὁποία συνίσταται στήν ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό καί στήν ταλαιπωρούμενη ἀπό τό κακό, τήν ἁμαρτία, τά πάθη, τήν φθορά καί τόν θάνατο ζωή του, κατά σαφῆ ἀντιδιαστολή καί ἀναντιστοιχία πρός τήν ἀποτύπωση τῆς βιωθείσης ἀπό τόν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθέντα ἄνθρωπο πρώτης μακαριότητάς του1, ὤθησε τόν Γρηγόριο νά ἐπιδείξει κατά τήν ἔκθεση τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας του ἰδιαίτερο πράγματι ἐνδιαφέρον γιά τήν ἑρμηνευτική θεώρηση καί ἀποτύπωση τόσο τῆς φύσεως τοῦ διαπραχθέντος προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ὅσο καί τῶν ὀλεθρίων γιά τόν ἄνθρωπο ἐπιπτώσεων πού προέκυψαν ἀπό αὐτό, καθώς καί γιά τήν συνακόλουθη ἀνάδειξη τῆς διδασκαλίας περί τοῦ προαιώνιου μυστηρίου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Θεοῦ Λόγου, ὡς σωτηριώδους «συγκαταβάσεως» αὐτοῦ πρός τήν ἀσθενήσασα καί ἀχρειωθεῖσα διά τῆς παρακοῆς φύση τοῦ ἀνθρώπου πρός ἐπιτέλεση τῆς ἐπαναφορᾶς του στήν κοινωνία του μέ τόν Τριαδικό Θεό καί τῆς ἐπαναποκτήσεως τῆς πρώτης μακαριότητάς του.&lt;br /&gt;Ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ἐντάσσει στήν διατυπωμένη θεολογική διδασκαλία του, τῆς ὁποίας κεντρικό σημεῖο συνιστοῦν ὁμολογουμένως οἱ ἐκτιθέμενες ἀπόψεις του περί τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ2, τήν λεπτομερῆ διερεύνηση καί ἔκθεση τῶν προσδιοριστικῶν στοιχείων τόσο τῆς «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθείσης φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καί τῆς φύσεως τοῦ διαπραχθέντος προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, καθώς ἐπίσης καί τῶν ὀδυνηρῶν γιά τόν ἄνθρωπο συνεπειῶν πού ἀπέρρευσαν ἀπό αὐτό, οἱ ὁποῖες διέπουν καί χαρακτηρίζουν τήν μεταπτωτική φύση τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀπό τήν ὅλη θεώρηση τῆς ἀποτυπωμένης στό συγγραφικό ἔργο τοῦ ἱεροῦ πατρός θεολογικῆς του διδασκαλίας καθίσταται κατά σαφῆ τρόπο ἀντιληπτό ὅτι ὁ Γρηγόριος ἐπιδεικνύει ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐπισήμανση καί ἀνάδειξη τῶν ἀπορρεόντων ἀπό τήν «ἀρχαίαν» παράβαση ὀλεθρίων ἐπακολούθων, τῶν ὁποίων τήν ἐμπειρία ὁ μεταπτωτικός ἄνθρωπος βιώνει ἀπό τῆς πτώσεώς του συνεχῶς.&lt;br /&gt;Ἐπιλαμβανόμενος ὁ Γρηγόριος τῆς διερευνήσεως καί τῆς καταγραφῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς δυνατότητας ἐπαναποκτήσεως ἀπό τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο τῆς ἀπολεσθείσης κληρονομίας τῶν θείων ἀγαθῶν καί δωρεῶν καί τῆς πρώτης μακαριότητάς του, τονίζει μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση στήν ἐνδιαφέρουσα σχετική διδασκαλία του ὅτι ἡ ἐπαναπόκτηση αὐτή κατέστη δυνατή ἀποκλειστικῶς διά τοῦ ἐπιτελεσθέντος ἔργου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου, πού τυγχάνει στήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ πατρός τό κεντρικό καί θεμελιῶδες σημεῖο καί στοιχεῖο τῆς σωτηρίας καί τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, τό διά τῆς παρακοῆς συντελεσθέν προπατορικό ἁμάρτημα καί οἱ ἀναδειχθεῖσες ἀπό αὐτό ἐπαχθεῖς καί ὀδυνηρές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο συνιστοῦν κατά τόν Γρηγόριο προϋπόθεση ὀρθῆς θεολογικῆς κατανοήσεως καί ἀποτυπώσεως τῆς βιούμενης ἀπό τό ἀνθρώπινο γένος μεταπτωτικῆς του καταστάσεως, καθώς καί τῆς ἐπανόδου του στήν προπτωτική του κατάσταση μέσῳ τῆς διά σαρκός «ἐπιδημίας» τοῦ Λόγου. Καί τοῦτο, διότι κατά τόν Γρηγόριο ἡ ὀρθή κατανόηση τῶν ἐκφερομένων θεολογικῶν ἑρμηνευτικῶν ἀντιλήψεων, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ὀρθῆς θεολογικῆς ἀποτυπώσεως τοῦ νοήματος τῶν διατυπουμένων ἀπόψεων καί ἐκφράσεων, συντελεῖ στήν κατανόηση τῆς δι' αὐτῶν ἐκφραζόμενης ἔννοιας τῆς σωτηρίας τoῦ ἀνθρώπου3, ἡ ὁποία συνιστᾶ καί τήν πραγμάτωση τῆς κοινωνίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου μέ τόν δημιουργήσαντα αὐτόν Τριαδικό Θεό.&lt;br /&gt;Ἀφορμή τῆς ἐνασχολήσεώς μας μέ τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ ἔδωσε ἡ κατανόηση τῆς σπουδαιότητας τήν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ἀποδίδει στήν θεματική αὐτή ἑνότητα τῆς ἀνθρωπολογικῆς του διδασκαλίας καί ἡ ἀντίληψη τῆς ἰδιαίτερης ἐπιμέλειας μέ τήν ὁποία αὐτός ἐκθέτει τήν σχετική διδασκαλία του. Ἡ ἔκθεση αὐτῆς τῆς διδασκαλίας ἀπό τόν Γρηγόριο, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖται κατά τρόπον προσιδιάζοντα στήν ἑρμηνευτική μεθοδολογία καί ἐπεξεργασία τοῦ ἱεροῦ πατρός, συνιστᾶ μία ἀναλυτική καί ἐπισταμένη ἑρμηνεία καί ἀποτύπωση τῆς δογματικῆς διδασκαλίας περί τῆς διά τῆς παρακοῆς συντελεσθείσης πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς διά τοῦ ἔργου τῆς θείας «οἰκονομίας» πραγματωθείσης ἀνορθώσεως αὐτοῦ καί ἐπαναφορᾶς του στήν σχέση κοινωνίας του μέ τόν Τριαδικό Θεό, πού λαμβάνει χώρα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τόν σωτηριώδη χαρακτήρα ἐξαίρει συνεχῶς ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης4. Ἡ κεφαλαιώδης, ἐξ ἄλλου, θεολογική σημασία πού ἀποδίδεται ἀπό τόν Γρηγόριο ἀφ’ ἑνός μέν στήν ἀνάδειξη τῶν ἐπιπτώσεων, πού προέκυψαν ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐνέδωσε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος στόν ἐκ μέρους τοῦ διαβόλου προβληθέντα πειρασμό καί στήν παρακίνησή του σέ παρακοή τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ στήν ἀνάδειξη τῆς δυνατότητας ἄρσεως τῶν ἐν λόγῳ συνεπειῶν κατά τρόπον μοναδικό διά τοῦ ἔργου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου μέ τήν πρόσληψη ἀπό αὐτόν τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἐμφαίνεται ἐπίσης ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ διδασκαλία του αὐτή, χωρίς νά εὑρίσκεται ἀποκλειστικῶς σέ συγκεκριμένη πραγματεία τοῦ ἱεροῦ πατρός, ἐκτίθεται σέ ὅλο τό συγγραφικό του ἔργο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἐνδείκνυται νά σημειωθεῖ ὅτι γενικά σημεῖα περί τῶν συνθηκῶν διαπράξεως τῆς παρακοῆς πρός τόν Θεό, καθώς καί περί τῆς φύσεως τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί περί τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ γιά τόν ἄνθρωπο ἔχουν διατυπωθεῖ στήν πρό τοῦ Γρηγορίου Νύσσης ἀποτυπωμένη θεολογική γραμματεία ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας, τόν Εἰρηναῖο Λυῶνος, τόν Ὠριγένη, τόν Μ. Ἀθανάσιο, τόν Μ. Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο. Συγκεκριμένως, κατά τόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας, ἀρχικῶς, ἐπειδή ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο κατά τρόπον ὥστε νά εἶναι ἐξ ἴσου «δεκτικὸς» τῶν καταστάσεων τόσο τῆς ἀθανασίας ὅσο καί τῆς θνητότητας5 ἀναλόγως πρός τήν στροφή τῆς προαιρέσεώς του6, ἡ δοθεῖσα στούς προπάτορες ἀπό τόν Θεό ἐντολή συνιστοῦσε γι' αὐτούς «ἀφορμὴν προκοπῆς», ἡ ὁποία ἀποσκοποῦσε στήν «αὔξησιν» καί τήν «τελείωσιν» τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου αὐτός, διά τῆς ἀποκτήσεως τοῦ θείου χαρακτηριστικοῦ γνωρίσματος τῆς «ἀϊδιότητος», νά ἀναδειχθεῖ «θεὸς»7. Ἡ αἰτία, συνεπῶς, τῆς ἐπιδόσεως ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο τῆς ἐντολῆς τῆς μή βρώσεως τοῦ καρποῦ τοῦ «ξύλου τῆς γνώσεως» ἀποδίδεται κατά τόν Θεόφιλο στήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου «τὴν γνῶσιν κατ΄ ἀξίαν χωρεῖν», δηλαδή στήν κατάσταση τῆς πνευματικῆς νηπιότητάς του8. Ἡ πνευματική του δέ αὔξηση καί ἐνηλικίωση θά καθίστατο κατά τόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας δυνατή καί θά ἐπραγματοποιεῖτο διά τῆς πνευματικῆς ἀσκήσεως τῆς δοκιμασίας τῆς τηρήσεως τῆς ἀπαγορευτικῆς ἐντολῆς9. Ἔτσι, πρόξενος καί ὑπαίτιος τῆς κυριαρχίας ἐπί τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τῆς καταστάσεως τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου δέν θεωρεῖται ἀπό τόν Θεόφιλο Ἀντιοχείας ὁ «καλὸς» καρπός τοῦ «ξύλου τῆς γνώσεως» ἀλλά ἡ διά τῆς διαπράξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο τῆς παρακοῆς τῆς θείας ἐντολῆς ἀποτυχία του νά γίνει «τέλειος», κατά τήν ὁποία αὐτὸς κατέστη «αἴτιος τοῦ θανάτου αὐτοῦ»10. Πρέπει, βεβαίως, νά τονισθεῖ στό σημεῖο αὐτό ὅτι ἀναδεικνύεται στήν διατυπωμένη αὐτή διδασκαλία τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας ζήτημα ἑρμηνευτικῆς αἰτιολογήσεως καί κατανοήσεως τῆς ἀποδόσεως τῆς διά τῆς παρακοῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν ἐσφαλμένη χρήση τοῦ δοθέντος σέ αὐτόν «αὐτεξουσίου»· καί τοῦτο, διότι στήν κατάσταση τῆς νηπιότητας, στήν ὁποία εὑρισκόταν ὁ Ἀδάμ κατά τήν διαβίωσή του στόν παραδείσιο χῶρο, δέν ἦταν προφανῶς δυνατόν νά νοηθεῖ ἄσκηση καί χρήση ἐκ μέρους του τοῦ «αὐτεξουσίου»11.&lt;br /&gt;Ἡ ἀπόδοση τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ «νηπίου» στόν προπάτορα Ἀδάμ ἀπαντᾶ ἐπίσης στήν διδασκαλία τοῦ Εἰρηναίου Λυῶνος, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ ὅρος αὐτός χρησιμοποιεῖται, προκειμένου νά ἀποδοθεῖ λεκτικῶς καί νά ἐκφρασθεῖ ἡ θεολογική του ἄποψη περί τῆς ἔννοιας τῆς προκοπῆς καί τῆς αὐξήσεως, πού χαρακτηρίζει ἐξ ἄλλου ὅλη τήν θεολογία του12. Ἔτσι, ὁ Θεός, ἄν καί μποροῦσε «παρασχεῖν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ τέλειον»13, ἐδημιούργησε αὐτόν ἱκανό νά ἐπιτύχει τήν αὔξηση καὶ τήν πνευματική ἀκμή του14 καί τοῦ ἔδωσε τήν ἀπαγορευτική ἐντολή, προκειμένου διά τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό νά πραγματοποιήσει ὁ ἄνθρωπος «διὰ τῆς ἐκλογῆς» του15 τήν ἠθική ἐξέλιξη καί τήν αὔξησή του16. Ἡ ἐκτιθέμενη, βεβαίως, ἄποψή του περί προοδευτικῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν πορεία του πρός ἕνωση μέ τόν Θεό, κατά τήν ὁποία διά τῆς παρεκκλίσεώς του καί διά τῆς ἀπορρίψεως τοῦ πνεύματος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν Θεό, ἐπ' οὐδενί σημαίνει τήν ἀποδοχή ἀπό τόν Εἰρηναῖο τῆς ἀπόψεως περί τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἐκ φύσεως ἀτελοῦς, ἀφοῦ μία τέτοια ἀντίληψη θά ὁδηγοῦσε ἀσφαλῶς στήν ἀπόδοση τῆς εὐθύνης τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό17.&lt;br /&gt;Ἐνδιαφέρον, ἐπίσης, παρουσιάζουν σχετικῶς μέ τό ὑπό πραγμάτευση θέμα οἱ ἀνθρωπολογικές ἐκεῖνες ἀπόψεις τοῦ Ὠριγένη, σύμφωνα μέ τίς ὁποῖες τά δημιουργηθέντα λογικά ὄντα, πού εἶχαν κοσμηθεῖ μέ τήν δωρεά τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως18, δέν ὑπῆρξαν κατ' ἀρχήν οὔτε ἀγαθά οὔτε κακά, ἀφοῦ ἐκ φύσεως ἀγαθός εἶναι μόνο ὁ Θεός καί τό κακό χαρακτηρίζεται ὡς «οὐκ ὄν»19. Τά λογικά ὄντα, λοιπόν, ἄν καί ἔφεραν ὡς χαρακτηριστικό γνώρισμα ἀπό τήν ὑπό τοῦ Θεοῦ δημιουργία τους τήν δυνατότητα ἀφ' ἑνός μέν νά διακρίνουν τό ἀγαθό ἀπό τό μή ἀγαθό, ἀφ' ἑτέρου δέ εἴτε νά προοδεύσουν πνευματικῶς, ὁμοιάζοντα μέ τόν δημιουργό τους, εἴτε νά προτιμήσουν τό μή ἀγαθό, διέπραξαν τήν παράβαση τῆς ἀπομακρύνσεώς τους ἀπό τήν πηγή τῆς ἀγαθότητας καί ἀπό τήν αὐτοζωή, ἡ ὁποία ἐπέφερε τήν ἀπόρριψή τους ἀπό τόν Θεό20, τήν ἀπομάκρυνσή τους ἀπό αὐτόν, τήν ἀλλοίωσή τους καί τήν διαφοροποίησή τους σέ «ἀγγέλους, δαίμονας καί ψυχάς»21. Ἡ δημιουργία δέ τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, καθώς καί τά ὑλικά σώματα, πού περιβάλλουν τίς ψυχές καί συνιστοῦν μαζί μέ αὐτές τήν ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου22, θεωροῦνται ἀπό τόν Ὠριγένη ὡς τά ἐπακόλουθα αὐτῆς τῆς παραβάσεως23, τά ὁποῖα ἐκλαμβάνονται ἀπό αὐτόν ὡς ἀνάλογα «πρός τήν ἁμαρτίαν τήν ὁποίαν εἶχον διαπράξει(=οἱ νόες) προκοσμίως»24.&lt;br /&gt;Κατά τήν ἀφορῶσα, ὡσαύτως, στό προπατορικό ἁμάρτημα καί στήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου θεολογική θεώρηση καί διδασκαλία τοῦ Μ. Ἀθανασίου ὁ Θεός ἔπλασε τήν ἀνθρώπινη φύση ἱκανή νά κατέχει «τῆς ἰδίας(τοῦ Θεοῦ) ἀϊδιότητος ἔννοιαν καὶ γνῶσιν»25, χωρίς βεβαίως αὐτή νά εἶναι ἐκ φύσεως «ἱκανὴ ἐξ ἑαυτῆς γνῶναι τὸν δημιουργὸν, οὐδ' ὅλως ἔννοιαν λαβεῖν»26 αὐτοῦ. Ἡ εἰκόνα δέ τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε, εἶναι κατά τόν ἱερό πατέρα τό στοιχεῖο ἐκεῖνο πού, ὅσο ὁ ἄνθρωπος θά διατηροῦσε «ἑαυτῷ συνὼν, ὡς γέγονεν ἐξ ἀρχῆς»27, θά ἐξασφάλιζε σέ αὐτόν τό «ὁρᾶν τὸν Θεὸν καὶ ὑπ' αὐτοῦ φωτίζεσθαι»28. Ἀντ' αὐτοῦ, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος, «κατολιγωρήσας» καί «ὀκνήσας», ἐπέλεξε νά στρέψει τήν διανοητική του ἱκανότητα στόν ἑαυτό του καί νά ἐκδηλώσει τήν ἐπιθυμητική του διάθεση γιά τό ἐξ ὕλης κατασκευασμένο σῶμα του καί γιά τίς αἰσθήσεις του29. Χωρίς νά προβαίνει, ἐν τούτοις, ὁ Μ. Ἀθανάσιος περαιτέρω σέ μία λεπτομερῆ ἀναζήτηση καί καταγραφή τῶν στοιχείων ἐκείνων πού συνθέτουν καί προσδιορίζουν τήν φύση τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἐπικεντρώνεται στήν ἐπισήμανση καί ἀνάδειξη τῶν ὀδυνηρῶν συνεπειῶν του καί καθιστᾶ σαφές ὅτι ἡ διάπραξη τῆς «παραβάσεως τῆς ἐντολῆς» ἐπέφερε τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου στήν κατάσταση τοῦ «οὐκ ὄντος», σέ μία δηλαδή «κατὰ φύσιν» κατάσταση γι' αὐτόν30, ἡ ὁποία καθίσταται γι' αὐτόν ταυτόσημη τῆς ἀνυπαρξίας. Τό κακό, συνεπῶς, γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας οὔτε εἶναι αὐθύπαρκτο οὔτε ὀφείλει τήν ἀρχή του στόν Θεό31.&lt;br /&gt;Συναφής μέ τίς ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσες ἀπόψεις εἶναι ἐπίσης ἡ σχετική μέ τό ὑπό πραγμάτευση θέμα ἀνθρωπολογική διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τόν Θεό ἱκανός νά στρέφει τήν ἐπιθυμητική του διάθεση πρός τόν ὄντως «ἀγαπητὸν» καί «ἀγαθὸν» Θεό32 καί ὡς ἐκ τούτου νά κατέχει ἐκ φύσεως τό μοναδικό προνόμιο τῆς ἀπολαύσεως τῶν θείων ἀγαθῶν διά τῆς μετοχῆς του σέ αὐτά καί νά διαβιώνει στόν παράδεισο ὡς «ἀρχαγγέλοις ὁμοδίαιτος»33. Ἐπειδή, ὅμως, κατά τόν ἱερό πατέρα, μόνο ὅ,τι γίνεται ἀπό τόν ἄνθρωπο διά τῆς δυνάμεως τῆς προαιρέσεώς του καί ὄχι ἐξ ἀνάγκης ἔχει ἀξία γιά τόν Θεό34, ἡ ὑπ' αὐτοῦ δοθεῖσα στούς προπάτορες ἀπαγορευτική ἐντολή ἀποσκοποῦσε νά ἀναδειχθεῖ σέ αὐτόν ἡ ἀρετή τῆς «ἐγκρατείας» καί νά δοκιμασθεῖ τό «ὑπήκοον» αὐτοῦ, ὥστε νά καταστεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄξιος νά λάβει ἀπό τόν Θεό «τὰ τῆς ὑπομονῆς στέφανα»35. Ἡ βρώση, συνεπῶς, τῶν «ὡραίων καρπῶν» πού ἐφύοντο στό «ξύλον τῆς γνώσεως» τοῦ παραδείσου ὄχι μόνο δέν εἶχε γιά τόν ἄνθρωπο τό ἀναμενόμενο καί ἐπιζητούμενο ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως καί θεωρήσεως αὐτοῦ ὡς «ὁμοίου τῷ Θεῷ»36, ἀλλά ἐπέφερε κατά τόν Μ. Βασίλειο τήν ἐπώδυνη συνέπεια τῆς «ἀλλοτριώσεώς» του ἀπό τόν Θεό καί τῆς εἰσόδου στήν ζωή του ἔκτοτε τοῦ θεωρούμενου καί λογιζόμενου ὡς μή ὀντολογικῶς ὑπάρχοντος 37 κακοῦ38.&lt;br /&gt;Ὡς «ἀρχὴ», λοιπόν, καί «ρίζα» τῆς ἁμαρτίας ἐπ' οὐδενί νοεῖται κατά τόν ἱερό πατέρα ὁ ἀγαθός Θεός39, ἀλλά σαφῶς ἐκλαμβάνεται ἀπό αὐτόν ὡς τέτοια ἡ ἐπίδειξη ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἀπερισκεψίας του νά στρέψει τήν ἐκ φύσεως προσαρμοσμένη σέ αὐτόν δύναμη τῆς προαιρέσεως καί τήν ὁρμή τῆς ἐπιθυμίας του ἀπό τό «νοητὸν κάλλος» στήν «πλησμονὴν τῆς γαστρὸς» καί νά ἀποστεῖ ἔτσι τῆς ὄντως ζωῆς, πού εἶναι ὁ Θεός40.&lt;br /&gt;Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἕνα ἰδιαίτερο σημεῖο τῆς σχετικῆς μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα καί τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλίας τοῦ Μ. Βασιλείου, κατά τό ὁποῖο ὡς αἰτία τῆς στροφῆς τῆς διά τῆς ἀσκήσεως τοῦ «αὐτεξουσίου» του ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κατά φύσιν ἀπόλαυση τῆς «αἰωνίου ζωῆς» στήν παρά φύσιν κατάσταση τῆς ἀποκοπῆς του ἀπό τήν «συνάφειαν» μέ τόν Θεό41 ὑποδεικνύεται ἀπό τόν ἱερό πατέρα ὁ κατά τήν ἄσκηση τοῦ «αὐτεξουσίου» καί διά τῆς ἀποκλίσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό ἀγαθό ἐπισυμβαίνων κορεσμός ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου «τῆς μακαρίας τέρψεως». Τό συναίσθημα αὐτό, κατακλύζοντας τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί καθιστώντας αὐτήν «νυσταγμῷ βεβαρημένην» καί ὀκνηρή καί νωθρή στήν ἀπόλαυση τῶν «νοητῶν» καί τῆς «θεωρίας τοῦ καλοῦ», ἐπιφέρει τήν ἀνάμειξή της μέ τίς ἀπολαύσεις τῆς ὕλης καί τῆς σαρκός42 καί ἐκλαμβάνεται, ἔτσι, ἀπό τόν Μ. Βασίλειο ὡς ἐπηρεάζον τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν ἐκ μέρους της ἄσκηση τοῦ «αὐτεξουσίου», νά ἀποστραφεῖ τό «νοητὸν κάλλος» καί τίς πνευματικές ἀπολαύσεις καί νά στραφεῖ πρός «τὸ τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς φανὲν τερπνὸν» καί πρός «τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς» καί πρός τίς ὑλικές καί σαρκικές ἀπολαύσεις43.&lt;br /&gt;Παρεμφερεῖς ἀνθρωπολογικές ἀπόψεις μέ ἐκεῖνες τῶν μνημονευθέντων Πατέρων καί ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, πού ἀναφέρθηκαν παραπάνω, ἔχουν διατυπωθεῖ καί ἀπό τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, οἱ ὁποῖες ἀποσκοποῦν στήν ἀνάδειξη τῆς ἰδιαίτερης θέσεως πού κατέχει ὁ ἄνθρωπος στήν κτιστή φύση ὡς «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθείς, καθώς καί στήν προβολή τῶν στοιχείων ἐκείνων πού συνιστοῦν αὐτήν τήν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθεῖσα φύση τοῦ ἀνθρώπου, καί κατά τίς ὁποῖες διατυπώνονται βασικά σημεῖα πού ἀφοροῦν στήν διά τῆς παρακοῆς πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί στίς συνακόλουθες συνέπειες αὐτῆς44. Κατά τίς ἐκτιθέμενες αὐτές ἀπόψεις τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὡς κυριότερο καί οὐσιωδέστερο χαρακτηριστικό ἀπό τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού συνιστοῦν τήν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθεῖσα ἀνθρώπινη φύση θεωρεῖται ἀπό τόν ἱερό πατέρα τό «αὐτεξούσιον», μέ τό ὁποῖο κοσμήθηκε ἀπό τόν Θεό ἡ ἀνθρώπινη φύση, προκειμένου ἡ ἐπίτευξη τῆς μεθέξεως ἀπό τόν ἄνθρωπο τῶν θείων ἐνεργειῶν καί ἀγαθῶν καί δωρεῶν νά εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς τῆς βουλήσεώς του, διά τῆς ἀσκήσεως τῆς δυνάμεως τῆς προαιρέσεώς του, καί τῆς προσπάθειας πού ὁ ἄνθρωπος θά καταβάλει, προκειμένου νά κατορθώσει νά καταστεῖ κοινωνός καί μέτοχος τῶν ἐνεργειῶν καί τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Καί τοῦτο, διότι κατά τήν ἑρμηνευτική ἀντίληψη τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου «τὸ μὲν γὰρ ἐκ φύσεως ἀγαθὸν, ἀδόκιμον· τὸ δ' ἐκ προαιρέσεως, ἐπαινετὸν»45. Ἡ ἀπαγορευτική, συνεπῶς, ἐντολή, πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς προπάτορες νά μή γευθοῦν τόν καρπό τοῦ «ξύλου τῆς γνώσεως», συνιστοῦσε κατά τόν Γρηγόριο τόν «νόμον», πού δόθηκε ὡς «ὕλη τῷ αὐτεξουσίῳ» καί μέ τόν ὁποῖο ἡ δύναμη τῆς προαιρέσεως θά πραγματοποιοῦσε τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο τέθηκε ἐξ ἀρχῆς στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου46. Γίνεται, ἔτσι, σαφές ἀπό τήν σχετική διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὅτι κατά τήν φύση του τό «ξύλον τῆς γνώσεως» δέν περιεῖχε τό κακό. Ἡ αἰτία, ἐξ ἄλλου, τῆς ὑποδείξεως τοῦ καρποῦ τοῦ «ξύλου τῆς γνώσεως» ἀπό τόν Θεό ὡς «μὴ προσαπτέου» ἐπ' οὐδενί θά ἦταν δυνατόν νά ἀποδοθεῖ στόν «φθόνο» τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο47, ἀλλά συνδέεται κατά σαφῆ τρόπο ἀπό τόν ἱερό πατέρα ἀφ' ἑνός μέν μέ τόν «φθόνο» τοῦ διαβόλου γι' αὐτόν, ἀφ' ἑτέρου δέ μέ τήν ἐπιρρεπῆ διάθεση πού ἐπέδειξαν οἱ προπάτορες στήν πρόκληση καί ὑπόδειξη αὐτοῦ γιά διάπραξη τῆς παραβάσεως τῆς θείας ἐντολῆς48.&lt;br /&gt;Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἕνα χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, κατά τό ὁποῖο ἡ ἀπαγορευτική ἐντολή, πού δόθηκε ἀπό τόν Θεό στούς προπάτορες, δέν εἶχε χαρακτήρα μόνιμο ἀλλά προσωρινό, ἀφοῦ ὁ συγκεκριμένος καρπός θά καθίστατο «μεταληπτὸς» καί «καλὸς» πρός βρώση ἀπό τούς προπάτορες στόν κατάλληλο χρόνο, ὅταν δηλαδή αὐτοί δέν θά εὑρίσκονταν πλέον σέ νηπιακή πνευματική κατάσταση, ἀλλά θά διατελοῦσαν σέ κατάσταση πού ἀφορᾶ τούς «τὴν ἕξιν τελεωτέρους»49. Καθίσταται, συνεπῶς, προφανές ὅτι στό «ξύλον» αὐτό «τῆς γνώσεως» ἀποδίδεται μέν ἀπό τόν Γρηγόριο ἡ ἰδιότητα τῆς μεταδόσεως γνώσεως, ἀλλά μόνο φυσικά στούς πνευματικῶς τέλειους.&lt;br /&gt;Ἐνδείκνυται, ὡσαύτως, νά τονισθεῖ ὅτι ἀναφερόμενος ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στήν μετά τήν διάπραξη τῆς παρακοῆς περιένδυση τῶν προπατόρων διά τῶν «δερματίνων χιτώνων», τήν ὁποία θεωρεῖ ὡς συνέπεια τῆς πτώσεως αὐτῶν, προσδιορίζει ἑρμηνευτικῶς τούς «δερματίνους» αὐτούς «χιτῶνας» ὡς «ἴσως τὴν παχυτέραν σάρκα καὶ θνητὴν καὶ ἀντίτυπον»50. Χαρακτηρίζεται, ἐξ ἄλλου, ἀπό τόν ἴδιο ἱερό πατέρα ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος εἰσῆλθε στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἄμεση συνέπεια τῆς διά τῆς παρακοῆς πτώσεως αὐτοῦ, ὡς «κέρδος» γιά τόν πεσόντα ἄνθρωπο, καί ἐκλαμβάνεται ὡς «φιλανθρωπία» ἡ ἐπελθοῦσα στόν ἄνθρωπο «τιμωρία», ἐφόσον διά τοῦ θανάτου ἐπιτεύχθηκε γιά τόν ἄνθρωπο ἡ διακοπή τῆς ἁμαρτίας, ἔτσι ὥστε νά μήν καταστεῖ «ἀθάνατον τὸ κακὸν»51.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ ἐπιχειρούμενη στήν παροῦσα ἐργασία συστηματική ἔκθεση τῆς διατυπωμένης θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου52 περί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ, ὅπως αὐτή ἀναδεικνύεται ἀπό τήν ἑρμηνευτική διαπραγμάτευση καί ἑρμηνευτική ἐπεξεργασία τῶν συγγραμμάτων τοῦ ἱεροῦ πατρός, διαιρεῖται σέ δύο Μέρη καί Ἐπίμετρο. Ἐξ αὐτῶν τό πρῶτο Μέρος περιλαμβάνει τήν ἀναλυτική παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης περί τῆς ὑπό τοῦ Θεοῦ καί «κατ' εἰκόνα» αὐτοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, περί τῶν χαρακτηριζόντων αὐτόν διακριτικῶν στοιχείων καί προσδιοριστικῶν γνωρισμάτων τῆς φύσεώς του, τά ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπό τό γεγονός τῆς κατασκευῆς του «κατ' εἰκόνα» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, καθώς καί περί τῆς λειτουργίας τῶν ἰδιωμάτων αὐτῶν κατά τήν κατάσταση διαβιώσεως τοῦ προπτωτικοῦ ἀνθρώπου στόν παραδείσιο τόπο. Ἡ διδασκαλία αὐτή τοῦ Γρηγορίου Νύσσης κρίθηκε ἀναγκαῖο καί σκόπιμο νά ἐκτεθεῖ, προκειμένου νά ἀναδειχθοῦν οἱ σχετικές ἑρμηνευτικές ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ πατρός πού ἀφοροῦν στήν ἑρμηνευόμενη καί ἀξιολογούμενη ἐκ μέρους του διαφοροποίηση τῆς μακάριας καί «ἀπαθοῦς» προπτωτικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τόσο ἀπό τήν τραγικότητα πράγματι τῆς θέσεως στήν ὁποία περιῆλθε αὐτός διά τῆς ἐκ τῆς παρακοῆς πτώσεώς του καί διά τῆς ἀπώλειας τῆς κληρονομίας τῶν θείων δωρεῶν καί ἀγαθῶν, μέ τά ὁποῖα εἶχε προικισθεῖ κατά τήν ὑπό τοῦ Θεοῦ δημιουργία του, ὅσο καί ἀπό τήν ταλαιπωρούμενη καί καταδυναστευόμενη ἀπό τίς ἐπελθοῦσες ὀδυνηρές συνέπειες τῆς πτώσεως ζωή του. Στό πρῶτο αὐτό Μέρος γίνεται ἐπίσης ἐκτενής λόγος γιά τό γεγονός τῆς παρακινήσεως καί παροτρύνσεως τῶν προπατόρων ἀπό τόν ἐφευρέτη τῆς κακίας διάβολο στήν διάπραξη τῆς παρακοῆς τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τούς ὁδήγησε στήν ἔξωσή τους ἀπό τήν παραδείσια πατρική ἑστία καί στήν ἔκπτωσή τους ἀπό τήν πρώτη τους μακαριότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Σχετικῶς μέ τήν ἀποτυπωθεῖσα αὐτή ἀντίληψη ἐκ μέρους τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, βλ., ἐνδεικτικῶς, Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,24-106,7 (=PG 44, 1228ΑΒ): «εἰ δὴ ταῦτα ἐν ἡμῖν ἦν, πῶς οὖν ἔστι διὰ συγκρίσεως ἀντιπαραθεωροῦντα τῇ τότε μακαριότητι τὴν παροῦσαν νῦν ἀθλιότητα μὴ ἐπιστενάζειν τῇ συμφορᾷ; τὸ ὑψηλὸν τεταπείνωται, τὸ κατ' εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου γενόμενον ἀπεγεώθη, τὸ βασιλεύειν τεταγμένον κατεδουλώθη, τὸ εἰς ἀθανασίαν κτισθὲν κατεφθάρη θανάτῳ, τὸ ἐν τρυφῇ τοῦ παραδείσου διάγον εἰς τὸ νοσῶδες καὶ ἐπίπονον τοῦτο μετῳκίσθη χωρίον, τὸ τῇ ἀπαθείᾳ σύντροφον τὸν ἐμπαθῆ καὶ ἐπίκηρον ἀντηλλάξατο βίον, τὸ ἀδέσποτόν τε καὶ αὐτεξούσιον νῦν ὑπὸ τοιούτων καὶ τοσούτων κακῶν κυριεύεται ὡς μηδὲ ῥᾴδιον εἶναι τοὺς τυράννους ἡμῶν ἀπαριθμήσασθαι». Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 181Α: «ἀλλ' ὁ μὲν περὶ τούτων λόγος ἀφείσθω, πρὸς δὲ τὸ προκείμενον ἐπιστρεπτέον τήν ζήτησιν. πῶς καὶ τὸ θεῖον μακάριον, καὶ ἐλεεινὸν τὸ ἀνθρώπινον, καὶ ὅμοιον ἐκείνῳ τοῦτο παρὰ τῆς Γραφῆς ὀνομάζεται. Οὐκοῦν ἐξεταστέον μετ' ἀκριβείας τά ρήματα. Εὑρήσομεν γὰρ, ὅτι ἕτερον μέν τι τὸ κατ' εἰκόνα γενόμενον, ἕτερον δὲ τὸ νῦν ἐν ταλαιπωρίᾳ δεικνύμενον».&lt;br /&gt;2 Ἀπό τό πλῆθος τῶν μαρτυριῶν τῶν συγγραμμάτων τοῦ Γρηγορίου πού ἀναδεικνύουν τό μυστήριο τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου ὡς τό κεντρικό σημεῖο τῆς διατυπωμένης θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ πατρός, δεδομένου ὅτι τό γεγονός τῆς διά σαρκός «ἐπιδημίας» τοῦ Λόγου συνιστᾶ τό θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί διδασκαλίας, βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 13, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 380,15-381,7 (=PG 44, 1045CD). Ὅπ.π., 384,14-18 (=PG 44, 1049Β). Ὅπ.π., 390,21-391,6 (=PG 44, 1056ΑΒ). Ὅπ.π., Λόγος 7, 236, 4-12 (=PG 44, 933C). Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 56,5-8 (=PG 44, 469D-472A). Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 7, P.Alexander, GNO, τ.5, 408,18-409,7 (=PG 44, 725D-728A). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 2, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 20,21-25 (=PG 44, 1137ΑΒ). Εἰς τὸ, τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς, J.K.Downing, GNO, τ.3,2, 18,18-23 (=PG 44, 1317ΑΒ). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 132, 24-25 (=PG 45, 1125C). Περὶ τελειότητος, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 197,19-198,4 (=PG 46, 272D-273A). Βλ., ἐπίσης, Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 459. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 408.&lt;br /&gt;3 Περί τῆς ἐκφραζόμενης αὐτῆς ἀντιλήψεως τοῦ Γρηγορίου βλ., ἐνδεικτικῶς, Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 119,20-120,4 (=PG 44, 545D-548A). Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H. Musurillo, GNO, τ.7,1, 88,5-12 (=PG 44, 377C). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 40,1-41,6 (=PG 44, 1157C-1160A). Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 102,10-103,4 (=PG 45, 329BC). Ὅπ.π., 111,4-16 (=PG 45, 340ΑΒ). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τήν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W. Jaeger, GNO, τ.2, 314,9-17 (=PG 45, 468D-469A). Περί τῆς ἰδιαίτερης θεολογικῆς σημασίας τοῦ ὀρθῶς κατανοούμενου καί ἀποτυπούμενου νοήματος τῶν διατυπουμένων θεολογικῶν ἀπόψεων, πού ὁδηγεῖ στήν ἔκφραση τῆς σώζουσας ὀρθῆς πίστεως, βλ.,ἐπίσης, Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 2, Μ. Tetz, Athanasius Werke, τ.1,Ι, 179,4-14 (=PG 26, 152C). Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό- γ ο υ, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, Λόγος 39, Cl. Moreschini, SC, τ.358, 170,15-172,17 (=PG 36, 345C). Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Εἰς τὸν Μ. Βασίλειον Ἐπιτάφιος, Λόγος 43, PG 36, 588C. Ἰ ω- ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τήν Γένεσιν, Λόγος 14, PG 53, 106. Πρβλ., σχετικῶς, καί Χ ρ υ σ. Ν. Σ α β β ά τ ο υ (νῦν Μητροπολίτου Μεσσηνίας), Ἡ θεολογική ὁρολογία, 54-55. Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Α΄, 41-42. Ἰ. Ζ η ζ ι ο ύ λ α (νῦν Μητροπολίτου Περγάμου), «Τό εἶναι τοῦ Θεοῦ», Σύναξη 37(1991), 29-30. Ἐνδιαφέρον, ἐπίσης, παρουσιάζει ἡ ἑρμηνευτική ἐπισήμανση τοῦ Ἰωσήφ Βρυεννίου περὶ τῆς ἄρρηκτης καί ὀργανικῆς συνδέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας «οἰκονομίας» τόσο μέ τήν διδασκαλία περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος ὅσο καί μέ τό γεγονός τῆς «ἐκ μὴ ὄντων παρὰ Θεοῦ εἰς τὸ εἶναι παραγωγῆς» τῶν κτιστῶν ὄντων (Βλ., σχετικῶς, Ν. Χ. Ἰ ω α ν ν ί δ η, Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος, 263-264).&lt;br /&gt;4 Γιά τήν ἀνάδειξη ἀπό τόν Γρηγόριο τοῦ θεμελιώδους χαρακτήρα τῆς περί τῆς Ἐκκλησίας διδασκαλίας καί γιά τήν θεώρηση αὐτῆς ὡς βάσεως τῆς γενικότερης θεολογικῆς σκέψεως καί διδασκαλίας αὐτοῦ, βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 216,3-17 (=PG 44, 917BC). Ὅπ.π., Λόγος13, 381,16-382,6 (=PG 44, 1048Α). Εἰς τὸ, τότε καί αὐτὸς ὁ Υἱὸς, J.K.Downing, GNO, τ.3,2, 19,21-20,3 (=PG 44, 1317CD), ὅπου ἐξαίρεται ἡ ἀλήθεια τῆς θεωρήσεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος Χριστοῦ, κατά τήν Παύλειο θεολογία (=Κολοσ. 1,23, Α’Κορ. 12,27, Ἐφεσ. 4,15-16). Βλ., ἐπίσης, ὅπ.π., 23,11-14 (=PG 44, 1321Β). Περί δέ τῶν πιστῶν, ὡς τεταγμένων στήν ζωή καί στήν λειτουργία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μελῶν, ὑπό τήν ἑρμηνευτική παράσταση τῆς εἰκόνας, τῆς χρησιμότητας καί τῆς λειτουργίας καθενός ἀπό τά μέρη τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 216,17-221,21 (=PG 44, 917D-920D). Ὅπ.π., Λόγος15, 451,4-453,4 (=PG 44, 1104Β-1105Α). Ὅπ.π., 454,5-13 (=PG 44, 1105C). Ὅπ.π., Λόγος 7, 228,4-229,20 (=PG 44, 928Β-929Α). Ὅπ.π., 234,11-236,4. 237,12-238,12. 241,16-242,13 (=PG 44, 932D-933C. 936ΑC. 937C-940Α).&lt;br /&gt;5 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,24, G. Bardy, SC, τ.20, 158 (=PG 6,1089D-1092A): «μέσος γὰρ ὁ ἄνθρωπος ἐγεγόνει, οὔτε θνητὸς ὁλοσχερῶς οὔτε ἀθάνατος τὸ καθόλου, δεκτικὸς δὲ ἑκατέρων· οὕτω καὶ τὸ χωρίον ὁ παράδεισος, ὡς πρὸς καλλονὴν, μέσος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ οὐρανοῦ γεγένηται».&lt;br /&gt;6 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,27, G. Bardy, SC, τ.20, 164 (=PG 6,1096A): «ἐλεύθερον γὰρ καὶ αὐτεξούσιον ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον».&lt;br /&gt;7 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,24, G. Bardy, SC, τ.20, 158 (=PG 6,1089CD. 1092A): «μετέθηκε δὲ αὐτὸν ὁ Θεὸς ἐκ τῆς γῆς, ἐξ ἧς ἐγεγόνει, εἰς τὸν παράδεισον, διδοὺς αὐτῷ ἀφορμὴν προκοπῆς, ὅπως αὐξάνων καὶ τέλειος γενόμενος, ἔτι δὲ καὶ θεὸς ἀναδειχθεὶς, οὕτω καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβῇ … ἔχων ἀϊδιότητα. Τὸ δὲ εἰπεῖν ‘ἐργάζεσθαι’ οὐκ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν δηλοῖ ἀλλ΄ ἤ τὸ φυλάσσειν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ». Ὅπ.π., 2,27, 164 (=PG 6, 1093B-1096A).&lt;br /&gt;8 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,25, G. Bardy, SC, τ.20, 160 (=PG 6, 1092A): «τῇ δὲ οὔσῃ ἡλικίᾳ ὅδε Ἀδὰμ ἔτι νήπιος ἦν· διὸ οὔπω ἠδύνατο τὴν γνῶσιν κατ΄ ἀξίαν χωρεῖν». Πρβλ. καί Κ λ ή μ ε ν τ ο ς Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ έ ω ς, Προτρεπτικὸς πρὸς Ἕλληνας, PG 8, 228C: «Ὁ πρῶτος(=ἄνθρωπος) ὅτε ἐν παραδείσῳ ἔπαιζε λελυμένος, ἔτι παιδίον ἦν τοῦ Θεοῦ». Βλ., ἐπίσης, Πρβλ. καί C l. M o r e s c h i n i, «Grégoire de Nazianze Discours 38-41. Introduction», SC, τ.358, 46-47.&lt;br /&gt;9 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,25, G. Bardy, SC, τ.20, 160-162 (=PG 6, 1092BC): «καθάπερ γὰρ τῇ ἡλικίᾳ τις πρὸς τάξιν αὔξει, οὕτω καὶ ἐν τῷ φρονεῖν. Ἄλλως τε ἐπὰν νόμος κελεύσῃ ἀπέχεσθαι ἀπό τινος καὶ μὴ ὑπακούῃ τις, δῆλον ὅτι οὐχ ὁ νόμος κόλασιν παρέχει, ἀλλὰ ἡ ἀπείθεια καὶ ἡ παρακοὴ».&lt;br /&gt;10 Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, 2,27, G. Bardy, SC, τ.20, 164 (=PG 6, 1096A). Ὅπ.π., 2,25, 160 (=PG 6, 1092A): «τὸ μὲν ξύλον τὸ τῆς γνώσεως αὐτὸ μὲν καλὸν καὶ ὁ καρπὸς αὐτοῦ καλὸς. Οὐ γὰρ, ὡς οἴονταί τινες, θάνατον εἶχε τὸ ξύλον, ἀλλ' ἡ παρακοὴ. Οὐ γάρ τι ἕτερον ἦν ἐν τῷ καρπῷ ἤ μόνον γνῶσις. Ἡ δὲ γνῶσις καλὴ, ἐπὰν αὐτῇ οἰκείως τις χρήσηται ». Περί τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας βλ., ἐπίσης, Ἰ. Ρ ω μ α ν ί δ ο υ, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, 121-122. 156. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 501-502. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 596-597.&lt;br /&gt;11 Βλ., σχετικῶς μέ τήν ἑρμηνευτική αὐτή ἄποψη, Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 597.&lt;br /&gt;12 Βλ., σχετικῶς μέ τό ζήτημα αὐτό, Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Α΄, 301. Κ. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.1, 371.&lt;br /&gt;13 Βλ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως,4, 38,1, PG 7, 1105 C: «οὕτω καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸς μὲν οἷός τε ἦν παρασχεῖν τῷ ἀνθρώπῳ τὸ τέλειον, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἀδύνατος ἦν λαβεῖν αὐτὸ. νήπιος γὰρ ἦν». Ὅπ.π., 4,38,2, PG 7, 1107Α. Πρβλ. καί C l. M o r e s c h i n i, «Grégoire de Nazianze Discours 38-41. Introduction» SC, τ.358, 46.&lt;br /&gt;14 Βλ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, 4, 11,1, PG 7, 1002A: «plasmavit enim eum in augmentum et in crementum».&lt;br /&gt;15 Βλ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, 4, 37,6, PG 7, 1103Β: «ita ut essent nullius momenti boni, eo quod natura magis quam voluntare tales exsisterent, et ultroneum bonum, sed non secundum electionem». Πρβλ. καί ὅπ.π., 4,37,3, PG 7, 1101C: «ταῦτα γὰρ πάντα τὸ αὐτεξούσιον ἐπιδείκνυσι τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ συμβουλευτικὸν τοῦ Θεοῦ ... ἀποτρέποντος μὲν τοῦ ἀπειθεῖν αὐτῷ, ἀλλὰ μὴ βιαζομένου».&lt;br /&gt;16 Βλ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, 4,38,3, PG 7, 1108C: «ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόμενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχῦσαι, καί ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καί δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην». Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι στό χωρίο αὐτό ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τοῦ ρήματος «ἰδεῖν» πρέπει νά γίνει ἀναφορικῶς μέ τήν ἄποψη τοῦ Εἰρηναίου ὅτι «μετοχὴ δὲ Θεοῦ ἐστι τὸ γινώσκειν Θεὸν, καὶ ἀπολαύειν τῆς χρηστότητος αὐτοῦ» (ὅπ.π., 4, 20,5, PG 7, 1036Α).&lt;br /&gt;17 Βλ. Ε ἰ ρ η ν α ί ο υ Λ υ ῶ ν ο ς, Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, 4,37,2, PG 7, 1100Β: «εἰ φύσει οἱ μὲν φαῦλοι, οἱ δὲ ἀγαθοὶ γεγόνασιν, οὔθ' οὗτοι ἐπαινετοὶ, ὄντες ἀγαθοὶ, τοιοῦτοι γὰρ κατεσκευάσθησαν· οὔτ' ἐκεῖνοι μεμπτοὶ, οὕτω γεγονότες». Περί τῆς διδασκαλίας αὐτῆς τοῦ Εἰρηναίου Λυῶνος βλ., ἐπίσης, Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 501-102. Ἰ. Ρ ω μ α ν ί δ ο υ, Τό προπατορικόν ἁμάρτημα, 122-123. Σ. Π α π α δ ο π ο ύ- λ ο υ, Πατρολογία Α΄, 301. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 710-712.&lt;br /&gt;18 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Περὶ ἀρχῶν, 2,9,6-7, H.Crouzel-M.Simonetti, SC, τ.252, 364,190-366,204. 368,229-251 (=PG 11, 230BC. 231B-232A).&lt;br /&gt;19 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Τῶν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον ἐξηγητικῶν, τόμος 2, C.Blanc, SC, τ.120, 266-270 (=PG 14, 133D-137A).&lt;br /&gt;20 Περί τῆς ἑρμηνευτικῆς αὐτῆς ἀπόψεως βλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 862.&lt;br /&gt;21 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Περὶ ἀρχῶν, 1,8,1, P. Koetschau, GCS, τ.5, 96,1-15. Βλ., ἐπίσης, Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 862. Βλ. καί Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τ.3, 190, ὑποσ. 42.&lt;br /&gt;22 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Περὶ ἀρχῶν, 4,2,7, H.Crouzel-M.Simonetti, SC, τ.268, 328,223-224 (=PG 11, 372A): «ἀνθρώπους δὲ νῦν λέγω τὰς χρωμένας ψυχὰς σώμασιν».&lt;br /&gt;23 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Περὶ ἀρχῶν, 2,8,3, P. Koetschau, GCS, τ.5, 160,1-7: «τὰ λογικὰ τὰ τῆς θείας ἀγάπης ἀποψυγέντα καὶ ἐντεῦθεν ψυχὰς ὀνομασθέντα τιμωρίας χάριν σώμασι παχυτέροις τοῖς καθ' ἡμᾶς ἐνδυθῆναι καί ἀνθρώπους ὀνομασθῆναι· τὰ δὲ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς κακίας ἐληλακότα ψυχροῖς καὶ ζοφεροῖς ἐνδυθῆναι σώμασι καὶ δαίμονας ἤ “πνευματικὰ τῆς πονηρίας” εἶναί τε καὶ καλεῖσθαι. Οὐκοῦν ἐκ τῶν προγενεστέρων ἁμαρτημάτων λόγῳ κολάσεως ἤτοι τιμωρίας ἐδέξατο τὸ σῶμα ἡ ψυχὴ». Περί τῆς ἐκτιθέμενης αὐτῆς ἑρμηνευτικῆς ἀντιλήψεως βλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 863. Βλ., ὡσαύτως, Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί Συμβολική Θεολογία, τ.3, 190, ὑποσ. 42.&lt;br /&gt;24 Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.2, 862-863.&lt;br /&gt;25 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 54,5-6 (=PG 25, 5CD).&lt;br /&gt;26 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Ch.Kannengiesser, SC, τ.199, 302,3-4 (=PG 25, 113D).&lt;br /&gt;27 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 54,20 (= PG 25, 8A).&lt;br /&gt;28 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 70,13 (=PG 25, 16B).&lt;br /&gt;29 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 56,10-15. 58,6-7 (=PG 25, 8CD): «οἱ δὲ ἄνθρωποι, κατολιγωρήσαντες τῶν κρειττόνων, καὶ ὀκνήσαντες περὶ τὴν τούτων κατάληψιν, τὰ ἐγγυτέρω μᾶλλον ἑαυτῶν ἐζήτησαν· ἐγγύτερα δὲ τούτοις ἦν τὸ σῶμα καὶ αἱ τούτου αἰσθήσεις. Ὅθεν τῶν μὲν νοητῶν ἀπέστησαν ἑαυτῶν τὸν νοῦν, ἑαυτοὺς δὲ κατανοεῖν ἤρξαντο ... τηνικαῦτα καὶ εἰς ἐπιθυμίαν τοῦ σώματος ἔπεσαν».&lt;br /&gt;30 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 4, Ch.Kannengiesser, SC, τ.199, 276,20-23 (=PG 25, 104B): «ἡ γὰρ παράβασις τῆς ἐντολῆς εἰς τὸ κατὰ φύσιν αὐτοὺς ἐπέστρεφεν, ἵνα, ὥσπερ οὐκ ὄντες γεγόνασιν, οὕτω καὶ τὴν εἰς τὸ μὴ εἶναι φθορὰν ὑπομείνωσι τῷ χρόνῳ εἰκότως».&lt;br /&gt;31 Βλ. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Λόγος κατὰ Ἑλλήνων, P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 52,1-4 (=PG 25,5C): «ἐξ ἀρχῆς μὲν οὐκ ἦν κακία. ... ἄνθρωποι δὲ ταύτην ὕστερον ἐπινοεῖν ἤρξαντο καὶ καθ' ἑαυτῶν ἀνατυποῦσθαι». Ὅπ.π., P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 64,22-66,1 (=PG 25, 13Α): «ἐν γὰρ τοῖς οὖσι καὶ τὸ κακόν κατ' αὐτούς ἐστι. Τοῦτο δὲ ἄτοπον καὶ ἀδύνατον ἄν φανείη. οὐ γὰρ ἐκ τοῦ καλοῦ τὸ κακὸν, οὐδὲ ἐν αὐτῷ ἐστιν, οὐδὲ δι' αὐτοῦ». Ὅπ.π., P.-Th. Camelot, SC, τ.18bis, 60,14-18 (=PG 25, 9C). Περί τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Μ. Ἀθανασίου βλ., ἐνδεικτικῶς, Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 500-501. Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Β΄, 266-267. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.3, 489.&lt;br /&gt;32 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅροι κατὰ πλάτος κατ' ἐρώτησιν καὶ ἀπόκρισιν, Ἐρώτησις 1, PG 31, 912A: «Οὕτω μὲν οὖν φυσικῶς ἐπιθυμητικοί τῶν καλῶν οἱ ἄνθρωποι. Κυρίως δὲ καλὸν καὶ ἀγαπητὸν τὸ ἀγαθὸν. 'Ἀγαθὸς δὲ ὁ Θεὸς· ἀγαθοῦ δὲ πάντα ἐφίεται. Θεοῦ ἄρα πάντα ἐφίεται».&lt;br /&gt;33 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344CD.&lt;br /&gt;34 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 345Β: «καὶ Θεῷ τοίνυν οὐ τὸ ἠναγκασμένον φίλον, ἀλλὰ τὸ ἐξ ἀρετῆς κατορθούμενον. Ἀρετὴ δὲ ἐκ προαιρέσεως, καὶ οὐκ ἐξ ἀνάγκης γίνεται. Προαίρεσις δὲ τῶν ἐφ' ἡμῖν ἤρτηται. Τὸ δὲ ἐφ' ἡμῖν ἐστι τὸ αὐτεξούσιον».&lt;br /&gt;35 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 348D.&lt;br /&gt;36 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 348Β: «οὐ γὰρ ἤνεγκεν (=ὁ πονηρὸς διάβολος) ἡμῶν τὴν ἄλυπον ζωὴν τὴν ἐν τῷ παραδείσῳ· δόλοις δὲ καὶ μηχαναῖς ἐξαπατήσας τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, ἥν ἔσχε πρὸς τὸ ὁμοιωθῆναι τῷ Θεῷ, ταύτῃ πρὸς τὴν ἀπάτην ἀποχρησάμενος, ἔδειξε τὸ ξύλον, καὶ ἐπηγγείλατο διὰ τῆς βρώσεως αὐτοῦ ὅμοιον τῷ Θεῷ καταστήσειν».&lt;br /&gt;37 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 341C: «οὕτω καὶ τὸ κακὸν οὐκ ἐν ἰδίᾳ ὑπάρξει ἐστὶν, ἀλλὰ τοῖς τῆς ψυχῆς πηρώμασιν ἐπιγίνεται».&lt;br /&gt;38 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 348Α: «τοῦτό ἐστι τὸ κακὸν, ἡ τοῦ Θεοῦ ἀλλοτρίωσις». Ὅπ.π., PG 31, 345D.&lt;br /&gt;39 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 341ΒC.&lt;br /&gt;40 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344D-345A. Ὅπ.π., PG 31, 332D. 337D-340Α.&lt;br /&gt;41 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344ΒC. Περί τῆς διατυπωμένης αὐτῆς διδασκαλίας τοῦ Βασιλείου βλ., ἐνδεικτικῶς, Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 65-66. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 500. 505-506.&lt;br /&gt;42 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344C: «τοῦτο δὲ συμβαίνει αὐτῇ, ὅταν κόρον λαβοῦσα τῆς μακαρίας τέρψεως, καὶ οἷον νυσταγμῷ τινι βαρυνθεῖσα καὶ ἀπορρυεῖσα τῶν ἄνωθεν, τῇ σαρκὶ διὰ τὰς αἰσχρὰς τῶν ἡδονῶν ἀπολαύσεις ἀναμιχθῇ».&lt;br /&gt;43 Βλ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31, 344D.&lt;br /&gt;44 Βλ., ἐνδεικτικῶς, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 124,4-130,27 (=PG 36, 321C-324D). Πρβλ. καί C l. M o r e s c h i n i, «Grégoire de Nazianze Discours 38-41. Introduction» SC, τ.358, 45-46.&lt;br /&gt;45 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ρητὸν τοῦ Εὐαγγελίου «Ὅτε ἐτέλεσεν ὁ 'Iησοῦς τοὺς λόγους τούτους» καὶ τὰ ἑξῆς, Λόγος 37, Cl. Moreschini, SC, τ.318, 304,6-7 (=PG 36, 301A). Πρβλ. καί τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 126,2-128,8 (=PG 36, 324Β).&lt;br /&gt;46 Βλ., ἐνδεικτικῶς περί τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 128,8-10 (=PG 36, 324Β): «καὶ δίδωσι νόμον, ὕλην τῷ αὐτεξουσίῳ. Ὁ δὲ νόμος ἦν ἐντολὴ ὧν τε μεταληπτέον αὐτῷ φυτῶν καὶ οὗ μὴ προσαπτέον».&lt;br /&gt;47 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 128,10-11 (=PG 36, 324Β): «τὸ δὲ ἦν τὸ ξύλον τῆς γνώσεως, οὔτε φυτευθὲν ἀπ' ἀρχῆς κακῶς, οὔτε ἀπαγορευθὲν φθονερῶς».&lt;br /&gt;48 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 128,18-130,22 (=PG 36, 324C).&lt;br /&gt;49 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 128,13-18 (=PG 36, 324ΒC): «τὸ ξύλον τῆς γνώσεως ... καλὸν μὲν εὐκαίρως μεταλαμβανόμενον - θεωρία γὰρ ἦν τὸ φυτὸν, ὡς ἡ ἐμὴ θεωρία, ἧς μόνης ἐπιβαίνειν ἀσφαλὲς τοὺς τὴν ἕξιν τελεωτέρους -, οὐ καλὸν δὲ τοῖς ἁπλουστέροις ἔτι καὶ τὴν ἔφεσιν λιχνοτέροις, ὥσπερ οὐδὲ τροφὴ τελεία λυσιτελὴς τοῖς ἁπαλοῖς ἔτι καὶ δεομένοις γάλακτος». Βλ., ἐπίσης, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 45, PG 36, 632C-633A. Περί τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου βλ. καί Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 145. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 504-505. C l. M o- r e s c h i n i, «Grégoire de Nazianze Discours 38-41. Introduction» SC, τ.358, 46.&lt;br /&gt;50 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 130,25-26 (=PG 36, 324C).&lt;br /&gt;51 Βλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, Cl.Moreschini, SC, τ.358, 130,27-30 (=PG 36, 324D).&lt;br /&gt;52 Πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ἐπιπροσθέτως ὅτι σχετικῶς μέ τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ ἔχουν ἀσχοληθεῖ κατά γενικά σημεῖα αὐτῆς οἱ Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α ς, Ἡ σάρκωσις τοῦ Λόγου καί ἡ θέωσις τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν διδασκαλίαν Γρηγορίου τοῦ Νύσσης(Διδακτορική Διατριβή), Ἀθῆναι 1965, 76-96· Γρηγόριος Νύσσης. Βίος- Συγγράμματα – Διδασκαλία, Ἀθῆναι 1997. H. R o n d e t, Le péché originel dans la tradition patristique et théologique, Paris 1967, 110-115. E. T e s t a, Il peccato di Adamo nella Patristica, Gerusalemme 1970, 107-120. J. V i- v e s, «El pecado original en San Gregorio de Nisa», EE 45 (1970), 203-235. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ- ρ η ς, Συνέπειαι τῆς πτώσεως καί λουτρόν παλιγγενεσίας. (Ἐκ τῆς ἀνθρωπολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης), Ἀθῆναι 1973, 39-84· Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, Ἀθήνα 2004, 455-458.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-7040640651915714572?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/7040640651915714572'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/7040640651915714572'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/blog-post_20.html' title=''/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-5336119104640401526</id><published>2011-10-18T01:22:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:22:49.121-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Τό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ πρώτου αὐτοῦ Μέρους περιέχει τήν παρουσίαση σέ πέντε ἑνότητες τῶν κοσμολογικῶν καί ἀνθρωπολογικῶν ἀπόψεων τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης, καθώς καί τῶν ἀπόψεών του περί τῆς προπτωτικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες ἀπηχοῦν βεβαίως τήν ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ διατυπωμένη διδασκαλία καί τήν ἑρμηνευτική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καί στίς ὁποῖες ἐπισημαίνεται ἀφ’ ἑνός μέν ἡ ἐκ μή «προϋποκειμένης» ὕλης δημιουργία ὅλης τῆς κτιστῆς φύσεως καί πραγματικότητας, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ ἰδιάζουσας θεολογικῆς σημασίας διάκριση καί ὑφιστάμενη ὀντολογική διαφορά μεταξύ τῆς ἄκτιστης φύσεως τοῦ ὄντως καί ἀιδίως ὑπάρχοντος Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῆς κτιστῆς φύσεως, ἡ ὁποία προήχθη σέ ὕπαρξη ἐκ τοῦ μή ὄντος διά τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτήν δημιουργικοῦ θελήματος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῆς ὁποίας βεβαίως κορωνίδα ἀποτελεῖ ἡ ἀνθρώπινη φύση. Τό κεφάλαιο αὐτό διαλαμβάνει ἐπίσης καί τήν ἀναπτυχθεῖσα ἑρμηνευτική ἐκείνη θεωρία γιά τήν ὑποστηριζόμενη ἀπό τόν Γρηγόριο «διπλὴ» δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία πρέπει νά ἐκληφθεῖ ὡς ἕνας «διὰ στοχασμῶν καὶ εἰκόνων» καί ἐν εἴδει «γυμνασίας» προσωπικός θεολογικός στοχασμός τοῦ ἱεροῦ πατρός, καί ἡ ὁποία ἐνδείκνυται νά θεωρηθεῖ ὅτι ἀφορᾶ ἑρμηνευτικῶς στήν ἐπελθοῦσα μετά τήν πτώση ἀναπροσαρμογή τῆς λειτουργίας τῶν φυσιοκρατικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀνθρώπου πρός ἀπόκτηση τῆς ἀναπαραγωγικῆς ἱκανότητας. Πρόκειται δηλαδή γιά μία προσωπική στοχαστική ἑρμηνευτική πραγμάτευση τοῦ θέματος τῆς κατά τόν «ἄλογον» τρόπο πληθύνσεως τοῦ ἀνθρώπινου γένους, πού θεωρεῖται καί ἑρμηνεύεται ἀπό τόν ἱερό πατέρα ὡς μή προσήκουσα οὔτε προσιδιάζουσα στά χαρακτηριστικά τῆς «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθείσης φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.&lt;br /&gt;Στό κεφάλαιο αὐτό γίνεται ἐπίσης λόγος γιά τήν ἐνεργοῦσα τήν δημιουργία τῆς κτιστῆς φύσεως ἀίδια βούληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιά τήν συμφυῆ μέ τήν κατασκευή ὅλης τῆς κτιστῆς φύσεως ἔννοια τοῦ χρόνου, καί γιά τήν πρό τῆς πτώσεως κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ἐκτίθεται ἐν συνεχείᾳ ὁ τρόπος διαβιώσεως τῶν προπατόρων στόν χῶρο τοῦ παραδείσου, ὅπου κατά τόν ἐπίσκοπο Νύσσης οἱ ὑφιστάμενες συνθῆκες κατεδείκνυαν τήν ὁμοφυΐα τῶν ἀνθρώπων μέ τήν φύση τῶν ἀγγέλων καί προσδιορίζονταν ἀπό τά ἰδιάζοντα χαρακτηριστικά τῆς διαβιώσεως αὐτῶν σέ κατάσταση ἀπαλλαγῆς τους ἀπό τά πάθη καί σχέσεως ἄμεσης κοινωνίας τους μέ τόν Θεό, κατά τρόπον πού ἅρμοζε στήν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κυριαρχοῦντος ἐπί τῆς κτίσεως.&lt;br /&gt;Τό δεύτερο κεφάλαιο πού ἀκολουθεῖ περιλαμβάνει τήν ἀναλυτική καταγραφή καί παρουσίαση τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τῶν ἰδιαίτερων διακριτικῶν στοιχείων καί ἰδιωμάτων τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, καθώς καί τῆς λειτουργίας αὐτῶν προπτωτικῶς, διά τῶν ὁποίων καθίσταται πρόδηλο τό γεγονός τῆς ξεχωριστῆς καί μοναδικῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νά δημιουργήσει τόν ἄνθρωπο «κατ' εἰκόνα αὐτοῦ». Τό περιεχόμενο τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ διαρθρώνεται σέ τέσσερις ἑνότητες. Στήν πρώτη ἑνότητα προσδιορίζεται ἑρμηνευτικῶς ἡ λειτουργία τῆς «τροπῆς» καί «ἀλλοιώσεως», ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν ἐκ τοῦ μή ὄντος διά κτίσεως πλάση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Ἀναφέρονται, ἀκολούθως, στήν δεύτερη ἑνότητα τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού ἀφοροῦν στόν ἐννοιολογικό προσδιορισμό τῆς ψυχῆς ὡς οὐσίας νοερᾶς καί λογικῆς καί τῶν ἐκδηλώσεων αὐτῆς πού ἐμφαίνουν τό τριμερές αὐτῆς, τά ὁποῖα ἀναδεικνύουν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί τά διακρίνοντα αὐτήν στοιχεῖα ὡς ἐξαιρετικό ἀποτέλεσμα τοῦ ἐνεργοῦντος δημιουργικοῦ θελήματος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τοῦ ἐκφραζόμενου διά τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας αὐτοῦ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν» αὐτοῦ, τοῦ θεωρούμενου ἔτσι ὡς«ὁμοιώματος» καί «ἀπεικονίσματος» τῆς «ἀιδίου ζωῆς»1. Στήν τρίτη ἑνότητα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ γίνεται ἀναφορά στίς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορίου περί τοῦ «ἡγεμονικοῦ» μέρους τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς λειτουργίας καί τῶν ἐκδηλώσεων αὐτοῦ.&lt;br /&gt;Ἀπό τά ἀναφερόμενα στίς ἑνότητες αὐτές ἀναδεικνύεται τό γεγονός τῆς κατοχῆς ἀπό τόν Γρηγόριο βαθύτατης γνώσεως τῆς θύραθεν φιλοσοφικῆς σκέψεως καί διδασκαλίας, χωρίς ἐν τούτοις νά ἀναφαίνεται ἤ νά πιστοποιεῖται ὁποιαδήποτε ἐννοιολογική ἐξάρτηση τῆς χρησιμοποιούμενης ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὁρολογίας καί τοῦ ἐννοιολογικοῦ περιεχομένου αὐτῆς ἀπό τίς διατυπωμένες παρεμφερεῖς φιλοσοφικές ἀπόψεις καί ἀντιλήψεις. Ἡ παρατηρούμενη ὁμοιότητα ἐντοπίζεται ἀποκλειστικῶς στό πεδίο τῆς λεκτικῆς μορφολογικῆς ἀποτυπώσεως καί ὄχι στό ἐννοιολογικό περιεχόμενο τῆς χρησιμοποιούμενης ὁρολογίας. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι κατά τόν Γρηγόριο προϋπόθεση ὀρθῆς ἑρμηνευτικῆς θεωρήσεως καί ἀποτυπώσεως τῶν ἁγιογραφικῶς μαρτυρουμένων ἀληθειῶν τῆς πίστεως συνιστᾶ ἡ ἀψευδής διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί ἡ ἑδραζόμενη σέ αὐτήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, πράγμα τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν συνεχῆ ἐπίκληση ἀπό τόν ἱερό πατέρα ἁγιογραφικῶν μαρτυριῶν.&lt;br /&gt;Στήν τέταρτη ἑνότητα τοῦ δεύτερου κεφαλαίου ἀναπτύσσονται οἱ ἀπόψεις τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης περί τῶν κοσμούντων τήν ἀνθρώπινη φύση αἰσθήσεων, μέσῳ τῶν ὁποίων ὁ πρό τῆς πτώσεως ἄνθρωπος καθίστατο μέτοχος τῆς ἀπολαύσεως τῆς χάριτος καί τῶν δωρεῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Τά στοιχεῖα περί τῆς συστάσεως καί λειτουργίας τῶν αἰσθήσεων κατά τήν πρώτη ζωή τοῦ ἀνθρώπου προκύπτουν διά τῆς συνδρομῆς τῶν σημείων ἐκείνων τῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ πατρός τῶν σχετικῶν μέ τήν μετά τόν θάνατο καί τήν κοινή ἀνάσταση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀναδεικνύουν τό ἀνθρώπινο γένος νά κοινωνεῖ τόσο τοῦ πνευματικοῦ ὅσο καί τοῦ ὑλικοῦ στοιχείου. Ἀποδεικνύουν, ἐξ ἄλλου, ὅτι ἡ σχετική διερμηνευτική ἄποψη τοῦ ἱεροῦ πατρός περί τῶν σωμάτων, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἐπικρατοῦσα περί αὐτοῦ στήν φιλοσοφική διανόηση ἀντίληψη, κάθε ἄλλο παρά ἀπαξιωτική εἶναι γι' αὐτά, καθόσον τό σῶμα, ἀφοῦ φέρεται ἀπό τόν διαβιοῦντα στόν παράδεισο ἄνθρωπο κατά τήν πρώτη του ζωή, θεωρεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς πλασθέν, προκειμένου νά μετέχει τῶν ἀγαθῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;Στό τρίτο κεφάλαιο τοῦ πρώτου Μέρους ἐπιχειρεῖται ἡ διερεύνηση καί καταγραφή τῶν στοιχείων ἐκείνων τῆς θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου πού ἀφοροῦν στήν πράξη τῆς παρακοῆς τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῶν προπατόρων, ἡ ὁποία κατέστη τό αἴτιο πού ἐπέφερε τίς ὀλέθριες ἐπιπτώσεις τῆς ἀμαυρώσεως τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς θείας εἰκόνας καί τῆς ἐκδιώξεως τῶν προπατόρων ἀπό τήν πατρική ἑστία καί τῆς ἀπώλειας τῆς πρώτης μακαριότητάς τους. Ἡ θεματική ὕλη τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ διαρθρώνεται σέ δύο ἑνότητες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη διαλαμβάνει τήν παρουσίαση τῶν συστατικῶν στοιχείων τῆς ὑπό τοῦ Θεοῦ δοθείσης ἐντολῆς, προκειμένου νά παραμείνει ὁ ἄνθρωπος διά τῆς σχέσεως καί τῆς κοινωνίας του μέ τόν Τριαδικό Θεό, καί διά τῆς μετοχῆς του στίς ἄκτιστες ἐνέργειες αὐτοῦ, κάτοχος τῆς θείας δωρεᾶς τῆς ἀληθοῦς καί ὄντως ζωῆς καί τῆς μακαριότητάς του. Περιέχει, ἐξ ἄλλου, ἡ ἑνότητα αὐτή τήν ἀνάδειξη τῶν ἰδιαιτέρως σημαντικῶν ἀπόψεων τοῦ Γρηγορίου γιά τά αἴτια καί τήν φύση τοῦ πειρασμοῦ τῶν προπατόρων πού ὁδήγησε αὐτούς στήν παρακοή τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στήν ἔννοια τῆς διά τοῦ συντελεσθέντος πειρασμοῦ ἐξαπατήσεως τῶν προπατόρων ἀπό τόν διάβολο, στόν ἑρμηνευτικό προσδιορισμό τοῦ «ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν», καί στήν ἑρμηνευτική θεώρηση τοῦ φθονεροῦ πρός τόν ἄνθρωπο ἔργου τοῦ «ἀρχεκάκου» δαίμονος, πού ὑπό τήν μορφή τοῦ ὄφεως παρεπλάνησε καί παρέσυρε τούς προπάτορες στήν παράβαση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;Στήν δεύτερη ἑνότητα τοῦ τρίτου αὐτοῦ κεφαλαίου προβάλλονται οἱ διατυπωμένες ἑρμηνευτικές ἀπόψεις τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης γιά τήν φύση τοῦ ἁμαρτήματος τῆς παρακοῆς τῶν προπατόρων. Τονίζεται ὅτι ἡ παρακοή τῆς δοθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς, ὡς σαφής ἐκτροπή τῆς κατά φύσιν πορείας τοῦ ἀνθρώπου πρός μέθεξη τῆς ἄκτιστης χάριτος καί τῶν δωρεῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, συνιστᾶ μία ἀπατηλή προσπάθεια αὐτονομήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί ἀποστασίας ἀπό τόν Θεό καί ἀπομακρύνσεώς του ἀπό τήν σχέση κοινωνίας μέ αὐτόν, καθώς καί ἀποποίηση ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου τῆς κατά χάριν συγγένειάς του μέ τόν Θεό. Ἔτσι, ὡς ρήξη τῆς δοξολογικῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό τό ἁμάρτημα τῆς παρακοῆς, καί ὡς ἀποτυχημένη προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου γιά ἐπίτευξη ἰσοθεΐας, κατέστη ἡ αἰτία τῆς ἀχρειώσεως τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.&lt;br /&gt;Στό ἀποτελούμενο ἀπό δύο κεφάλαια δεύτερο Μέρος τῆς παρούσης ἐργασίας ἐπιχειρεῖται ἡ διερεύνηση καί συστηματική ἔκθεση καί προβολή τῶν θεολογικῶς τεκμηριωμένων καί ἄκρως ἐνδιαφερουσῶν ἀντιλήψεων τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης γιά τίς ὀδυνηρές καί ὀλέθριες γιά τόν ἄνθρωπο συνέπειες τῆς ἐκ μέρους τῶν προπατόρων διαπράξεως τοῦ ἁμαρτήματος τῆς παρακοῆς, οἱ ὁποῖες ἀναδεικνύονται καί ἀποτιμῶνται θεολογικῶς ἀπό αὐτόν σέ ὅλο τό συγγραφικό του ἔργο. Οἱ συνέπειες αὐτές, πού ἐπῆλθαν στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν διά τῆς παρακοῆς ἀπομάκρυνσή του ἀπό τήν κοινωνία του μέ τόν Τριαδικό Θεό, καταδεικνύουν κατά τήν διατυπωμένη διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου τήν ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νά διαφυλάξει τά ἐξαιρετικά προνόμια, μέ τά ὁποῖα προικίσθηκε κατά τήν δημιουργία του ἀπό τόν Τριαδικό Θεό, προκειμένου νά ἀπολαμβάνει ἐν μακαριότητι τήν ζείδωρη κοινωνία του μέ τόν Τριαδικό Θεό καί νά μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν αὐτοῦ.&lt;br /&gt;Τό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου Μέρους ἀπαρτίζεται ἀπό ἕξι ἑνότητες, στίς ὁποῖες πραγματοποιεῖται ἡ κατά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου καταγραφή καί ἑρμηνευτική ἀνάπτυξη τῶν στοιχείων ἐκείνων πού συνιστοῦν τήν ἀχρειωμένη καί ζοφερή κατάσταση, μέ τήν ὁποία τό ἀνθρώπινο γένος ἔρχεται συνεχῶς ἀντιμέτωπο μετά τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Τριαδικό Θεό καί τήν ἀποπομπή του ἀπό τόν παραδείσιο φυσικό του χῶρο. Ὅλα τά δεινά πού βιώνει ἔκτοτε ἡ ἀνθρωπότητα, μέ ἀποκορύφωση τήν ἐμφανισθεῖσα μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου κατά τρόπον διττό κατάσταση τοῦ θανάτου, ἑρμηνεύονται ἀπό τόν Γρηγόριο καί προβάλλονται ὡς συνέπειες πού προέκυψαν ἀπό τήν διάπραξη τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί προσδιορίζουν τήν μεταπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως αὐτή περιγράφεται ἀπό τόν ἴδιο στίς ἀποτυπούμενες στό συγγραφικό του ἔργο ἀπόψεις του. Στήν πρώτη ἑνότητα ἐκτίθενται οἱ ἑρμηνευτικές ἀπόψεις τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης γιά τήν ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς παρακοῆς ἀπώλεια τῆς μακαριότητας τοῦ ἀνθρώπου καί γιά τήν ἀμαύρωση τοῦ «κατ' εἰκόνα» αὐτοῦ καί γιά τίς ἀναδειχθεῖσες ἀπό τό γεγονός αὐτό ἐπιπτώσεις γιά τόν ἄνθρωπο. Ἡ δεύτερη ἑνότητα διαλαμβάνει τήν παρουσίαση τῶν ἐκτεθειμένων ἑρμηνευτικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Γρηγορίου γιά τήν ἁγιογραφικῶς μαρτυρούμενη περιένδυση τῶν προπατόρων μέ τούς δερμάτινους χιτῶνες μετά τήν διάπραξη τῆς παρακοῆς τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ. Στήν τρίτη ἑνότητα γίνεται λόγος γιά τήν ἐξ αἰτίας τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐπελθοῦσα κατά τήν ὑφιστάμενη διάκριση τῶν φύλων ἀναπροσαρμογή τῆς λειτουργίας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ στήν ἀκολουθοῦσα (τέταρτη) ἑνότητα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ παρατίθενται οἱ ἑρμηνευτικές ἀπόψεις τοῦ ἱεροῦ πατρός περί τῆς εἰσόδου τοῦ θανάτου στήν ἀνθρώπινη φύση, ὡς συνέπειας τῆς «ἀρχαίας» παραβάσεως, μέ εἰδικότερη ἀναφορά στίς ἀντιλήψεις τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης γιά τήν ἔννοια τοῦ θανάτου καί γιά τήν ὀντολογική θεώρηση αὐτοῦ.&lt;br /&gt;Ἡ πέμπτη ἑνότητα περιλαμβάνει τήν παρουσίαση τῶν θεολογικῶν ἀντιλήψεων τοῦ Γρηγορίου περί τοῦ εἰσελθόντος διά τῆς παρακοῆς στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου κακοῦ, τό ὁποῖο νοεῖται ὀντολογικῶς ὡς ἀπουσία καί στέρηση τοῦ ἀγαθοῦ, καί ἡ τελευταία (ἕκτη) ἑνότητα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ πραγματεύεται τήν ἔκθεση τῶν ἑρμηνευτικῶν ἀπόψεων τοῦ Γρηγορίου περί τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν πού εἰσῆλθαν στήν φύση τοῦ ἀνθρώπου ὡς συνέπεια τῆς διά τῆς παρακοῆς πτώσεώς του. Ἀπό τήν παρουσίαση τῶν σχετικῶν μέ τό θέμα αὐτό ἀπόψεων τοῦ Γρηγορίου καθίσταται πρόδηλο καί ἀπολύτως σαφές ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπώλεσε διά τῆς παρακοῆς, ὄχι ὅμως διά παντός, τόν μοναδικό πλοῦτο τῆς θείας χάριτος καί τῶν θείων δωρεῶν, καί κατέστη, ὡς χρήζουσα θεραπευτικῆς ἐπεμβάσεως, ἀσθενής καί ἐνδεής τοῦ πλούτου τῶν θείων χαρακτηριστικῶν, μέ τά ὁποῖα προικίσθηκε κατά τήν δημιουργία της.&lt;br /&gt;Στό δεύτερο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου αὐτοῦ Μέρους ἐπιτελεῖται ἡ ἀναλυτική παράθεση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης περί τῶν δυνάμεων καί στοιχείων ἐκείνων τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τά ὁποῖα, μετά τό γεγονός τῆς διά τῆς παρακοῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς ἀποπομπῆς του ἀπό τόν παραδείσιο οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὑπέστησαν κατά τήν ἑρμηνευτική ἐπισκόπηση τοῦ Γρηγορίου ἀλλοίωση τοῦ χαρακτήρα καί τῆς λειτουργίας τους καί προσαρμόσθηκε πλέον ἡ δραστηριότητά τους ἀναλόγως μέ τήν ὁρμή τῆς ἐκδηλούμενης προαιρέσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ὑπό τοῦ ἱεροῦ πατρός ἐπιτελεσθείς λεπτομερής ἑρμηνευτικός προσδιορισμός τῆς μεταπτωτικῆς λειτουργίας τῶν ἰδιαιτέρων καί διακριτικῶν γνωρισμάτων καί χαρακτηριστικῶν τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς του κατά τήν ροπή τῆς προαιρέσεώς του ὑποδεικνύει εὐκρινῶς ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ἀποδέχεται ὄχι τήν ὁριστική ἀπώλεια τῶν στοιχείων τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, μετά τήν διάπραξη ἀπό τούς προπάτορες τῆς ὀλέθριας παρακοῆς τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τήν ἀμαύρωσή τους. Ἡ κατά τήν μεταπτωτική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου παρατηρούμενη ἀλλοίωση τῶν προσδιοριστικῶν γνωρισμάτων τῆς φύσεώς του καί τῶν δυνάμεων καί «κινημάτων» τῆς ψυχῆς του εἶναι δυνατόν κατά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου νά ἀρθεῖ καί νά ἐπανέλθει ἡ λειτουργία τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου στήν πρό τῆς πτώσεως κατάστασή της μέ τήν ἀποδοχή καί προσοικείωση ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, διά τῆς ὀρθῆς ἀσκήσεως καί χρήσεως τοῦ «αὐτεξουσίου» του, τοῦ διά τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» σωτηριώδους ἔργου τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τήν ἐπάνοδό του στήν σχέση κοινωνίας του μέ τόν Θεό. Εἶναι προφανές ὅτι μέ τήν διατυπούμενη αὐτή διδασκαλία ἀναδεικνύεται καί ἐξαίρεται ἡ ἰδιαίτερη θέση τήν ὁποία κατέχει ὁ ἄνθρωπος στήν κτιστή πραγματικότητα, ἐφόσον, παρά τήν ὀδυνηρή καί δεινή θέση στήν ὁποία βρέθηκε μετά τήν ἀποπομπή του ἀπό τόν παράδεισο, διετήρησε τό ἐξαιρετικό διακριτικό γνώρισμα τοῦ «αὐτεξουσίου».&lt;br /&gt;Τό δεύτερο αὐτό κεφάλαιο διαλαμβάνει τήν καταγραφή καί προβολή τῆς διά μακρῶν ἐκτεθείσης στά συγγράμματα αὐτοῦ θεολογικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου περί τῆς ἐκ τῆς παρακοῆς προκληθείσης ἀλλοιώσεως τῆς λειτουργίας μεταπτωτικῶς τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καί εἰδικότερα τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς του. Πραγματεύεται, ἐπίσης, τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ πατρός γιά τό μοναδικό στήν κτίση γεγονός τῆς δυνατότητας πού κατέχει ὁ ἄνθρωπος νά διαμορφώνει τήν διανοητική του δύναμη κατά τό ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας του, μέσῳ τῆς ἐξαιρετικῆς ἱκανότητας τοῦ νοῦ του νά προβάλλει αὐτό πρός τό ὁποῖο ἔχει στραφεῖ καί νά σχηματίζει κατ’ ἀναλογίαν τά χαρακτηριστικά του, διά τῆς λειτουργίας του ὡς κατόπτρου.&lt;br /&gt;Εἰδικότερα, στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ παρέχονται γενικά στοιχεῖα γιά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου πού ἀφορᾶ στήν περιγραφή τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ἀναδειχθείσης ἀπό τήν παρακοή ἀσθένειας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Στήν ἑπόμενη (δεύτερη) ἑνότητα γίνεται λόγος γιά τήν ἀφορῶσα στήν ἄσκηση τῆς προαιρέσεως ἀλλοίωση τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ τρίτη ἑνότητα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ διαλαμβάνει τήν παρουσίαση τῶν ἑρμηνευτικῶν ἀπόψεων τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης γιά τήν μεταπτωτική λειτουργία καί ἐκδήλωση τῶν δυνάμεων καί τῶν «διαθέσεων» τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ἀκολουθοῦσα (τέταρτη) ἑνότητα περιλαμβάνει τήν ἔκθεση τῶν ἑρμηνευτικῶν ἀντιλήψεων τοῦ ἱεροῦ πατρός περί τῆς μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου λειτουργίας τοῦ «αὐτεξουσίου» αὐτοῦ. Στήν πέμπτη ἑνότητα ἐκτίθεται ἡ ἐνδιαφέρουσα διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου περί τῆς μεταπτωτικῆς λειτουργίας τῆς νοήσεως καί τῆς διανοητικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ στήν ἕκτη ἑνότητα γίνεται λόγος γιά τήν λειτουργία τῆς μνήμης τοῦ ἀνθρώπου μετά τήν πτώση του. Στίς δύο τελευταῖες ἑνότητες παρατίθενται οἱ ἀπόψεις τοῦ Γρηγορίου περί τῆς μεταπτωτικῆς λειτουργίας τῶν συναισθημάτων τοῦ ἀνθρώπου καί περί τῆς ὑπ' αὐτοῦ γνώσεως τοῦ ἑαυτοῦ του.&lt;br /&gt;Τό Ἐπίμετρο, τό ὁποῖο ἀκολουθεῖ καί μέ τό ὁποῖο κατακλείεται ἡ παροῦσα ἐργασία, διαλαμβάνει σέ δύο ἑνότητες τήν παρουσίαση τῶν θεολογικῶν ἐκείνων ἀπόψεων τοῦ Γρηγορίου πού ἀποσκοποῦν στόν τονισμό τῆς τραγικότητας τῆς θέσεως στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος μετά τήν διά τῆς παρακοῆς πτώση του καί στήν κατανόηση τῶν ὀδυνηρῶν γιά τόν ἄνθρωπο συνεπειῶν αὐτῆς τῆς πτώσεως, καθώς καί στήν συναφῆ ἀνάδειξη τῆς σωτηριώδους ἐκείνης προϋποθέσεως γιά τήν ἄρση τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τῆς παρακοῆς τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή στόν τονισμό τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὡς τοῦ μοναδικοῦ τρόπου ἰάσεως καί ἀποκαταστάσεως τῆς ἀχρειωθείσης διά τῆς παρακοῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου καί πραγματώσεως τῆς σωτηρίας του.&lt;br /&gt;Καθίσταται προφανές καί εὔλογο ὅτι παρατηρεῖται στήν διατυπωμένη σχετική διδασκαλία τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης μία ἐκ σωτηριολογικῆς ἐπόψεως σύνδεση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου μέ τήν προκύψασα ἀπό τήν «ἀρχαίαν» παράβαση πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Τονίζεται, ἔτσι, στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ Ἐπιμέτρου ὅτι, χωρίς βεβαίως νά ὑπεισέρχεται ὁ Γρηγόριος σέ νοησιαρχική ἀναζήτηση καί ἀνάδειξη κινήτρων τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, προβαίνει σέ μία σωτηριολογικῶς κατανοούμενη σύνδεση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου μέ τήν ἐκ τῆς παρακοῆς ἀνακύψασα πτώση τοῦ ἀνθρώπου. καί τοῦτο, διότι τό ἔργο τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ κατά τόν Γρηγόριο τήν ἐπιτέλεση τῆς σωτηρίας τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, καί συνιστᾶ κατ' αὐτόν τό μοναδικό ἐκεῖνο γεγονός, διά τοῦ ὁποίου δόθηκε στόν μεταπτωτικό ἄνθρωπο ἡ δυνατότητα ἐπαναποκτήσεως τῆς σχέσεώς του καί τῆς κοινωνίας του μέ τόν Τριαδικό Θεό. Μέ τήν ἐκτιθέμενη σχετική διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου στήν ἑνότητα αὐτή καθίσταται ἀπολύτως σαφής ἡ διά μακρῶν ἀναπτυσσόμενη καί διατυπούμενη θεολογική ἄποψη τοῦ ἱεροῦ πατρός ὅτι ἡ ἐν χρόνῳ γενόμενη διὰ σαρκὸς «ἐπιδημία» τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου συνιστᾶ τήν ἀσφαλῆ προϋπόθεση πραγματώσεως τοῦ ἔργου τῆς «υἱοθεσίας»2 τοῦ πεπτωκότος διά τῆς παρακοῆς ἀνθρώπου ἀπό τόν Τριαδικό Θεό.&lt;br /&gt;Κατά τήν πραγμάτευση στήν πρώτη αὐτή ἑνότητα τῶν σχετικῶν ἀπόψεων τοῦ Γρηγορίου Νύσσης καί κατά τήν ἀναφορά στήν προβολή ἀπό τόν ἱερό πατέρα τῆς αἰτίας ἀλλά καί τοῦ σκοποῦ τῆς διά σαρκός «ἐπιδημίας» τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου, πού εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ διά τῆς παρακοῆς πεσόντος ἀνθρώπου, τονίζεται ὅτι ἡ σωτηριολογικῶς κατανοούμενη αὐτή ἀναγκαιότητα τῆς διά σαρκός «ἐπιδημίας» τοῦ Λόγου ἀναδεικνύεται κατά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου ἀπό τό εἶδος τῆς ἀσθένειας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου πού ἐπῆλθε σέ αὐτόν ἀπό τήν ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τήν ἔκπτωσή του ἀπό τήν οὐράνια κληρονομία καί τήν μακαριότητά του. Ὁ τρόπος αὐτός τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἔργου τῆς θείας «οἰκονομίας» πρός τόν ἄνθρωπο, λόγῳ τῆς καταδυναστεύσεως τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη καί τόν θάνατο καί τῆς ἀχρειώσεώς της, ἐκλαμβάνεται ὡς ὁ πλέον πρόσφορος γιά τόν ἀφανισμό τοῦ θανάτου καί γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Παρόλον ὅτι, δηλαδή, θά μποροῦσε νά εἶχε πραγματωθεῖ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί μέ ἄλλο τρόπο ἤ ὁδό, παρά ταῦτα τό ἔργο τῆς θείας «οἰκονομίας» γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔπρεπε κατά τόν Γρηγόριο νά γίνει κατά τρόπο πού νά φανερώνεται ἡ φιλανθρωπία καί ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καί νά μήν ἐκλαμβάνεται ὡς ἀντίθετο πρός τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.&lt;br /&gt;Καταγράφεται, ἐξ ἄλλου, στήν ἑνότητα αὐτή ἡ ἑρμηνευτική ἀντίληψη τοῦ Γρηγορίου ὅτι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πού ἐκδηλώθηκαν στό ἔργο τῆς θείας πρός τόν ἄνθρωπο «οἰκονομίας» καταδεικνύουν τήν διά τοῦ ἁγιογραφικῶς μαρτυρούμενου «λύτρου» προσφορά ἀνταλλάγματος πρός τόν ἐχθρό τοῦ ἀνθρώπινου γένους διάβολο γιά τήν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κυριαρχία καί τήν καταδυνάστευση αὐτοῦ. Σημειώνεται, ἐπίσης, ὅτι γιά τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν φθοροποιό ἁμαρτία καί γιά τήν σωτηρία του ἦταν ἀναγκαῖο νά διέλθει ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος κατά τό ἀνθρώπινον αὐτοῦ δι' ὅλων τῶν σημείων καί καταστάσεων τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἔτσι, μέ τήν ἐκδήλωση τῆς οἰκτίρμονος αὐτῆς διαθέσεως καί τοῦ φιλάνθρωπου αὐτοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ πρός τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο, διά τῶν ὁποίων ὁ Θεός ἐπετέλεσε τήν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας, πραγματοποιήθηκε ἐν χρόνῳ στό πρόσωπο τοῦ προαιωνίως συνυπάρχοντος μέ τόν Πατέρα Λόγου ἡ ἕνωση τῆς θείας φύσεως μέ τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ἀποτελούμενη ἀπό τήν λογική ψυχή, μαζί μέ τίς προσδιοριστικές ἰδιότητες καί λειτουργίες της, καί ἀπό τό σῶμα3.&lt;br /&gt;Ἡ πρώτη αὐτή ἑνότητα διαλαμβάνει ὡσαύτως τήν παρουσίαση τῶν βασικῶν καί οὐσιωδῶν σημείων τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου περί τοῦ ἀρρήτου καί ἀφράστου μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, κατά τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία αὐτή τοῦ Γρηγορίου, κατανοεῖται καί πρεσβεύεται ὁ σαρκωθείς Λόγος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὡς μεσίτης τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων πρός ἀνακαίνιση τῆς κατερειπωμένης ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη ἀνθρώπινης φύσεως καί πρός ἀποκατάσταση τῆς δοξολογικῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό πού διακόπηκε διά τῆς «ἀρχαίας» παραβάσεως. Τονίζει δέ ὅτι διά τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀπό τόν Θεό Λόγο πραγματοποιήθηκε ἡ θέωση τῆς «ἀπαρχῆς τοῦ φυράματος», προκειμένου νά συντελεσθεῖ ὁ «συναγιασμὸς» καί ἡ «συναποθέωσις» «ὅλου τοῦ φυράματος», δηλαδή τῆς φύσεως τῶν ἀνθρώπων. Σημειώνεται ἐπιπροσθέτως ὅτι μέ τό ἔργο τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου, πού συντελέσθηκε κατά τόν προσήκοντα γιά τήν εὐεργεσία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου χρόνο, πραγματοποιήθηκε ἡ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἀπό τήν κυριαρχία καί τήν καταδυνάστευση τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, πού εἰσῆλθαν σέ αὐτό διά τῆς διαπράξεως τῆς παρακοῆς τῆς δοθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐντολῆς ἐκ μέρους τῶν προπατόρων.&lt;br /&gt;Ἡ δεύτερη ἑνότητα τοῦ Ἐπιμέτρου διαλαμβάνει τήν παρουσίαση τῶν βασικῶν καί κυριοτέρων σημείων τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τοῦ προσώπου τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, ἡ ὁποία ἀναδεικνύεται κατά τήν ἑρμηνευτική προσέγγιση ἀπό τόν ἱερό πατέρα τοῦ μυστηρίου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου, πού συνιστᾶ τήν «κατάβασιν» αὐτοῦ πρός τήν ταπεινότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, καί διά τῆς ὁποίας ἐπιτεύχθηκε ἡ σωτηρία τῆς ἀχρειωθείσης μέ τήν «ἀρχαίαν» παράβαση φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προβαλλόμενη αὐτή σωτηριολογική συνάρτηση θεωρεῖται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης εὐνόητη, διότι ἡ ἐπιζητούμενη ὀρθή κατανόηση τῆς ἔννοιας τῆς σωτηρίας τοῦ διά τῆς παρακοῆς πεσόντος ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ἐπιτελέσθηκε μέ τήν διὰ σαρκὸς «ἐπιδημίαν» τοῦ Λόγου, προϋποθέτει ἀναμφιβόλως τήν ὀρθή ἀντίληψη τῆς ἔννοιας τοῦ προσώπου τοῦ λυτρωτῆ καί σωτήρα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος δηλαδή Θεοῦ Λόγου.&lt;br /&gt;Τονίζεται, ἔτσι, στήν ἑνότητα αὐτή ὅτι ἐνδεικτική αὐτῆς τῆς σωτηριολογικῆς συναρτήσεως τῆς διδασκαλίας περί τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ σαρκωθέντος Λόγου, μέ τήν διδασκαλία περί τῆς ἀποκαταστάσεως καί ἐπανόδου τοῦ ἀνθρώπου στήν προπτωτική του κατάσταση, εἶναι ἡ διατυπωμένη διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου ἀφ' ἑνός μέν περί τοῦ τρόπου τῆς ἑνώσεως στό πρόσωπο τοῦ Λόγου τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί περί τῶν εὐεργετικῶν γιά τήν ἀνθρωπότητα συνεπειῶν πού ἀπορρέουν ἀπό τήν ἕνωση αὐτή, δηλαδή ἀπό τήν σάρκωση τοῦ Λόγου, ἀφ' ἑτέρου δέ περί τῶν θεολογικῶν συνεπειῶν γιά τόν ἄνθρωπο πού προκύπτουν ἀπό τήν ἐσφαλμένη κατανόηση καί ἑρμηνεία καί διατύπωση τοῦ μυστηρίου τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Εἰδικότερα, παρατίθεται ἡ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου περί τῆς ἐν χρόνῳ προσλήψεως καί «ἐνδύσεως» τῆς ἀνθρώπινης φύσεως4 ἀπό τόν ἀιδίως συνυπάρχοντα μέ τόν Πατέρα Λόγο, ἡ ὁποία προβάλλεται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὡς κεφαλαιώδους καί καθοριστικῆς σημασίας προϋπόθεση γιά τήν ἀπλανῆ καί ἀσφαλῆ κατανόηση τοῦ σωτηριώδους γιά τόν ἄνθρωπο ἔργου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου5. Στό πλαίσιο τῆς παραθέσεως αὐτῆς τῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ πατρός καταγράφεται ἡ διατυπωμένη δογματική ἄποψή του περί προσλήψεως ἀπό τόν Θεό Λόγο κατά τήν ἐνανθρώπησή του ὁλόκληρης καί ἀκέραιης τῆς συνιστάμενης ἐκ λογικῆς ψυχῆς καί σώματος ἀνθρώπινης φύσεως πλήν ἁμαρτίας, καθόσον ἐνδεχόμενη ἀμφισβήτηση τῆς ἀκεραιότητας τῆς προσληφθείσης ἀπό τόν σαρκωθέντα Λόγο ἀνθρώπινης φύσεως θά ἐπέφερε ἀναμφισβητήτως σοβαρές σωτηριολογικές συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο6.&lt;br /&gt;Στήν συνέχεια τῆς ἑνότητας αὐτῆς σημειώνεται ὁ τονισμός ἀπό τόν Γρηγόριο τοῦ ἀτομικοῦ χαρακτήρα τῆς προσληφθείσης ἀπό τόν Λόγο ἀνθρώπινης φύσεως, πού ὑποδεικνύεται ἀπό τήν ἐπιτελούμενη ἀπό αὐτόν θεώρηση τῆς προσληφθείσης ἀνθρώπινης φύσεως τοῦ Λόγου ὡς «ἀπαρχῆς»7 τῆς θεώσεως ὁλόκληρου τοῦ «φυράματος» τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων. Γίνεται ἀκολούθως παρουσίαση τῆς διατυπωμένης διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ πατρός περί τῆς ἀναμαρτησίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τήν ἀνθρωπότητά του, ἡ ὁποία τυγχάνει φυσική καί ὀντολογική καί ἐπ' οὐδενί πρέπει νά θεωρηθεῖ ὡς ἀποτέλεσμα μιᾶς ἠθικῆς τελειώσεως καί προκοπῆς στό ἀγαθό.&lt;br /&gt;Διαλαμβάνει, ἐπίσης, ἡ ἑνότητα αὐτή τήν παράθεση τῆς διδασκαλίας τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης περί τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, κατά τήν ὁποία τονίζει ὁ ἱερός πατήρ τήν «ἀνάκρασιν» μέ τόν Λόγο τῆς προσληφθείσης ἀπό αὐτόν ἀνθρώπινης φύσεως καί τήν ἀσύγχυτη ὕπαρξη καί ἐκδήλωση τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο ἐν Χριστῷ φύσεων, καθώς καί τήν μετάβαση καί ἀπόδοση τῶν ἰδιωμάτων αὐτῶν στό ἕνα καί τό αὐτό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου. Κατά τήν ἰδιαίτερη, τέλος, ἀναφορά στήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου περί τῆς «ἀνακράσεως» αὐτῆς ἐπισημαίνεται ὅτι, σύμφωνα μέ τήν ἀποτυπωμένη αὐτή διδασκαλία, κατά τήν «ἀνάκρασίν» της μέ τήν θεία φύση ἡ προσληφθεῖσα ἀπό τόν Λόγο ἀνθρώπινη φύση «μετεποιήθη» διά τῆς ἑνώσεώς της μέ τήν θεία φύση τοῦ Λόγου, ἐφόσον ἡ προσληφθεῖσα ἀπό τόν Λόγο ἀνθρώπινη φύση «ἀνελήφθη πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν καὶ ὑπερέχον», δηλαδή πρός τήν θεία φύση τοῦ Λόγου8.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Ὡς πρός τό θέμα τῆς χρησιμοποιήσεως ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης γιά τόν «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργηθέντα ἄνθρωπο τῶν ὅρων «ὁμοίωμα» καί «ἀπεικόνισμα» τοῦ «ἀκηράτου κάλλους» καί τῆς «ἀιδίου ζωῆς», βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 12, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 347,19-348,9 (=PG 44, 1020C): «ἐκ δὲ τῶν λίαν καλῶν ἦν καὶ ὁ ἄνθρωπος· μᾶλλον δὲ πλεῖον τῶν καλῶν κεκοσμημένος τῷ κάλλει. τί γὰρ ἄν ἕτερον οὕτως εἴη καλὸν, ὡς τὸ τοῦ ἀκηράτου κάλλους ὁμοίωμα;...ἀλλὰ τῆς ἀϊδίου ζωῆς ἀπεικόνισμα ὤν καί ὁμοίωμα, καλὸς ἦν ὡς ἀληθῶς καί λίαν καλὸς, τῷ φαιδρῷ τῆς ζωῆς χαρακτῆρι καλλωπιζόμενος». Βλ., ἐπίσης, Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 1, P.Alexander, GNO, τ.5, 284,18-20 (=PG 44, 624Β). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 2, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 29,7-10 (=PG 44, 1145D).&lt;br /&gt;2 Ἀπό τόν μεγάλο ἀριθμό χωρίων ἀπό τά συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου, πού ἀναφέρονται στήν διδασκαλία του γιά τήν διά τοῦ ἔργου τῆς κατά σάρκα «οἰκονομίας» τοῦ Λόγου «υἱοθεσίαν» τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό, βλ., ἐνδεικτικῶς, Περὶ τελειότητος, W. Jaeger, GNO, τ.8,1, 206,1-9 (=PG 46, 280ΑΒ): «τούτου χάριν τὴν ἀπαρχὴν τῆς κοινῆς φύσεως ἀναλαβὼν, διὰ ψυχῆς καὶ σώματος, ἁγίαν ἐποίησε, πάσης κακίας ἀμιγῆ τε καὶ ἀπαράδεκτον αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ διασώσας· ἵνα ταύτην ἀναθεὶς, διὰ τῆς ἀφθαρσίας, τῷ πατρὶ τῆς ἀφθαρσίας, συνεπισπάσηται δι’ αὐτῆς πᾶν τὸ συγγενὲς κατὰ τὴν φύσιν αὐτῇ καὶ ὁμόφυλον καὶ προσδέξηται τούς ἀποκηρύκτους εἰς τὴν υἱοθεσίαν καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν τῆς θεότητος αὐτοῦ μετουσίαν». Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 2, W. Jaeger, GNO, τ.2, 45,14-46,10 (=PG 45, 609ΑC). Ὅπ.π. 42,22-28 (=PG 45, 605C). Ὅπ.π., τόμος 10, 294,9-16 (=PG 45, 889C). Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ Βάπτισμα, PG 46,416C. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 29,18-31 (=PG 44, 1148Α). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 7, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 151,5-20 (=PG 44, 1280BC). Ὅπ.π. 151,27-28 (=PG 44,1281Α).&lt;br /&gt;3 Σχετικῶς μέ τήν διατυπωμένη διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου περί τῆς ἑνώσεως τῆς θείας καί τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στό πρόσωπο τοῦ Λόγου, βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐπιστολὴ 3, G. Pasquali, GNO, τ.8,2, 23,27-31 (=PG 46, 1020C). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 224,17-19 (=PG 45, 1256C). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W. Jaeger, GNO, τ.2, 386,6-9,10-11 (=PG 45, 545CD). Ὅπ.π., 388,24-389,1 (=PG 45,549Α). Πρὸς Θεόφιλον, Κατὰ Ἀπολιναριστῶν, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 124,21-125,10 (=PG 45, 1273D-1276Α). Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 3, W. Jaeger, GNO, τ.2, 130,11-25 (=PG 45, 705ΑΒ). Ὅπ.π., τόμος 10, W. Jaeger, GNO, τ.2, 300,15-27 (=PG 45, 897ΑΒ).&lt;br /&gt;4 Βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 13, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 381,16-19 (=PG 44, 1048Α). Ὅπ.π., 384,17-18 (=PG 44, 1049Β). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 152,2-7 (=PG 45, 1153Α). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W. Jaeger, GNO, τ.2, 386,6-11 (=PG 45, 545CD). Ὅπ.π., 388,24-389,1 (=PG 45, 549Α). Ὅπ.π., 388,11-15 (=PG 45, 548D). Πρὸς Συμπλίκιον, Περὶ πίστεως, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 62,20-63,1 (=PG 45, 137Β).&lt;br /&gt;5 Περί τῆς προβαλλόμενης αὐτῆς θεολογικῆς ἀντιλήψεως τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, βλ., ἐνδεικτικῶς, Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 165,28-168,25 (=PG 45, 1172C-1176C). Ὅπ.π., 194,28-195,14 (=PG 45, 1213ΒC). Ὅπ.π., 206,27-207,28 (=PG 45, 1232ΑC). Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 1, W. Jaeger, GNO, τ.2, 22,24-23,14 (=PG 45, 584D-585A). Πρὸς Θεόφιλον, Κατὰ Ἀπολιναριστῶν, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 125,11-126,3 (=PG 45, 1276ΑΒ).&lt;br /&gt;6 Σχετικῶς μέ τήν δογματική αὐτή ἄποψη τοῦ Γρηγορίου περί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Θεό Λόγο ὁλόκληρης καί ἀκέραιης τῆς ἐκ λογικῆς ψυχῆς καί σώματος ἀνθρώπινης φύσεως, καί περί τῆς ἀναδείξεως σωτηριολογικῶν συνεπειῶν γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό ἐνδεχόμενη ἀμφισβήτηση ἤ ἄρνηση τῆς διδασκαλίας αὐτῆς, βλ. Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W. Jaeger, GNO, τ.2, 386,9-14 (=PG 45, 545CD). Ὅπ.π., 312,1-20 (=PG 45, 465Α-468Α). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 145,24-146,5 (=PG 45, 1144D-1145A). Ὅπ.π., 164,28-165,7 (=PG 45, 1172ΑΒ). Ὅπ.π., 172,22-30 (=PG 45, 1181ΑΒ). Ὅπ.π., 177,15-22 (=PG 45, 1188CD).&lt;br /&gt;7 Περί τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου γιά τήν πρόσληψη ἀπό τόν Θεό Λόγο ὅλης τῆς ἀτομικῆς ἀνθρώπινης φύσεως καί γιά τήν ἕνωση αὐτῆς μέ τήν θεία φύση στό πρόσωπο αὐτοῦ πρός ἐπιτέλεση τῆς σωτηρίας τοῦ διά τῆς παρακοῆς πεσόντος στήν ἁμαρτία καί στά πάθη ἀνθρώπου, βλ., ἐνδεικτικῶς, Εἰς τὸ, ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, J.K.Downing, GNO, τ.3,2, 14,7-17 (=PG 44, 1313Β). Ὅπ.π., 16,13-20 (=PG 44, 1316ΑΒ). Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 81C. Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W. Jaeger, GNO, τ.2, 374,16-17 (=PG 45, 533A). Περὶ τελειότητος,W. Jaeger, GNO, τ.8,1, 205,19-21 (=PG 46, 280A). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 201,13-14 (=PG 44, 1048Α).&lt;br /&gt;8 Περί τῆς δογματικῆς αὐτῆς ἑρμηνευτικῆς ἀπόψεως τοῦ Γρηγορίου Νύσσης βλ., Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 3, W. Jaeger, GNO, τ.2, 132,27-133,4 (=PG 45, 708C). Ὅπ.π., 130,14-18 (=PG 45, 705Β). Ὅπ.π.,133,5-11 (=PG 45, 708CD). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 201,10-24 (=PG 45,1221D-1224A). Πρὸς Θεόφιλον, Κατὰ Ἀπολιναριστῶν,F.Mueller, GNO, τ.3,1, 126,17-127,4 (=PG 45, 1276CD).&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-5336119104640401526?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/5336119104640401526'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/5336119104640401526'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/blog-post_5283.html' title=''/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-7754963508591166790</id><published>2011-10-16T01:19:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:20:10.289-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΦΕΡΟΥΣΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΔΙΑΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΘΕΙΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΠΤΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΟΥ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Ἡ ὑπό τοῦ Θεοῦ δημιουργία τῆς κτιστῆς φύσεως.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ περί τῆς φύσεως τῶν ὄντων ἀντίληψη, ἡ κυριαρχοῦσα στήν σχετικῶς πρός τό θέμα αὐτό διατυπωμένη θεολογική θεώρηση καί διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, χαρακτηρίζεται ἀπό τήν διάκριση στήν ὁποία ὁ ἱερός πατήρ προβαίνει μεταξύ τῆς «ποιητικῆς τῶν ὄντων ἀκτίστου» θείας φύσεως καί τῆς φύσεως ἡ ὁποία προήχθη «διά κτίσεως εἰς γένεσιν»1. Ἡ οὐσιώδης αὐτή διάκριση συνιστᾶ σημεῖο θεμελιῶδες στήν ὑπό τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης ἀναπτυχθεῖσα διδασκαλία, διότι καθιστᾶ σαφές ὅτι οὐδέν τῶν κτιστῶν ὄντων δύναται ἀφ’ ἑνός μέν νά προαχθεῖ σέ ὕπαρξη «ἐξ ἑαυτοῦ»2, ἀφ’ ἑτέρου δέ νά ἔχει τήν σύσταση κατά τρόπον «αὐτόματον» καί «τυχαῖον»3. Δι’ αὐτῆς, ἐπίσης, ἐξαίρεται ἡ «ὑπερκειμένη» πάντων τῶν ὄντων ἄκτιστη φύση τῆς θεότητας4, ὡς μόνη ἀρχή καί αἰτία τῆς ὑπάρξεως ὅλων τῶν κτιστῶν ὄντων, «φαινομένων καί νοουμένων»5.&lt;br /&gt;Ἡ ἀναγωγή τῆς δημιουργίας τῶν ὄντων στήν ἐνέργεια ἑνός ὑπέρτατου ὄντος ἀπαντᾶ, ἐπίσης, στήν θύραθεν σκέψη καί χαρακτηρίζει ἰδιαιτέρως τά φιλοσοφικά συστήματα τόσο τοῦ Πλάτωνος ὅσο καί τοῦ Πλωτίνου. Κατά τήν περί Θεοῦ καί δημιουργίας τοῦ κόσμου πλατωνική διδασκαλία ἡ ὑπέρτατη ἰδανική θεία πραγματικότητα, ἡ ἀεί οὖσα καί «γένεσιν» μή ἔχουσα6, θεωρεῖται κατά τρόπον ἀπόλυτο, καί βάσει ἑνός ἐμφαίνοντος τήν θεία σοφία καί ἀγαθότητα καί παντοδυναμία αἰώνιου σχεδίου, ἡ δημιουργική αἰτία τοῦ παντός7. Ἡ ποιητική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δέν συνίσταται, κατά τήν πλατωνική σκέψη, στήν ἐκ τοῦ μή ὄντος δημιουργία τοῦ κόσμου ἀλλά στήν ταξινόμηση τοῦ κοσμικοῦ χάους, τό ὁποῖο, κατά τήν μορφοποίηση τοῦ ἀσχημάτιστου «μή ὄντος» καί κατά τήν ἔνταξη αὐτοῦ στό κοσμικό σύμπαν8, καθίσταται ἡ «τιθήνη» συμπάσης τῆς γενέσεως9.&lt;br /&gt;Κατά τήν νεοπλατωνική διανόηση, ἐξ ἄλλου, ἡ προέλευση τῶν ὄντων ἀνάγεται στό ἀπόλυτο Ἕν, τό ὁποῖο ὡς τέλειο, ἁπλό, ὑπερπλῆρες10, αὔταρκες, «ἄπειρον» καί «μέγιστον» – ὄχι κατά τόν ἀριθμό ἤ τό μέγεθος ἀλλά κατά τήν δύναμη11 – «ὑπερερρύη»12 καί διά τῆς δημιουργίας τῶν ὄντων καθίσταται ἡ ἀπόλυτη ἀρχή αὐτῶν13. Ἡ ἐξ ἀπορροῆς γένεση τῶν ὄντων ἐκλαμβάνεται ἀπό τό Πλωτίνο ὡς προσήκουσα στήν ἀγαθή φύση τοῦ Ἑνός, ἐφόσον κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δικαιολογεῖται ἡ ἰδιότητα αὐτοῦ ὡς ἀγαθοῦ14.&lt;br /&gt;Τό γεγονός τῆς ἐκ τοῦ μή ὄντος δημιουργίας τοῦ κόσμου15 διά τῆς μιᾶς κινήσεως τοῦ ἐνεργοῦντος «ἐπί πάσης τῆς κτίσεως» ἀγαθοῦ θελήματος τοῦ ἀίδιου Τριαδικοῦ Θεοῦ16 ἐκφράζεται ὑπό τοῦ ἱεροῦ πατρός κατά τρόπον ἀπόλυτο καί κατηγορηματικό, ἔτσι ὥστε νά θεωρεῖται λανθασμένη καί ἀνεπέρειστη ἡ ἄποψη ἐκείνη κατά τήν ὁποία ὁ Γρηγόριος, ἀντιθέτως πρός τήν πατερική παράδοση καί διδασκαλία καί ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς νεοπλατωνικῆς σκέψεως, ἀποδέχεται τήν δι’ ἀπορροῆς ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ὄχι τήν ἐκ τοῦ μή ὄντος δημιουργία τῆς κτίσεως17. Ἡ «τοῦ παντός» σύσταση καί διοίκηση ἀποδίδεται στήν «μίαν, ἄκτιστον καί ἀΐδιον φύσιν»18, ἡ ὁποία θεωρεῖται «παντός ἀγαθοῦ πηγή καί ἀρχή καί χορηγία»19. Τό γεγονός αὐτό τῆς ἀποδόσεως τῆς αἰτίας τῆς ὑπάρξεως τῆς κτιστῆς δημιουργίας στήν ἀίδια καί ἄκτιστη ὕπαρξη τοῦ τρισυπόστατου Θεοῦ διατυπώνεται ἐκφραστικῶς ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης διά τῆς συγκροτήσεως τοῦ συνόλου τῆς κτίσεως ἐκ τοῦ μή ὄντος, κατά τρόπον ὥστε οἱ ἔννοιες τοῦ ὄντος καί τοῦ μή ὄντος νά ἑρμηνεύονται μέν ἀπό τόν ἱερό πατέρα ὡς ἀντικείμενες σημασιολογικῶς, νά γίνεται δέ ἀπό αὐτόν προσδιορισμός καθεμιᾶς ἀπό τίς ἔννοιες αὐτές διά τῆς ἄρσεως τῆς ἄλλης20. Ἐξ αἰτίας, βεβαίως, αὐτῆς τῆς ἀποδόσεως στίς ἐν λόγῳ ἔννοιες περιεχoμένου προσδιοριζόμενου καί ἑρμηνευόμενου ὑπό τό πρίσμα τῆς ἀντιθετικῆς σχέσεως ἀποδοχῆς – ἀρνήσεως, καθόλου δέν ἐκλαμβάνεται σύμφωνα μέ τό ἀντιθετικό αὐτό σχῆμα ἡ «κατὰ τὴν οὐσίαν» ὀντολογική διαφορά μεταξύ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων ὡς ἀποτρέπουσα τήν θεώρηση καί κατανόηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς προϋποθέσεως καί ὡς ἀρχῆς λήψεως ἀπό τά κτιστά ὄντα τῆς ὑπάρξεώς τους. ἀπεναντίας, ἀφ' ἑνός μέν προβάλλεται ἡ ἑρμηνευτική ἄποψη περί τῆς ἐκ μή προϋποκείμενης ὕλης δημιουργίας αὐτῶν ἀπό τόν Τριαδικό Θεό, ἀφ’ ἑτέρου δέ διασαφηνίζεται ἡ κατ’ οὐσίαν διαφορά μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων21. Ὑποδεικνύεται, ὡς ἐκ τούτου, ἡ παντελής ἀδυναμία ἐκ μέρους τῶν κτιστῶν ὄντων τῆς διανοητικῆς καί γνωσιολογικῆς προσεγγίσεως καί ἐκφραστικῆς ἀποτυπώσεως τῆς οὐσίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐφόσον ἡ ἱκανότητα καταληπτικῆς «ἐφόδου» ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἀφορᾶ ἀποκλειστικῶς στίς ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, κατά τό μέτρο πάντοτε τῆς κτιστῆς γνωσιολογικῆς δυνατότητας τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων22.&lt;br /&gt;Τά ἐκ τῆς δημιουργίας προαχθέντα σέ ὕπαρξη κτιστά ὄντα, τῶν ὁποίων ἡ αἰτία τῆς γενέσεως ὑπῆρχε στήν βούληση τοῦ Θεοῦ23, συγκροτήθηκαν σέ οὐσία κατά τήν ἐκδηλούμενη ὁρμή τοῦ συνιστῶντος τήν μοναδική δημιουργό δύναμη θείου θελήματος24 καί κατέστησαν ἔτσι, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς θείας βουλήσεως, κτιστές πραγματικότητες25. Κατά τήν «ἐν ἀκαρεῖ» ἀνάδυση τοῦ ἑνιαίου συνόλου τῆς κτίσεως ἀπό τήν ἀνυπαρξία, τό σύνολο τῶν ὄντων τό ἐμπεριέχον τίς ἀφορμές, τίς αἰτίες καί τίς δυνάμεις ἐν εἴδει σπερματικῆς δυνάμεως πρός γένεση τοῦ παντός, δέν διακρινόταν σέ ἰδιαίτερα γένη καί εἴδη26, ἐφόσον δέν ὑπῆρχε ἀκόμη ἡ συνδρομή «περί αὐτό» τῶν ποιοτήτων27 πού παρήγαγαν ἐν συνεχείᾳ τήν ὕλη28. Ὅλα, συνεπῶς, τά στοιχεῖα τά συντελοῦντα στήν σύσταση τῶν ὄντων κατεβλήθησαν ὑπό τοῦ παντοδυνάμου θείου θελήματος «ὁμοῦ», καί, ἐνῶ καθ’ ἑαυτά εἶναι «ἔννοιαι» καί «ψιλά νοήματα», διά τῆς συνδρομῆς αὐτῶν «πρὸς ἄλληλα» καθίστανται ὕλη ἡ ὁποία ἀπεργάζεται τά ὄντα29.&lt;br /&gt;Πρός ἐπίρρωση τοῦ συλλογισμοῦ του αὐτοῦ περί τῆς «ἀθρόον» δημιουργίας ὁ ἱερός πατήρ ἐπικαλεῖται καί ἀναφέρει παραλλήλως πρός τήν μετάφραση τῶν Ο΄ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως(=1,1) αὐτήν τοῦ Ἀκύλα, ὅπου, κατά τήν ἀπόδοση τοῦ ἑβραϊκοῦ κειμένου, ἡ ἀπαντῶσα φράση «ἐν ἀρχῇ» ἀντικαθίσταται μέ τήν φράση «ἐν κεφαλαίῳ». Τό «ἀθρόον», ἑπομένως, τῆς δημιουργίας δηλώνεται κατά τόν Γρηγόριο δι’ «ἑκατέρων τῶν φωνῶν», ἐφόσον διά μέν τοῦ «ἐν κεφαλαίῳ» δηλώνεται ἡ «συλλήβδην» γένεση τοῦ παντός, διά δέ τοῦ «ἐν ἀρχῇ» ἐμφαίνεται ἡ κατά τρόπον ἀκαριαῖο καί ἀδιάστατο δημιουργία αὐτοῦ30.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 174,1-2 (=PG 44, 885D). Βλ., ἐπίσης, Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 133,2-134,1 (=PG 45,364C). Ὅπ.π., 106,1-6 (=PG 45, 333Β). Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 263,28-264,3 (=PG 46, 673B). Ἄξια ἀναφορᾶς στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται ἡ παρατήρηση τοῦ Ν. Ξιώνη περὶ τῆς σαφοῦς διακρίσεως τῆς χριστιανικῆς θεολογικῆς σκέψεως ἀπό τήν ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τοῦ χαρακτηρίζοντος τήν Πατερική παράδοση θεμελιώδους στοιχείου τῆς κατ’ ὀντολογικήν ἔννοια διαφορᾶς μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου καί ἐκ τῆς ὁποίας συνάγεται ἀφ’ ἑνός μέν ἡ «ἀναίρεση τῆς διαρχικῆς θέσεως τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων», ἀφ’ ἑτέρου δέ ἡ ὑπόδειξη τῆς ἑρμηνευτικῆς θεωρήσεως τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου ὑπό τό πρίσμα τῆς φιλοσοφίας ὡς ἐσφαλμένης (Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, 30-31). Πρβλ. καί Μ. Β. Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου (Διδακτορική Διατριβή), 69. D. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ, 43-47.&lt;br /&gt;2 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 77,4-6 (=PG 46, 172C): «ὁμολογεῖται γὰρ παρὰ πάντων μιᾶς αἰτίας ἐξῆφθαι τὸ πᾶν καὶ οὐδὲν τῶν ὄντων αὐτὸ ἐξ ἑαυτοῦ τὸ εἶναι ἔχειν οὐδὲ ἑαυτοῦ εἶναι ἀρχὴν καὶ αἰτίαν».&lt;br /&gt;3 Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 396,15-20 (=PG 45, 1105C). Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 73A.&lt;br /&gt;4 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 77,6-9 (=PG 46, 172C).&lt;br /&gt;5 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 135,2-4 (=PG 45, 365Α): «ἡ δὲ κτίσις ἀπό τινος ὁμολογουμένης πάντως ἀρχῆς...φέρεται». Πρβλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 186-187. Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Β΄, 591-592. E. von I v á n k a, Hellenisches und Christliches, 58-66, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπισημαίνεται ἡ κατ’ οὐσίαν διαφορά μεταξύ τῆς διδασκαλίας τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης καί τῶν θεωριῶν τοῦ πλατωνικοῦ φιλοσοφικοῦ συστήματος, πού θεμελιώνεται στήν σχέση μεταξύ τῆς ἐκ μή προϋποκείμενης ὕλης δημιουργηθείσης κτιστῆς πραγματικότητας καί τοῦ ὑπάρχοντος ὡς ὄντως ὄντος ἀκτίστου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Βλ., ἐπίσης, Β. Τ α τ ά κ η, Ἡ συμβολή τῆς Καππαδοκίας, 269, ὅπου ὁ Γρηγόριος χαρακτηρίζεται ὡς ἕνας «πρῶτος συστηματικός χριστιανός θεολόγος». Τήν θεολογική διάκριση μεταξύ τοῦ κτιστοῦ νοητοῦ καί ὑλικοῦ στοιχείου καί τοῦ ἄκτιστου Τριαδικοῦ Θεοῦ ὡς βασική καί θεμελιώδη ἑρμηνευτική ἀρχή ὑποδεικνύει ἐπίσης στό σύνολό της ἡ πατερική θεολογική σκέψη καί διδασκαλία. Βλ., ἐνδεικτικῶς, Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Πρὸς Θαλάσσιον, PG 90, 656D-657A. Ἰ ω ά ν- ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 50,2-7 (=PG 94, 880Α). Βλ., ἐπίσης, Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Κόσμος, 49. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Φιλοσοφίας, 197-199. Ἰ. Ζ η ζ ι ο ύ λ α (νῦν Μητροπολίτου Περγάμου), «Τό εἶναι τοῦ Θεοῦ», Σύναξη 37(1991), 23-24. Μ. Β. Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου (Διδακτορική Διατριβή), 54-55.&lt;br /&gt;6 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, CBO, τ.4, 28a.&lt;br /&gt;7 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, CBO, τ.4, 29d-e. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Πολιτεία, I.Burnet, CBO, τ.4, 379c. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Φαῖδρος, I.Burnet, CBO, τ.2, 247a. Πρβλ. καί Κ. Γ. Ν ι ά ρ χ ο υ, Εἰσαγωγικά μαθήματα στή φιλοσοφία, 204-205.&lt;br /&gt;8 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Φαῖδρος, I.Burnet, CBO, τ.2, 247c. Πρβλ., Κ. Γ. Ν ι ά ρ χ ο υ, Εἰσαγωγικά μαθήματα στή φιλοσοφία, 205. E. B r é h i e r, Παγκόσμιος Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, 104. Ν. Α. Μ α τ σ ο ύ κ α, Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, 40 ὑπ.6.&lt;br /&gt;9 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, CBO, τ.4, 49a,52d.&lt;br /&gt;10 Βλ. Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, V 2,1, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ. 3, 3-9.&lt;br /&gt;11 Βλ. Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, VΙ 6,17, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ. 3, 12-14. Ὅπ.π. 9, 7-11. Ὅπ.π., 8, 10,32-35.&lt;br /&gt;12 Βλ. Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, V 2,1, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ.3,7-9.&lt;br /&gt;13 Βλ. Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, V 4,1, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ.3, 23-26.&lt;br /&gt;14 Βλ. Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες, ΙΙ 9,3, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ.1, 7-11. Ὅπ.π., V 4,1, τ.3, 27-36. Πρβλ., σχετικῶς, W. B e i e r w a l t e s, Plotin. Über Ewigkeit und Zeit, 13. K. K r e m e r, «Bonum est diffusivum sui», ANRW 36(1987), 1008. R. C r o s s, «Gregory of Nyssa of Universals», VigChr 56(2002), 375.&lt;br /&gt;15 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 212C. Ὅπ.π., PG 44, 213ΒC. Σχετικῶς πρὸς τό θέμα, βλ., Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 375. Π. Ἀ θ α ν ά τ ο υ, Κεφάλαια, 21. D. L. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ, 45-48. Κ. Β α τ σ ι κ ο ύ ρ α, Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου, 42-45. Μ. Κ α ρ ά μ π ε λ ι α, «Ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας στό Γρηγόριο Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 75 (1992), 834. Ὁ Ν. Ξεξάκης ἐπισημαίνει τήν κατ’ ἄμεσον τρόπο σύνδεση τῆς βασικῆς θεολογικῆς ἔννοιας τῆς ἐξ οὐκ ὄντων δημιουργίας τοῦ κόσμου πρὸς τό σύνολο τῶν θεολογικῶν θεμάτων, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τήν κατέχουσα κεντρική θέση διδασκαλία περί τοῦ τρισυπόστατου Θεοῦ ὡς δημιουργοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου (Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 17). Βλ., ἐπίσης, ἐνδεικτικῶς, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, Λόγος 1, S. Giet, SC, τ.26bis, 92 (=PG 29, 5C). Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 45,4-6 (=PG 94, 864C). Ἰ ω ά ν- ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, Λόγος 2, PG 53, 28.&lt;br /&gt;Στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται σκόπιμο νά ἀναφερθεῖ ἕνας προβληματισμός, πού ἀναπτύσσεται σχετικῶς μέ τήν ὀρθή ἤ μή χρησιμοποίηση τοῦ ὅρου «ἐκ τοῦ μηδενὸς» (Βλ. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 322. G. F l o r o v s k y, «The Idea of Creation», ECQ [1949], 55. Ν. Α. Μ α τ σ ο ύ κ α, Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, 25-27. Ν. Ρ. Ξ ι ώ ν η, Ούσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, 34-40. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 460) ἀναφορικῶς μέ τήν διδασκαλία περί τῆς ἐκ μή προϋποκείμενης ὕλης δημιουργίας τῆς κτιστῆς φύσεως, ἐφόσον αὐτός δέν εἶναι μέν ἁγιογραφικός, θεωρεῖται δέ συναρτώμενος μέ τήν πλατωνική ἔννοια τοῦ μή ἔχοντος μορφή πρωτογενοῦς καί χαώδους σκότους (Π λ ά τ ω- ν ο ς, Φαῖδρος, I.Burnet, CBO, τ.2, 247c,6-7. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Φίληβος, I.Burnet, CBO, τ.2, 30a,9-b,4). Ἡ ἔκφραση, ἀντιθέτως, «ἐκ τοῦ μή ὄντος» θεωρεῖται ὡς ἡ πλέον ἐνδεδειγμένη, ἀφοῦ ἔχει ἐρείσματα τόσο στήν Ἁγία Γραφή (=Β΄ Μακκαβ. 7,28, Ρωμ. 4,17) ὅσο καί στήν πατερική γραμματεία (Βλ. Θ ε ο φ ί λ ο υ Ἀ ν τ ι ο χ ε ί α ς, Πρὸς Αὐτόλυκον, G. Bardy, SC, τ.20, 64 [=PG 6, 1065Β]. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 2, M. Tetz, Athanasius Werke, τ.1,Ι, 177,9-11 [=PG 25, 148ΑΒ]. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Κατὰ Ἑλλήνων, PG 25, 81C. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Ch.Kannengiesser, SC, τ.199, 268,4. 270,16-17 [=PG 25, 101ΑΒ]. Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, Λόγος 2, PG 53, 28, ὅπου ὁ ἱερός πατήρ ἀποδίδει στό γεγονός τῆς μή ὁμολογίας, «ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων αὐτά[=τά ὄντα] παρήγαγεν ὁ τῶν ἁπάντων δημιουργός», τόν χαρακτηρισμό τῆς «ἐσχάτης παραφροσύνης». Πρβλ. Κ υ ρ ί λ λ ο υ Ἀ λ ε ξ α ν δ ρ ε ί α ς, Γλαφυρῶν εἰς Γένεσιν, Λόγος 1, PG 69, 17Β. Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καὶ οἰκονομικά, PG 90, 1180Β. Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Κατὰ Μανιχαίων, B. Kotter, SJD, τ.4, 362,1-5. 375,1-2 [=PG 94, 1524B. 1545C]).&lt;br /&gt;Χαρακτηριστικό, ἐξ ἄλλου, καθίσταται τό γεγονός τῆς ἀποδόσεως ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη στό «μὴ ὄν» περιεχομένου ἐντελῶς διαφορετικοῦ ἀπό αὐτό πού κατέχει κατὰ τήν θεολογική διατύπωση τῆς διδασκαλίας περί τῆς «ἐξ οὐκ ὄντων» δημιουργίας ὅλης τῆς κτίσεως. Κατά τήν πλατωνική ὀντολογία τό «μὴ ὄν» ὑπάρχει ὡς «ἄπειρον πλήθει» ἀναφορικῶς μέ τά ἄλλα ὄντα (Σοφιστής, I.Burnet, CBO, τ.1, 256e, 5-6). Ἡ ὑπόσταση, τοιουτοτρόπως, τοῦ «μὴ ὄντος» καθίσταται σχετική, ἐφόσον καθορίζεται ὡς ἀρχή τῆς διαφορᾶς καί τῆς ἑτερότητας ὡς πρὸς τό ὄν (ὅπ.π., 257b,3-4). Κατά τόν Ἀριστοτέλη, ἐξ ἄλλου, τό «μὴ ὄν» ἐπέχει θέση «ὄντος», ἐφόσον, χαρακτηριζόμενο ὡς «μὴ ὄν», παραμένει μέν ἀνυπόστατο ὡς πρὸς τήν οὐσία του, λαμβάνει δέ ὕπαρξη «ἐκ τῆς στερήσεως», θεωρεῖται δηλαδή «κατὰ συμβεβηκὸς» (Φυσικὴ ἀκρόασις, W.D.Ross, 191b,13-17, 192a,3-6. Βλ., ἐπίσης, Ν. Ρ. Ξ ι ώ ν η, Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, 35-36). Στόν Νεοπλατωνισμό, ἐπίσης, ὡς περιοχή τοῦ «μὴ ὄντος» δύναται νά θεωρηθεῖ ἡ δι’ αἰσθήσεων ἀντιληπτή πραγματικότητα. Ἀναφορικῶς δέ μέ τίς ἰδιότητες αὐτοῦ, οἱ ὁποῖες συνιστοῦν τά ἀπαρτίζοντα τήν οὐσία τοῦ μή ὄντος στοιχεῖα, μπορεῖ κανείς νά τίς προσδιορίσει διά τῆς ἀντιπαραθέσεώς τους πρὸς τίς ἰδιότητες τοῦ ἀγαθοῦ (Βλ. Π λ ω- τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες Ι 8,3, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ.1, 9-16. Πρβλ. Α. Θ ε ο δ ώ ρ ο υ, «Ὄψεις τινές περί κακοῦ», Θεολογία 43[1972], 61). Ἡ ἔκφραση, συνεπῶς, τῆς «ἐκ τοῦ μηδενὸς» δημιουργίας γίνεται ἀποδεκτή ὑπό τήν ἔννοια ὅτι ὁ δημιουργήσας τόν κόσμο Τριαδικός Θεός εἶναι ὁ «ὁρίζων καί προσδιορίζων, ὁ μή ὑποκείμενος εἰς ὅρους, ὁ μή ἐξαρτώμενος ἔκ τινος, ὁ προσδιορίζων καί μή προσδιοριζόμενος» (Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 28). Ἀναφορικῶς μέ τήν διαλεκτική τοῦ θέματος αὐτοῦ βλ. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, 38-39. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, «Θεολογία καί ἀνθρωπολογία», Τόμος ἑόρτιος Μεγάλου Ἀθανασίου [1974], 79. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Κόσμος, 47-50. Ν. Ἀ. Ν η σ ι ώ τ η, Προλεγόμενα, 55. Μ. Φ α ρ ά ν τ ο υ, Δογματική, 77. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Τό μυστήριον τοῦ Θεοῦ, 65. H. A. W o l f s o n, «The identification of ex nihilo», The Ecumenical World of Orthodox Civilization 3[1974], 37. W. K e r n, «Zur theologischen Auslegung», MyS 2[1967], 507-508). Σχετικῶς μέ τό θέμα τῆς «ἐξ οὐκ ὄντων» κτίσεως ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ παρατήρηση τοῦ Ν. Ξεξάκη περί τῆς διακρίσεως στήν ἐν λόγῳ διδασκαλία «ἑνός θεμελιώδους στοιχείου τῆς ἠθικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου», ἐφόσον αὐτός κατέχει τήν δυνατότητα, «μιμούμενος τόν ἐξ οὐκ ὄντων δημιουργόν Τριαδικόν Θεόν», νά δημιουργήσει «τήν πνευματικήν αὐτοῦ οἰκοδομήν» ἐκ τῆς ἀνυπαρξίας τοῦ κακοῦ, ἐκ τῆς ἀπορρίψεως δηλαδή τῆς ἁμαρτίας. «Τοῦτο εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθῇ ὡς δημιουργικόν μηδέν εἰς τήν πνευματικήν ζωήν τοῦ πιστοῦ» (Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 79-80).&lt;br /&gt;16 Βλ. Περὶ τοῦ μὴ οἴεσθαι λέγειν τρεῖς θεοὺς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 48,20-23 (=PG 45, 125D-128A): «πᾶσαν ἐνέργειαν οὐ διῃρημένως ἐνεργεῖ κατὰ τὸν τῶν ὑποστάσεων ἀριθμὸν ἡ ἁγία Τριὰς, ἀλλὰ μία τις γίνεται τοῦ ἀγαθοῦ θελήματος κίνησίς τε καὶ διάδοσις». Πρβλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 5, P.Alexander, GNO, τ.5, 355,7-9 (=PG 44, 681A). Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 113,26-27 (=PG 45, 341C). Κατὰ Μακεδονιανῶν τῶν Πνευματομάχων, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 97,30-98,1 καί 98,29 (=PG 45, 1313D. 1316Β). Ὅπ.π., 100,1-4 (=PG 45, 1317ΑΒ). Περί τῆς ἑνότητας καί ταυτότητας τῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ κατά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου βλ. G. I s a y e, «L’ unité de l’ operation divine», RSR 27(1937), 426-432. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2, 111-112. Ἀ. Ρ ά ν τ ο β ι τ ς, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, 119-126. Ε. Μ π ο ύ λ ο β ι τ ς, Τό μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως, 86-108. 125-138. Κ. Ἠ. Λ ι ά κ ο υ ρ α, Ἡ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Φιλοθέου, 34-35. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἡ διδασκαλία τοῦ Νείλου Καβάσιλα, 102-105. 124-125. 181. 218. Ν. Χ. Ἰ ω α ν ν ί δ η, Ὁ Ἰωσήφ Βρυέννιος,180-185. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ὁ Ἱερομόναχος Ἱερόθεος, 66-69. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, «Οἱ φίλοι καί οἱ συνεργάτες τοῦ ἁγίου Γρηγοριου Παλαμᾶ», Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στήν ἱστορία καί τό παρόν, Ἅγιον Ὄρος 2002, 555-560. Χ ρ υ σ. Ν. Σ α β β ά τ ο υ (νῦν Μητροπολίτου Μεσσηνίας), Ἡ θεολογική ὁρολογία, 74-86.&lt;br /&gt;17 Βλ., σχετικῶς, H. A. W o l f s o n, «The identification of ex nihilo», The Ecumenical World of Orthodox Civilization 3[1974], 35.&lt;br /&gt;18 Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO,τ.3,2, 77,6-7 (=PG 46, 172C). Πρὸς τόν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 290,13-16 (=PG 45, 984D-985A).&lt;br /&gt;19 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 106,16-17 (=PG 45, 333C). Βλ., ἐπίσης, Ὅπ.π., 107,7-10 (=PG 45, 336A). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 54,14-17 (=PG 44, 796C).&lt;br /&gt;20 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 7, W. Jaeger, GNO,τ.2, 243,15-23 (=PG 45, 821BC).&lt;br /&gt;21 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO,τ.1, 139,7-10 (=PG 45, 369C): «τὴν δὲ κτίσιν κωλύει οὐδὲν, ἄλλο τι οὖσαν κατὰ τὴν ἰδίαν φύσιν παρὰ τὸν κτίσαντα, ἀπό τινος ἰδιαζούσης νοηθῆναι ἀρχῆς, καθὼς ἔφαμεν, κατ’ οὐδὲν τῇ ἀκηράτῳ καὶ προαιωνίῳ φύσει συμβαίνουσαν».&lt;br /&gt;22 Βλ., σχετικῶς, Κ. Ἠ. Λ ι ά κ ο υ ρ α, Τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, 65,81. Ν. Ρ. Ξ ι ώ ν η, Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, 35 ὑπ.33.&lt;br /&gt;23 Βλ., Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.3, 337, ὅπου ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἐπισήμανση ἀπό τόν συγγραφέα τῆς ὑπάρχουσας στήν πατερική θεολογική σκέψη διαφοροποιήσεως τοῦ σημείου ἐκκινήσεως τῆς κτίσεως, πού ὑποδηλώνει τό «ξεκίνημα γένεσης τοῦ κόσμου», ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἐνάρξεως «ἑνός χρονικοῦ γίγνεσθαι», ἀπό τήν «ἀρχή ὕπαρξης τοῦ κόσμου», πού καταδεικνύει τήν «ἀίδια θέληση τοῦ Θεοῦ» γιά τήν δημιουργία τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, κατὰ τούς «λόγους τῶν ὄντων», σύμφωνα δηλαδή μέ τήν θέληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τήν ὕπαρξη τοῦ κόσμου. Κατά τήν ἐν λόγῳ διάκριση ἐνδεικτική καθίσταται ἡ σημείωση τοῦ συγγραφέα περί τῆς «ἀρχῆς» αὐτῆς «ὕπαρξης τοῦ κόσμου», ὅτι κατ' αὐτήν «ὁ κόσμος κατά τό θεῖο θέλημα δέν ἔχει μήτε ἀρχή μήτε τέλος, συνυπάρχει μέ τόν ἀίδιο τριαδικό Θεό». Σχετικῶς μέ τήν διατυπωμένη θεολογική ἄποψη περί τῶν «λόγων τῶν ὄντων», βλ. καί Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Πρὸς Θαλάσσιον, C. Laga-C. Steel, CCSG, τ.7, 95,6-17 (=PG 90, 293A).&lt;br /&gt;24 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 72Β: «πάντων τῶν ὄντων τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰς αἰτίας καὶ τὰς δυνάμεις συλλήβδην ὁ Θεὸς ἐν ἀκαρεῖ κατεβάλετο, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ θελήματος ὁρμῇ ἡ ἑκάστου τῶν ὄντων οὐσία συνέδραμεν». Ὅπ.π., PG 44, 77D. Βλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τριημέρου προθεσμίας τῆς Ἀναστάσεως, E.Gebhardt, GNO, τ,9, 286,2-5 (=PG 46, 609D). Βλ., ὡσαύτως, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, Λόγος 1, S. Giet, SC, τ.26bis, 112 (=PG 29, 17Α). Πρβλ. V. R a d u c a, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΙΣ, 28-29. Θ. Ἀ μ π α τ ζ ί δ η, «Χρόνος καί αἰωνιότητα», Φιλόθεος, 1(2001), 120.&lt;br /&gt;25 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 124B:«ἡ ὁρμὴ τῆς θείας προαιρέσεως...πρᾶγμα γίνεται, καὶ οὐσιοῦται τὸ βούλευμα εὐθὺς ἡ φύσις γινόμενον, τῆς παντοδυνάμου ἐξουσίας..., μὴ ἀνυπόστατον ποιούσης τὸ θέλημα».&lt;br /&gt;26 Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ διάκριση στήν ὁποία ὁ Γρηγόριος προβαίνει μεταξύ τοῦ «εἴδους» καί τοῦ «ἀτόμου», καθώς ταυτίζει ἐννοιολογικῶς τό μέν εἶδος πρός τήν «οὐσίαν», τό δέ ἄτομον πρός τήν «ὑπόστασιν» (Πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀπό τῶν κοινῶν ἐννοιῶν, F. Mueller, GNO, τ.3,1, 31,1-7 [=PG 45, 184C]: «πρόδηλον γὰρ, ὡς οὐ ταὐτὸν εἶδος καὶ ἄτομον, τουτέστιν οὐσία καὶ ὑπόστασις· λέγων γάρ τις ἄτομον, τουτέστιν ὑπόστασιν, εὐθὺς τὴν διάνοιαν τοῦ ἀκροωμένου παραπέμπει πρὸς τὸ ζητῆσαι οὖλον, γλαυκόφθαλμον, υἱὸν, πατέρα καὶ εἴ τι ὅμοιον· λέγων δὲ εἶδος, τουτέστιν οὐσίαν, πρὸς τὸ γνῶναι δηλονότι, ζῷον λογικὸν, θνητὸν...ζῷον ἄλογον...καὶ τὰ τοιαῦτα»). Βλ., ἐπίσης, Ἰ. Ἀ. Δ η μ η τ ρ α κ ο π ο ύ λ ο υ, «Ἡ κατηγορία τῆς σχέσεως», Παρνασσός 43(2001), 208. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, «Ἡ γραμματική καί λογική κατηγορία», Βυζαντιακά 21(2001), 43. Mία διαφορετική ἑρμηνευτική προσέγγιση στό συζητούμενο σημεῖο κάνει ὁ Θ. Ἀλεξόπουλος ἐπισημαίνοντας ὅτι στό στάδιο αὐτό τῆς δημιουργίας οἱ ἐν εἴδει σπερματικῶν καταβολῶν «δυνάμεις γιά τήν δημιουργία τῶν ὄντων δέν ἀποτελοῦν πιά νοήματα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὑπαρκτές βάσεις, αἰτίες γιά τή σύσταση τοῦ κοσμικοῦ συνόλου» («Τό εἶναι», 36), ἡ ὁποία, ὅμως, ἑρμηνευτική προσέγγιση κρίνεται ὡς θεολογικῶς παρακινδυνευμένη, ἀφοῦ κατά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἐπιχειρεῖται ἡ ἑρμηνευτική αὐτή προσέγγιση ἀναφαίνεται ἡ διακινδύνευση τῆς ἐνδεχόμενης θεωρήσεως εἰσαγωγῆς τροπῆς στήν κατά τήν ἀίδια ἐνεργειά της δημιουργοῦσα τήν κτιστή φύση Τριαδική θεότητα.&lt;br /&gt;27 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 77D-80A: «Ἡ γὰρ γῆ...ἦν, καὶ οὐκ ἦν. Οὐ γάρ που συνδεδραμήκεισαν περὶ αὐτὴν αἱ ποιότητες». Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 236ΑΒ. Πρβλ. G. B. L a d n e r, «The Philosophical Anthropology», DOP 12(1958), 72-73. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Ἱστορία τῆς Βυζαντινῆς Φιλοσοφίας, 205. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2, 173.&lt;br /&gt;28 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 80A: «Διὰ γὰρ τοῦ ἀόρατον αὐτὴν εἰπεῖν εἶναι, τὸ μηδὲ ἄλλην τινὰ ποιότητα θεωρεῖσθαι περὶ αὐτὴν ὁ λόγος ἐνδείκνυται. Καὶ διὰ τοῦ ἀκατασκεύαστον ὀνομάσαι, νοεῖν δίδωσι τὸ μήπω αὐτὴν πεπυκνῶσθαι ταῖς σωματικαῖς ἰδιότησιν». Πρβλ., σχετικῶς, Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ,9, 228,9-12. (PG 46, 585Α), ὅπου ἀναφέρεται ὅτι τά τέσσερα στοιχεῖα «ἀφ’ ὧν ὁ κόσμος ἔχει τὴν σύστασιν» εἶναι «πῦρ καὶ ἀὴρ, γῆ καὶ ὕδωρ». Πρβλ., ἐπίσης, Β. Τ α τ ά κ η, La Contribution, 200. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4(1972), 44. M. A l e x a n d r e, L’ exégèse de Gen.1,1-2a, 170-191. Ὁ Θ. Ἀλεξόπουλος προτείνει μίαν ἄλλη ἑρμηνευτική ἐκδοχή γιά τήν περί ὕλης ἄποψη τοῦ Γρηγορίου, κατά τήν ὁποία «ἡ ὕλη εἶναι ἀκριβῶς ἡ συνδρομή τῶν λογικῶν ἀρχῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι συγχρόνως αἰτίες καί δυνάμεις»(«Τό εἶναι», 47,62). Ἡ ἑρμηνευτική, ὅμως, αὐτή προσέγγιση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ ἱεροῦ πατρός θά ἔπρεπε νά τύχει πληρέστερης ἑρμηνευτικῆς ἀποτυπώσεως, προκειμένου νά ἀποφευχθεῖ ἐνδεχόμενη κατανόηση τῆς ὑλικῆς πραγματικότητας ὡς ἔχουσας «λόγον» καί συνεπῶς ὡς ἐντασσόμενης στά ἔλλογα δημιουργήματα.&lt;br /&gt;29 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 69C. Περί τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνευτῶν σχετικῶς μέ τίς περί τῆς ὕλης ἀντιλήψεις τοῦ Γρηγορίου, καθώς καί περί τῶν διαφωνιῶν αὐτῶν σχετικῶς μέ τό θέμα τῆς ἀποδοχῆς ἤ μή τῆς ἰδεαλιστικῆς θεωρήσεως αὐτῆς, βλ., ἐνδεικτικῶς, H.U.von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 20,22-23. P. Z e m p, Die Grundlagen heilsgeschichtlichen Denkens bei Gregor von Nyssa, 45-46. A. Α. W e i s w u r m, The nature of human knowledge, 47-48. Κ. Δ. Μ α ν τ ζ α ν ά ρ η, «Ἡ διαλογική συνάντηση», Θεολογία, 76(2005), 554-555. R. H ü b n e r, Die Einheit des Leibes Christi, 72. Θ. Ἀ. Ἀ λ ε ξ ο- π ο ύ λ ο υ, «Τό εἶναι», 33-35.&lt;br /&gt;30 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 72ΑΒ. Ἡ μετάφραση τοῦ ἐν λόγῳ Ἕλληνος ἐκ Σινώπης τοῦ Πόντου χαρακτηρίζεται ἐκ τῆς μέχρι δουλικότητας πίστεως στό γράμμα τοῦ πρωτότυπου ἑβραϊκοῦ κειμένου. Πρόκειται περί σχολαστικῆς ἐπιδιώξεως μηχανικῆς κατά λέξιν μεταφράσεως (Βλ., σχετικῶς, Π. Ἰ. Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ, Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, 584. Ἀ. Π. Χ α σ τ ο ύ π η, Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, 589). Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 323-324. Πρβλ. Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τὴν Γένεσιν, PG 53, 30D-31A.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-7754963508591166790?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/7754963508591166790'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/7754963508591166790'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/1_16.html' title=''/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-5054417280706117403</id><published>2011-10-14T01:07:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:09:18.465-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>Στήν κατάδειξη τῆς συλλογιστικῆς θέσεως τοῦ Γρηγορίου περί τῆς ἐν δυνάμει καί κατ’ ἀδιάκριτον τρόπο ὑπάρξεως τῆς γῆς κατά τήν διά μιᾶς «καταβολήν» τοῦ κόσμου ἀποσκοπεῖ ἐπίσης ἡ ἐκ μέρους του ἐπιτελεσθεῖσα ἀναφορά στίς μεταφράσεις τῶν Συμμάχου, Θεοδοτίωνος καί Ἀκύλα, κατά τίς ὁποῖες ἡ γῆ, κατά τό ἐν λόγῳ στάδιο τῆς δημιουργίας, χαρακτηρίζεται ὡς «ἀργόν καί ἀδιάκριτον», «κένωμα καί οὐθέν», «οὐθέν καί οὐθέν» ἀντιστοίχως1. Ἡ ἀκολουθήσασα ὁλοκλήρωση τῆς κτίσεως στά ἐπί μέρους ὄντα κατά τάξη καί σειρά2 καταδεικνύει τήν ἀποτυπούμενη στά κτιστά ὄντα θεία τέχνη καί δύναμη, τῆς ὁποίας ἡ εὐαρμοστία τῆς κτίσεως συνιστᾶ «ὑμνῳδίαν» συντεθειμένη κατά τρόπον «σύγκρατον καί θεσπέσιον»3.&lt;br /&gt;Τό ἐπιτελεσθέν ὑπό τῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιουργικό σχῆμα, πού περιγράφει ὁ Γρηγόριος διά τῆς ὡς ἄνω ἐκτεθείσης διδασκαλίας του, δέν συνιστᾶ σημεῖο καινοφανές στήν σχετική μέ τήν ἑρμηνευτική προσέγγιση ἐπί τῆς συγκεκριμένης διηγήσεως τῆς Γενέσεως πατερική γραμματεία, ὅπου τό χρησιμοποιούμενο στά ἀφορῶντα στήν κοσμολογία ἁγιογραφικά ἐδάφια ρῆμα «ποιεῖν» προσδιορίζει ἀρχικῶς μέν τήν «ἐξ οὐκ ὄντων» δημιουργία τῆς ἄμορφης ὕλης(=Γεν. 1,1), ἀκολούθως δέ τήν διά τῆς μορφοποιήσεως αὐτῆς παραγωγή τῶν «ἐκ προϋποκειμένης ὕλης» διαφόρων εἰδῶν(=Γεν. 2,2). Πρόκειται, συνεπῶς, περί τῆς θείας ἐνέργειας, ἡ ὁποία «ἐκ μή ὄντων ποιεῖ» καί «ἐξ ὄντων δημιουργεῖ»4.&lt;br /&gt;Ἡ κτιστή δημιουργία, ὡς ἐνέργημα τῆς θείας ἐνέργειας τῆς ἄκτιστης θεότητας, δέν ἑρμηνεύεται ὡς προϊόν ἀνάγκης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ5, ἐφόσον κάτι τέτοιο θά συνεπαγόταν τήν θεώρηση τῆς κτίσεως ὡς φυσικοῦ προϊόντος, ὡς ἀπορρέουσας δηλαδή ἐκ τῆς θείας οὐσίας6 καί, ὡς ἐκ τούτου, εἴτε ἡ κτίση θά ἐθεωρεῖτο ἀιδίως ὑφιστάμενη ὡς ὁμοούσια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ7, εἴτε ἡ παραγωγή αὐτῆς θά ἐκλαμβανόταν ὡς ἐπιφέρουσα ἀλλοίωση στήν ἄτρεπτη φύση τῆς Τριαδικῆς θεότητας8. Αἴτιο τῆς «οὐσιοποιήσεως» τοῦ θείου βουλήματος γιά τήν δημιουργία τῆς κτίσεως9 θεωρεῖται ἡ θεία ἀγαθότητα, ὁ πλοῦτος τῆς ὁποίας, ἐπειδή τοποθετεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο ἐκτός τῶν ὁρίων τοῦ «νοουμένου» καί «καταλαμβανομένου», δέν ἀφήνει αὐτήν κατά τόν ἱερό πατέρα νά παραμένει ἀνενεργής10.&lt;br /&gt;Ἡ ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσα περί τῆς δημιουργίας των ὄντων διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου διασαφηνίζει τήν «κατά τήν οὐσίαν» διαφορά, διά τῆς ὁποίας ἡ «διά τῆς ἀκτίστου φύσεως τήν αἰτίαν καί τήν δύναμιν τοῦ εἶναι ἔχουσα»11 κτιστή φύση διαφοροποιεῖται κατά τήν οὐσία ὀντολογικῶς ἀπό τόν «πεποιηκότα» αὐτήν τρισυπόστατο Θεό12, ἔτσι ὥστε μεταξύ αὐτοῦ καί τῆς κτίσεως νά ἐγείρεται τεῖχος «πολύ» καί «ἀδιεξίτητον»13. Πρός ἐπίρρωση τῶν ἀνωτέρω λεχθέντων ὁ Γρηγόριος ἐπικαλεῖται τήν «ἐναργεστάτην» διαίρεση, τήν ὁποία ἐφαρμόζει ἑρμηνευτικῶς ὁ Παῦλος ἐπί τῶν ἀοράτων (=Κολ.1,16), καί κατά τήν ὁποία ὅσα ἔχουν δημιουργηθεῖ διά τῆς κτίσεως ἀπαριθμοῦνται ὑπ’ αὐτοῦ διά γενικῶν καί περιληπτικῶν ὀνομάτων, ἐνῶ ἡ κρατοῦσα τῶν πάντων καί διέπουσα τήν κτίση ἄκτιστη ἀρχή διαφοροποιεῖται τῆς κτίσεως «διά τῆς σιωπῆς»14.&lt;br /&gt;Ἡ ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐπισήμανση τῆς μεταξύ τοῦ ἀκτίστου Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τῆς κτιστῆς δημιουργίας ὑφιστάμενης ὀντολογικῆς διαφορᾶς καθίσταται περισσότερο κατανοητή κατόπιν μιᾶς περαιτέρω ἑρμηνευτικῆς προσεγγίσεως τῶν θεμελιωδῶν κοσμολογικῶν ἐννοιῶν, οἱ ὁποῖες ἐπεξηγοῦν τήν σκέψη τοῦ ἱεροῦ πατρός, τήν σχετική μέ τό ἰδιάζον χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς κτιστῆς δημιουργίας ὡς ἐντός συγκεκριμένων ὁρίων θεωρούμενης καί ὡς ἐκ τούτου πεπερασμένης15. Πρόκειται ἀρχικῶς περί τῆς διατυπούμενης ἔννοιας τοῦ χρόνου, πού σηματοδοτεῖται ἐκ τῆς μεταβάσεως ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, ἐφόσον κάθε κτιστό ὄν ἐντάσσεται ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ἐντός τῶν χρονικῶν ὁρίων, τά ὁποῖα χαρακτηρίζονται μέν ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς «ἀρχή» καί «τέλος», προσδιορίζουν δέ τήν κτιστή δημιουργία ὡς λαβοῦσα ὕπαρξη ἐκ τῆς ἀνυπαρξίας, τῆς στερούμενης ὀντολογικῆς ὑποστάσεως, καί ὡς μή ὑπάρχουσα εἰς τό διηνεκές16. Ἀπό κοινοῦ μέ τήν χρονική διάσταση τήν κτιστή δημιουργία περιβάλλει καί ὁριοθετεῖ καί ἡ διάσταση τοῦ χώρου, κατά τρόπον ὥστε ὁλόκληρη ἡ κτίση νά ἐντάσσεται στά χρονικά καί στά τοπικά ὅρια, ἐκτός τῶν ὁποίων αὐτή δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ὡς ὑφιστάμενη ὀντολογικῶς17. Τονίζεται, ἔτσι, ὅτι ἡ ἐκ μή προϋποκείμενης ὕλης προελθοῦσα σέ ὕπαρξη δημιουργία, ἡ ἐκτεινόμενη μεταξύ τῆς «ἀρχῆς» καί τῆς «τελευτῆς», οὔτε ὑφίστατο «ἐξ ἀιδίου», οὔτε θα παραταθεῖ «εἰς τό ἀίδιον»18. Ἡ σύσταση, ἐν τέλει, τῆς ὕλης «ἐκ ποιοτήτων», διά τῶν ὁποίων κατανοεῖται, καθίσταται τό ἰδιάζον ἐκεῖνο γνώρισμα, πού ἐμφαίνει τόν σύνθετο χαρακτήρα τῶν ὑλικῶν ὄντων καί κατά συνέπειαν τήν ἔμφυτη μετάβασή τους στήν μετά τόν θάνατο ἀνυπαρξία, κατά τήν διάλυση καί ἀποσύνθεσή τους19.&lt;br /&gt;Ἡ ποιητική, ὅμως, καί συντηρητική αἰτία τοῦ παντός20 ἄκτιστη θεότητα, σέ ἀντίθεση πρός τήν ὑπ’ αὐτῆς δημιουργηθεῖσα κτιστή καί κατά τά προαναφερθέντα τρεπτή21, ἐπιρρεπῆ στήν ἀλλοίωση, πεπερασμένη22 καί ἐντός ὁρίων ἐντεταγμένη23 φύση, ὑφίσταται πάντοτε «κατὰ τὸ αὐτὸ» καί τυγχάνει «ἀεὶ ὡσαύτως ἔχουσα»24 καί ἀναδεικνύεται «κρείττων τε προσθήκης ἁπάσης καὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀγαθῶν ἀνεπίδεκτος»25. Κατά τήν διατύπωση τῆς ἐν λόγῳ διδασκαλίας ὁ ἱερός πατήρ χαρακτηρίζει τήν θεία φύση «ἀναυξῆ», «ἀμείωτον» καί «παντὸς ὅρου ἐπέκεινα»26, ἐφόσον τῆς ὑπερκειμένης πάσης διαστηματικῆς ἔννοιας ἀνάρχου καί ἀτελευτήτου θείας φύσεως27 «μέτρον» καθίσταται ἡ «ἀπειρία»28.&lt;br /&gt;Κατά τήν ἐφαρμογή, ἐξ ἄλλου, τῆς μεθόδου τῆς διαιρέσεως ἐπί τῆς φύσεως τῶν κτιστῶν ὄντων29, ὁ Γρηγόριος ἐπισημαίνει τήν «τομὴν»30 αὐτῆς, λαμβάνοντας ὡς κριτήριο διακρίσεως τήν «ἡμετέραν κατάληψιν»31, τήν ἀντιληπτική δηλαδή ἱκανότητα, τήν ἐντασσόμενη ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Διαφοροποιεῖ κατ’ αὐτόν τόν τρόπο τό ὑποπίπτον στήν αἰσθητικἠ κατανόηση «αἰσθητὸν καὶ ὑλῶδες»32, τό ὁποῖο γίνεται ἀντιληπτό διά τῶν «ποιοτήτων» πού συνιστοῦν τά ἐκ τῆς φύσεώς της ὑπάρχοντα ἰδιώματα τῆς ὕλης33, ἀπό τό «κατ’ ἔννοιαν» θεωρούμενο34 «νοητὸν καί ἄϋλον», τό ὁποῖο κατανοεῖται ὡς «ὑπερπῖπτον τὴν αἰσθητικὴν κατανόησιν»35. Κατά τήν πραγμάτευση τοῦ ἐν λόγῳ θέματος ὁ Γρηγόριος χρησιμοποιεῖ ἐπίσης τήν ἔννοια τοῦ «ὁρατοῦ», διά τῆς ὁποίας ὑπαινίσσεται τό «αἰσθητὸν καί σωματῶδες» κατ’ ἀντιδιαστολήν πρός τήν ἔννοια τοῦ «ἀοράτου», ἡ ὁποία ὑποσημαίνει τό «νοητὸν καὶ ἀσώματον»36.&lt;br /&gt;Ἔτσι, μέ τήν ἀπόδοση στήν αἰσθητή φύση τοῦ γνωρίσματος τῆς διά τῶν σωματικῶν αἰσθητηρίων ἀντιλήψεως τῶν ἰδιοτήτων αὐτῆς37 ἐπισημαίνεται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ἡ ὑφιστάμενη μεταξύ αὐτῆς καί τῆς νοερᾶς οὐσίας διαφορά, ἡ ὁποία ὡστόσο νοερά φύση καθίσταται καταληπτή ὑπό τοῦ νοῦ «διὰ τῆς χειραγωγίας τῶν αἰσθητῶν»38. Ἀναφορικῶς δέ μέ τήν «ἀσώματον», «ἀναφῆ» καί «ἀνείδεον» νοητή φύση39, ἡ διαφορά τοῦ μείζονος πρός τό ἔλασσον δέν ἀναδεικνύεται διά τῆς συγκρίσεως τῶν ἰδιοτήτων τῆς ὕλης ἀλλά διά τῆς κατά μείζονα ἤ ἐλάσσονα τρόπο κοινωνίας τοῦ πρώτου ἀγαθοῦ τῆς «ὑψηλῆς φύσεως»40, δηλαδή ἀναλόγως τῆς μετοχῆς τῆς νοητῆς κτίσεως στήν ἀιδίως καί κατά φύσιν ἔχουσα τήν ἀγαθότητα ἄκτιστη θεότητα41.&lt;br /&gt;Ἡ ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐντοπιζόμενη ὀντολογική διαφορά μεταξύ τῆς αἰσθητῆς φύσεως καί τῆς νοερᾶς οὐσίας δέν αἴρει εὐλόγως τόν «τῆς συμπνοίας εἱρμὸν», διά τοῦ ὁποίου πραγματοποεῖται ἡ «μίξις» καί ἡ «ἀνάκρασις» τοῦ αἰσθητοῦ καί τοῦ νοητοῦ, ἡ ἀποσκοποῦσα στήν δυνατότητα μετοχῆς τοῦ συνόλου τῆς κτίσεως στίς δωρεές καί τήν χάριν τῆς «κρείττονος» θείας φύσεως42. Ἀπό αὐτήν τήν συνανάκραση τῆς λεπτῆς καί «εὐκινήτου» νοητῆς οὐσίας καί τῆς αἰσθητῆς φύσεως προκύπτει τό «κατὰ τὸ ἀνθρώπινον» μεῖγμα43, γεγονός πού ἀναδεικνύει κατά τόν Καππαδόκη θεολόγο τό «συγγενὲς καὶ ὁμόφυλον» τοῦ ἐκ γηίνου σώματος καί νοερᾶς ψυχῆς συνιστάμενου «ἀνθρωπίνου πλάσματος» πρός τήν νοητή καί ἀσώματη ἀγγελική φύση44 .&lt;br /&gt;Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι κατά τήν ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐπιτελούμενη θεολογική θεώρηση τῆς οὐσίας τῶν ὄντων, ἡ φύση τῶν ἀγγέλων χαρακτηρίζεται ὡς οὐσία «λεπτὴ», «καθαρὰ» καί «εὐκίνητος»45 καί ἀποτελεῖ τήν νοητή πολιτεία, τῆς ὁποίας ἔργο καί κατόρθωμα συνιστᾶ ἡ «θεωρία» τοῦ Πατρός καί ἡ μίμηση τοῦ ἀφθάρτου κάλλους τῆς θεότητας46.Ἡ ἀγγελική φύση, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε πρίν ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τάχθηκε στήν ἐπιστασία τοῦ «περιγείου» τόπου47, ἀπολαμβάνει τήν οὐράνια μακαριότητα48, ἐφόσον ἐνδιαίτημα αὐτῆς τυγχάνει ὁ αἰθέριος, ὑπερκόσμιος καί ἐπουράνιος χῶρος49. Πρόκειται περί τῶν νοητῶν ἐκείνων δυνάμεων50, οἱ ὁποῖες, χωρίς νά ὑπόκεινται στούς νόμους τῆς ὕλης, εἶναι ἀπαλλαγμένες τοῦ σωματικοῦ βάρους51 καί τυγχάνουν ἀπροσδεεῖς τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν52. Διακρίνονται, σύν τοῖς ἄλλοις, ὑπό τῆς κατ’ ἴδιον καί ἐξαίρετον τρόπο κοσμήσεως ἀπό τίς ἀρετές τῆς ἀπάθειας καί τῆς παρθενίας53, γεγονός τό ὁποῖο δηλώνεται ἀπό τήν παρομοίωση αὐτῶν μέ «λιμένας», πού χαρακτηρίζονται ὡς «ἀκύμαντοι»54 ἀπό τά πάθη, τά ὁποῖα συνεπάγεται ἡ μείξη τῆς νοερᾶς οὐσίας μέ τήν σαρκώδη ὕλη55.&lt;br /&gt;Ἡ νοερά καί ὑπερκόσμια πολιτεία τῶν ἀγγέλων, ἡ χαρακτηριζόμενη ἀπό τήν διηνεκῆ παραμονή αὐτῶν σέ κατάσταση «ἀσυγχύτου» καί μή ἀνατρέψιμης ἀπό κανένα εἶδος κακίας «εὐταξίας»56, ἐνεργεῖ ἀνεμποδίστως τό ἀγαθό57. Ἡ ὑπό τοῦ Γρηγορίου θεώρηση τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀγγέλων «ἐν τῷ ἀγαθῷ» εἰς τό διηνεκές ἐπ’ οὐδενί εἶναι δυνατόν νά ἐκληφθεῖ ὡς παραδοχή ἐκ μέρους τοῦ ἱεροῦ πατρός τῆς θεωρήσεως τῆς φύσεως αὐτῶν ὡς «ἀτρέπτου»58˙καί τοῦτο, διότι τό «πάγιον» καί «ἀκίνητον» συνιστοῦν ἀποκλειστικά ἰδιώματα τῆς ἄκτιστης φύσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ59. Ἡ ἐκ μέρους τῶν μή κατεχουσῶν ἐκ φύσεως τήν ἁγιότητα ὑπερκοσμίων δυνάμεων60 ἀποποίηση παντός κακοῦ «κατορθοῦται» διά τῆς παραμονῆς αὐτῶν «ἐν τῷ ἀγαθῷ θελήματι»61, γεγονός τό ὁποῖο συνιστᾶ ἀποτέλεσμα τῆς ἀσκήσεως τοῦ αὐτεξουσίου μέ τό ὁποῖο κοσμήθηκε κατά τήν δημιουργία της ἡ νοητή φύση62. Δέν πρόκειται, ἑπομένως, περί μιᾶς κατά φύσιν προσαρμοσμένης στό γένος τῶν ἀγγέλων ἀναμαρτησίας ἀλλά περί μιᾶς ἔνδοξης καταστάσεως, στήν ὁποία πλέον εὑρίσκονται «χάριτι»63. Ἡ ὑπερκόσμια αὐτή «στρατιὰ» καί «πανήγυρις»64 ἐντάσσεται ἀπό τόν Γρηγόριο στό αὐτό σύνολο μέ τήν «διὰ σαρκὸς εἰληχυῖαν τὴν ζωὴν»65 καί κατά τούς ὑλικούς καί γήινους ὅρους διαβιοῦσα ἀνθρώπινη φύση, τό ὁποῖο σύνολο, κατ’ ἀντιδιαστολήν πρός τήν «ἄψυχον» καί «ἄλογον» φύση66, χαρακτηρίζεται, ὡς κατέχον τήν δυνατότητα τῆς «κατὰ τὸν νοῦν» ἐνέργειας67, οὐσία «λογικὴ»68.&lt;br /&gt;Ἡ ἀπό κοινοῦ ἀπόδοση στήν ἐνσώματη καί ἀσώματη φύση τοῦ ἐξαίρετου ἰδιώματος τοῦ λόγου ἐμφαίνει σαφῶς τήν προαναφερθεῖσα συνάφεια τῶν δύο αὐτῶν εἰδῶν τῶν ἔλλογων ὄντων, γεγονός τό ὁποῖο τεκμαίρεται καί ἀπό τήν θεώρηση αὐτῶν ὡς οὐσιῶν «ἀτελευτήτων»69. Συγκεκριμένως, ἡ διά τῆς ἀθανασίας πρόοδος τῆς ζωῆς «πρὸς τὸ ἄπειρον»70 θεωρεῖται ἴδιον τοῦ συνόλου τῆς λογικῆς φύσεως, τῆς κατέχουσας τήν ἀρχή τῆς συστάσεώς της ἐκ τῆς ἀνάρχου θεότητας71, καί ὀφείλεται στήν φυσική ἱκανότητα τῆς πνευματικῆς φύσεως «εἰς τὸ ἀΐδιον προϊέναι»72. Γνώρισμα, ἐπίσης, χαρακτηρίζον τήν ἐνσώματη καί ἀσώματη καί τετιμημένη μέ τόν λόγο καί τήν διάνοια ἔλλογη κτίση73 καί καταδεικνύον τήν γνησιότητα τῆς φύσεως αὐτῆς74 συνιστᾶ ἡ διά τῆς ὀπτικῆς ἐνέργειας τῆς νοερᾶς φύσεως ἐκφραζόμενη μέθεξη τοῦ «ὄντως ὄντος», ἡ ὁποία, χωρίς νά συνεπάγεται τήν ἄρση τοῦ «ἀνεφίκτου» τῆς γνωστικῆς προσεγγίσεως τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ75, παρουσιάζεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς ζωή «κατάλληλος», ἐμφαίνουσα τήν συγγένεια τῆς ὀρεγόμενης τήν ὡς ἄνω μέθεξη ἔλλογης κτιστῆς φύσεως μέ τήν ἄκτιστη φύση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ76.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 80BC. Ἡ μετάφραση τοῦ Ἐβωνίτου Συμμάχου διακρίνεται ἀφ’ ἑνός μέν γιά τήν πιστότητα αὐτῆς πρός τό ἑβραϊκό πρωτότυπο, ἀφ’ ἑτέρου δέ γιά τήν ἑλληνοπρέπεια τοῦ λόγου, καθώς καί γιά τήν τάση πρός ἐκλείανση καί ἀπάλειψη τῶν ἀνθρωπομορφικῶν περί Θεοῦ ἐκφράσεων. Ἡ μετάφραση τοῦ ἐξ Ἐφέσου Ἰουδαίου Θεοδοτίωνος, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὑπό τῆς ἐπιμελημένης ἑλληνικῆς γλώσσας, θεωρεῖται ἀποτέλεσμα ἐπεξεργασίας ἤ ἐλεύθερης ἀναθεωρήσεως τοῦ κειμένου τῶν Ο΄, βάσει τοῦ ἑβραϊκοῦ κειμένου τῆς ἐποχῆς, κατά τήν ὁποία ἐκδόθηκε, καί ἔτυχε μεγαλύτερης ἀποδοχῆς ἀπό τήν μετάφραση τοῦ Ἀκύλα, ἰδιαιτέρως ἐντός τοῦ κύκλου τῶν Χριστιανῶν. Ἰδιάζον γνώρισμα αὐτῆς τυγχάνει ἡ ἀκριβής συμμόρφωση πρός τό πρωτότυπο καί ἡ ἀντί μεταφράσεως ἁπλή μεταγραφή ὁρισμένων λέξεων καί φράσεων (Βλ., σχετικῶς, Π. Ἰ. Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ, Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, 585-587. Ἀ. Π. Χ α σ τ ο ύ π η, Εἰσαγωγή εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, 590).&lt;br /&gt;2 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 72BC: «τῇ δὲ συγκαταβληθείσῃ δυνάμει τε καὶ σοφίᾳ πρὸς τὴν τελείωσιν ἑκάστου τῶν μορίων τοῦ κόσμου, εἱρμός τις ἀναγκαῖος κατά τινα τάξιν ἐπηκολούθησεν». Bλ., ἐπίσης, Ν. Ρ. Ξ ι ώ ν η, Οὐσία καί ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, 37, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπισημαίνεται μία κατά τά φαινόμενα ὁμοιότητα τοῦ κατά συμβεβηκός ὄντος τοῦ Ἀριστοτέλους μέ τήν ἄποψη τοῦ Γρηγορίου σχετικῶς μέ τήν κατά τό εἶδος ἀποκάλυψη «ἑκάστου τῶν ὄντων», ἡ ὁποία συγκροτεῖται «ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ (θείου) θελήματος ὁρμῇ» (Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 72B). Ἡ διαφορά, ἐν τούτοις, ἐντοπίζεται κατά τόν ἴδιο συγγραφέα «στό γεγονός ὅτι τό “Εἶναι” κατά τόν Ἀριστοτέλη προϋπάρχει, ἐνῶ κατά τόν ἅγ. Γρηγόριο ἀποτελεῖ κτίσμα τῆς ἀκτίστου θείας φύσεως καί τοῦ θείου θελήματος».&lt;br /&gt;3 Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 31,17-32,6 (=PG 44, 441AB). Βλ., ἐπίσης, Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 72C. Πρβλ. V. R a d u c a, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΙΣ, 26.&lt;br /&gt;4Βλ. Θ ε ο δ ω ρ ή τ ο υ Κ ύ ρ ο υ, Εἰς τὴν Γένεσιν, PG 80, 93C-96A. Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α- σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 50,2-7 (=PG 94, 880Α). Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Π α λ α μ ᾶ, Προτρεπτικὴ πρὸς νηστείαν, Λόγος 6, PG 151, 80BC. Πρβλ. Σοφ.Σολ. 11,17. Σχετικῶς μέ τό θέμα αὐτό τῆς ἐξελικτικῆς μορφῆς τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου βλ. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2, 170. Χ. Ἀ ν δ ρ ο ύ τ σ ο υ, Δογματική, 95. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 323-324. J. B r i n k t r i n e, Die Lehre, 203-205.&lt;br /&gt;5 Βλ., σχετικῶς, J. J. C o l l i n s, «The primacy», Diakonia 14(1979),31. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, 339. Γ. Δ. Μ α ρ τ ζ έ λ ο υ, Ὀρθόδοξο δόγμα καί θεολογικός προβληματισμός Β΄, 65-66. Βλ., ἐπίσης, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 45, PG 36, 628C. Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Ch.Kannengiesser, SC, τ.199, 268,5 (=PG 25, 101Α). Ἰ ω ά ν ν ο υ X ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Ὁμιλίαι είς τὴν Γένεσιν, Λόγος 3, PG 53, 35D. Πρβλ. καί Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 452-453.&lt;br /&gt;6 Πρβλ., σχετικῶς, Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πνεῦμα καί Λόγος, 21. Ν. Ἀ Μ α τ σ ο ύ κ α, Τό πρόβλημα τοῦ κακοῦ, 50. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, «Θεολογία καί ἀνθρωπολογία», Τόμος ἑόρτιος Μεγάλου Ἀθανασίου (1974), 57-58. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Κόσμος, 60-61.&lt;br /&gt;7 Βλ. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 35. Βλ., ἐπίσης, Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 1, M. Tetz, Athanasius Werke, τ.1,Ι, 129,2-130,5 (=PG 26,53Α). Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 20,56-21,62 (=PG 94,812ΒC).&lt;br /&gt;8 Περί τῆς σχετικῆς διδασκαλίας, βλ., Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 187.&lt;br /&gt;9 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 124B.&lt;br /&gt;10Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 105Α: «τούτου γὰρ ἕνεκεν ἡ λογικὴ φύσις ἦλθεν εἰς γένεσιν, ὡς τὸν πλοῦτον τῶν θείων ἀγαθῶν μὴ ἀργὸν εἶναι». Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 8, P.Alexander, GNO, τ.5, 438,7 (=PG 44, 752Α). Πρβλ., Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184Α. Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, GNO, τ.2, 367,19-24 (=PG 45, 525BC). Βλ., ἐπίσης, Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54(1983), 312. Ἰ. Κ α π ε ν έ κ α, «Εἰσηγήσεις», Νέα Σιών 50(1955),185. V. R a d u c a, ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΙΣ, 26, ὅπου ἡ ἀξία τῆς δημιουργίας συνδέεται μέ τό δημιουργικό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀπόδοση τῆς αἰτίας τῆς δημιουργίας τοῦ σύμπαντος κόσμου στήν ὑπερβάλλουσα ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας «εὐδόκησε γενέσθαι τινὰ τὰ εὐεργετηθησόμενα καὶ μεθέξοντα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος» ἀπαντᾶ ἐπίσης στόν Ἰωάννη Δαμασκηνό (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 45,3-4 [=PG 94, 864C-865A]). Ὁ Ν. Ξεξάκης σημειώνει ὅτι «προϋποτιθέμεναι καί προσιδιάζουσαι» στήν «ἐξ οὐκ ὄντων» κτίση τοῦ κόσμου εἶναι οἱ θεῖες ἐνέργειες τῆς «ἐλευθερίας, τῆς ἀγάπης, τῆς παντοδυναμίας καί τῆς σοφίας» (Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 36).&lt;br /&gt;11 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO,τ.1, 106,4-6 καί 16-17 (=PG 45, 333BC).&lt;br /&gt;12 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 137,8-13 (=PG 45, 368ΒC). Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 69Β. Πρβλ., σχετικῶς, G. H o r n, «L’ amour», RAM 6(1925), 384.&lt;br /&gt;13 Πρὸς τόν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 246,14-16 ( =PG 45, 933Α). Βλ. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 44-45, ὅπου ἡ διττή πραγματικότητα τοῦ ἀκτίστου καί τοῦ κτιστοῦ προσδιορίζεται ὡς «ἰδιαζούσης σημασίας διάκρισις», πού ἐπισημαίνεται «διά τῆς ἐξ οὐκ ὄντων δημιουργίας τοῦ κόσμου ὑπό τοῦ ἐν τριάδι Θεοῦ». Βλ. καί Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2, 164. Πρβλ., ὡσαύτως, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Κατὰ Εὐνομίου, Λόγος 3, B. Sesboüé, SC, τ.305, 152,18-20 (=PG 29, 660Α).&lt;br /&gt;14 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 117,6-19 (=PG 45, 345ΒC). Ἄξιο ὑπομνήσεως θεωρεῖται τό διατυπούμενο συμπέρασμα ὅτι ἡ μή συμπερίληψη ἀπό τόν Παῦλο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κατάλογο τῶν ἀοράτων δυνάμεων ἀποτελεῖ κατά τόν Γρηγόριο ἁγιογραφική μαρτυρία περί τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ «ἄνω τῆς κτίσεως» (Βλ., σχετικῶς, ὅπ.π., 118,1-11 [=PG 45, 345D]).&lt;br /&gt;15 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 395,3-14 (=PG 45, 1104D).&lt;br /&gt;16 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 135,2-5 (=PG 45, 365ΑΒ): «ἡ δὲ κτίσις ἀπό τινος ὁμολογουμένης πάντως ἀρχῆς ἐπὶ τὸν ἴδιον σκοπὸν διὰ τῶν χρονικῶν διαστημάτων ὁδεύουσα φέρεται, ὡς ταύτης μὲν δυνατόν εἶναι...ἀρχὴν καὶ τέλος καὶ μεσότητα διασκοπῆσαι, διὰ τῶν χρονικῶν τμημάτων, τὴν ἀκολουθίαν τῶν κατ’ αὐτὴν σημειούμενα». Βλ., ἐπίσης, Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 7, W. Jaeger, GNO, τ.2, 226,26-28 (=PG 45, 813Β). Πρβλ. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 2-10. J. F. C a l l a h a n, «Greek Philosophy», DOP 12(1958), 36-37.&lt;br /&gt;17Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 7, W. Jaeger, GNO, τ.2, 225,28-30 (=PG 45, 812D). Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1. 136,8-13 (=PG 45, 365D-368Α).&lt;br /&gt;18Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 6, W. Jaeger, GNO, τ.2, 209,26-210,8 (=PG 45, 793CD). Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 395,9-11 (=PG 45, 1104D). Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ θέση τοῦ Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ὁ ὁποῖος, σχολιάζοντας τό ἁγιογραφικό ἐδάφιο Β’Πέτρ. 3,13, ὑποστηρίζει τήν δι’ ἀνακαινίσεως ἀπαλλαγή ὅλης τῆς κτίσεως ἀπό τήν δουλεία καί τήν φθορά, ὅπως ἀκριβῶς θά συμβεῖ στά σώματα κατά τήν κοινή ἀνάσταση (Βίβλος τῶν ἠθικῶν, Λόγος 1, J. Darrouzès, SC, τ.22, 206-208). Βλ., ἐπίσης, Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 74.&lt;br /&gt;19 Βλ., σχετικῶς, Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 284,13-16 (=PG 45, 977C). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 212D-213B. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 69CD.&lt;br /&gt;20 Βλ., σχετικῶς, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 25Β-28Α. Πρβλ., ἐπίσης, Β. Τ α τ ά κ η, La Contribution, 199.&lt;br /&gt;21 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 109,5-6 (=PG 45,336D-337A): «τὸ γὰρ ἄτρεπτον ἡ κτίσις ἐν τῇ φύσει οὐκ ἔχει».&lt;br /&gt;22 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 246,16 (=PG 45, 933Α): «αὕτη(=ἡ κτιστή οὐσία) πεπεράτωται, ἐκείνη(=ἡ ἄκτιστος φύσις) πέρας οὐκ ἔχει». Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 108AB.&lt;br /&gt;23 Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 69D-72A, ὅπου ὁ Γρηγόριος, κατά τήν ἀναφορά στήν δημιουργία, σύμφωνα μέ τό βιβλίο τῆς Γενέσεως(1,1), τῶν θεωρουμένων γνωστῶν διά τῶν αἰσθήσεων «ἐσχάτων» τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, κάνει λόγο γιά τήν συμπερίληψη ὅλων τῶν ὄντων, τήν ὁποία ἡ Γραφή ὑπαινίσσεται. Ἄξια ἀναφορᾶς καθίσταται, σύν τοῖς ἄλλοις, ἡ ἑρμηνευτική θεώρηση ἐκ μέρους τοῦ ἱεροῦ πατρός τοῦ ὑπό τοῦ Παύλου ἀναφερόμενου «τρίτου οὐρανοῦ» (=Β΄ Κορ. 12,2-4), ὡς τοῦ ἀκρότατου σημείου τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, τό ὁποῖο ἐντάσσει σέ μία τριμερῆ διαίρεση τοῦ φαινόμενου σύμπαντος (Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 120D-121D). Πρβλ., σχετικῶς, M. C a n é v e t, «Saint Grégoire de Nysse», DSp 6(1967), 985.&lt;br /&gt;24 Πρὸς τόν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 246,25-26 (=PG 45, 933Β). Βλ., ἐπίσης, Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 4, W. Jaeger, GNO, τ.2, 158,13-15 (=PG 45, 736D). Εἰς τὸ, τότε καὶ αὐτὸς ὁ Υἱὸς, J.K.Downing, GNO, τ.3,2, 9,4-6 (=PG 44, 1309A). Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 2, P.Alexander, GNO, τ.5, 314,1-3 (=PG 44, 649A). Ὅπ.π., Λόγος 8, 421,20-422,2 (=PG 44, 737B).&lt;br /&gt;25 Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H.Langerbeck, GNO, τ.6, 174,3-5 (=PG 44, 885D). Ἐκ τοῦ πλήθους τῶν σχετικῶν πρός τό θέμα αὐτό χωρίων ἀπό τά ἔργα τοῦ ἱεροῦ πατρός, βλ., ἐνδεικτικῶς, Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 79,7-12 (=PG 44, 500A). Πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν, Fr. Mueller, GNO, τ.3,1, 24,22-24 (=PG 45, 180B). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W.Jaeger, GNO, τ.2, 316,21-317,3 (=PG 45, 472Β). Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 357,24-27 (=PG 45, 1061Α). Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 40,20-25 (=PG 44, 333BC). Βλ., σχετικῶς πρός τό σημεῖο αὐτό, Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 197.&lt;br /&gt;26 Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 77,9-10 (=PG 46, 172C). Πρβλ., ἐπίσης, Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 135,17-19 (=PG 45, 365C).&lt;br /&gt;27 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 3, W.Jaeger, GNO, τ.2, 109,27-29 (=PG 45, 681D). Ὅπ.π., 110,22-25 (=PG 45, 684B). Πρὸς τόν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 469,8-470,1 (=PG 45, 1068C). Πρβλ., ἐπίσης, Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 5, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 65,11-13 (=PG 44, 1184BC), ὅπου οἱ ἐκφράσεις «πανταχοῦ ὤν» καί «πᾶν περιέχων» θεωροῦνται χαρακτηριστικές τοῦ «ἀπείρου» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;28 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 246,16-18 (=PG 45, 933Α). Περί τῆς ἀποδιδόμενης στόν Θεό ἔννοιας τοῦ «ἀπείρου», ἡ ὁποία στήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου διαφοροποιεῖται κατά τό περιεχόμενό της ἀπό τήν ἀντίστοιχη, τήν εὑρισκόμενη ἐντός τῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως, βλ., γενικῶς, F. M ü h l e n b e r g, Die Unendlichkeit Gottes, 89-101. G. F l o r o v s k y, Eastern Fathers, 169-170. P. W i l s o n- K a s t n e r, «God’s infinity», Foun 21(1978), 306-307.&lt;br /&gt;29 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,2 (=PG 46, 172D): «διχῇ διῃρημένης τῆς κτίσεως πάσης». Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 60ΑB, ὅπου τήν διαίρεση τῶν ὄντων σέ «σωματικὸν» καί «νοερὸν» μέρος ἀκολουθεῖ ἡ κατά τό «ἔμψυχον» καί «ἄψυχον» κατάταξη τῶν σωματικῶν ὄντων ἀναλόγως πρός τήν μετοχή αὐτῶν στήν ζωή. Ὁ περαιτέρω διαχωρισμός τῶν ἐμψύχων ὄντων σέ σύνοικα πρός τίς αἰσθήσεις καί ἄμοιρα αὐτῶν ὁδηγεῖ τήν συλλογιστική τοῦ ἱεροῦ πατρός στήν τελευταία διαίρεση τῶν «αἰσθητικῶν» εἰδῶν σέ «λογικὰ» καί «ἄλογα». Πρβλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 145ΑΒ.&lt;br /&gt;30 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 105,19-20 (=PG 45, 333Β): «πάντων τῶν ὄντων ἡ ἀνωτάτω διαίρεσις εἴς τε τὸ νοητὸν καὶ τὸ αἰσθητὸν τὴν τομὴν ἔχει».&lt;br /&gt;31 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 113,20-22 (=PG 45, 341Β).&lt;br /&gt;32 Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 173,7-10 (=PG 44, 885C). Βλ., ἐπίσης, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 21,7-8 (=PG 45, 25Β).&lt;br /&gt;33 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 105,22-24 (=PG 45, 333Β).&lt;br /&gt;34 Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,5-7 (=PG 46, 173Α).&lt;br /&gt;35 Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H.Langerbeck, GNO, τ.6, 173,10–11 (=PG 44, 885C). Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 6, P.Alexander, GNO, τ.5, 373,21-374,6 (=PG 44, 697A).&lt;br /&gt;36 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,1-5 (=PG 46, 172D-173A). Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 105,20-106,1 (=PG 45, 333Β). Ὅπ.π., 117,2-5 (=PG 45, 345Α). Πρβλ., σχετικῶς πρός τό σημεῖο αὐτό, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ, PG 31, 216Α. Ἄξιο ἀναφορᾶς θεωρεῖται ὅτι ὁ νοητός κόσμος κατά τόν Γρηγόριο δέν τίθεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὅπως συμβαίνει κατά τούς Φίλωνα, Πλωτίνο καί Ὠριγένη. Σχετικῶς πρός τό θέμα, βλ.,ἐνδεικτικῶς, Κ. Γ. Ν ι ά ρ- χ ο υ, Είσαγωγικά μαθήματα στή φιλοσοφία, 74. J. D a n i é l o u, Platonisme, 160-161. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 22-23. E. von I v a n k a, «Vom Platonismus», Schol11 (1936), 193-194. Περί τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Πλωτίνου γιά τόν νοητό κόσμο, βλ. Θ. Ἀ. Ἀ λ ε- ξ ο π ο ύ λ ο υ, «Τό εἶναι», 27.&lt;br /&gt;37Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 106,6-11 (=PG 45, 333C). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 173,13-17 (=PG 44, 885C).&lt;br /&gt;38 Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 113,22-25 (=PG 45, 341C): «τὸ διὰ τῆς τῶν αἰσθητῶν χειραγωγίας ὑπὸ τοῦ νοῦ θεωρούμενον, ὅ δὴ νοητὸν εἶναί φαμεν».&lt;br /&gt;39Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 21,14-16 (=PG 45, 25C). Πρβλ., σχετικῶς, D. L. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ, 46. A. Α.W e i s w u r m, The nature of human knowledge, 37. A. A. M o s s h a m m e r, The Greated and the Uncreated, 357-358.&lt;br /&gt;40Bλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 106,17-22 (=PG 45, 333CD). Πρβλ. καί Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 174,6-7 (=PG 44, 885D).&lt;br /&gt;41 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 107,4-7 (=PG 45, 336Α): «ἡ δὲ ἄκτιστος φύσις...οὐκ ἐπίκτητον ἔχουσα τὸ ἀγαθὸν, οὐδὲ κατὰ μετοχὴν ὑπερκειμένου τινὸς καλοῦ τὸ καλὸν ἐν ἑαυτῇ δεχομένη». Ἀναφορικῶς μέ τήν ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐκτιθέμενη θεολογική διδασκαλία περί τῆς νοητῆς κτιστῆς φύσεως καί τῶν προσδιοριστικῶν γνωρισμάτων της πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἡ διατύπωση ἀπό τόν Θ. Ἀλεξόπουλο τοῦ συμπεράσματος ὅτι «ὁ νοητός κόσμος ἔχει κάποιο ὀντολογικό προβάδισμα ἔναντι τοῦ αἰσθητοῦ», ἐφόσον, συγκρινόμενος μέ τήν πραγματικότητα, τήν καθιστάμενη ἀντιληπτή διά τῶν αἰσθήσεων, «ἀποτελεῖ ἀνώτερη σφαίρα ὕπαρξης» (Βλ. «Τό εἶναι», 126). Ἡ ἑρμηνευτική αὐτή ἐκδοχή ἀφ’ ἑνός μέν συνάγεται ἀπό τόν ἴδιο ἐρευνητή ἀπό τήν κατ’ αὐτόν ἑρμηνευόμενη ἄποψη τοῦ Γρηγορίου ὅτι ὁ νοητός κόσμος «δέν ὑπόκειται στούς νόμους τῆς μεταβλητότητας καί τῆς φθορᾶς», ἀφ’ ἑτέρου δέ χρησιμοποιεῖται, προκειμένου νά καταδειχθεῖ ὅτι ὁ Γρηγόριος προσδίδει «στήν φύση τῶν νοητῶν ὄντων ἕνα χαρακτήρα ἀϊδιότητας» (Βλ., σχετικῶς, «Τό εἶναι», 127-128). Πρέπει, ὅμως, νά τονισθεῖ ὅτι τό στοιχεῖο τῆς μεταβολῆς θεωρεῖται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὡς προσιδιάζον χαρακτηριστικό τῆς ἐκ νοητοῦ καί αἰσθητοῦ στοιχείου ἀποτελούμενης ἀνθρώπινης φύσεως, ἀφοῦ ἀπέκτησε μέν διά τῆς ἐκ τοῦ μή ὄντος γενέσεώς της τήν ὑπόστασή της (Βλ., ἐνδεικτικῶς, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 24,4-6 [=PG 45, 28D]. Ὅπ.π., 35,18-20 [=PG 45, 40Α]), ἐκφράζει δέ ἐπιπροσθέτως τήν ροπή τοῦ αὐτεξούσιου «κινήματός» της (Βλ., κατ’ ἐπιλογήν, Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ,1, 106,23-107,1 [=PG 45, 333D]. Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 52,25-26 [=PG 44, 468Α]). Θά πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ἐξ ἄλλου ὅτι ἡ ἀιδιότητα ἀποτελεῖ ἀποκλειστικό φυσικό ἰδίωμα τοῦ ἄκτιστου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι μέ τόν ὑποδεικνυόμενο ἑρμηνευτικό προσδιορισμό τῶν προαναφερθέντων σημείων τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Νύσσης συμφωνεῖ ὁ ἴδιος ἐρευνητής σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ μνημονευθέντος ἔργου του (Βλ., σχετικῶς, «Τό εἶναι», 173-182).&lt;br /&gt;42 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 21,16-22,3 (=PG 45, 25C). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 48,29-49,1 (=PG 44, 1165C). Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,16-23 (=PG 46, 173Β). Πρβλ., σχετικῶς, Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54(1983), 311-312.&lt;br /&gt;43Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,3-10 (=PG 45, 25CD).&lt;br /&gt;44 Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 48,18-20 καί 49,4-6 (=PG 44, 1165BC). Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 47,22-24 (=PG 44, 340D). Σχετικῶς μέ τό θέμα αὐτό βλ., ἐνδεικτικῶς, J. D a n i é l o u, L’ être , 6. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 23. Τό ζήτημα τῆς θεωρήσεως καί τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀσώματης φύσεως τῶν ἀγγέλων ἐπιδέχεται διπλή ἑρμηνευτική προσέγγιση, ἐφόσον κατά τήν πρώτη ἐκδοχή ἡ ἀγγελική φύση εἶναι ἀμιγῶς πνευματική (Βλ., σχετικῶς, Π. Τ ρ ε μ π έ- λ α, Δογματική, τ.1, 414-415. M. S e e m a n n,«Die Angel», MyS 2[1967], 977. 979. A. W i n k l h o f e r, Die Welt der Engel, 24-30), κατά τήν δεύτερη δέ, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἐπικρατέστερη στήν πατερική σκέψη, οἱ ἄγγελοι κατέχουν ἕνα εἶδος «λεπτοῦ καί αἰθερίου» σώματος, ἀφοῦ ἡ ἰδιότητα τοῦ ἀπολύτως ἀσωμάτου εἶναι ἀποκλειστικό γνώρισμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ (Σχετικῶς μέ τίς ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις τοῦ θέματος τῆς ἀσώματης φύσεως τῶν ἀγγέλων στήν πατερική θεολογία βλ., ἐνδεικτικῶς, Β α σ ι- λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, B.Pruche, SC, τ.17bis, 376,3-13 [=PG 32, 136Α]. Ἰ ω ά ν- ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 45,2-14 [=PG 94, 865Α-868Α]). Βλ., ἐπίσης, Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 93. Μ. Β. Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου(Διδακτορική Διατριβή), 137-161, ὅπου διενεργεῖται ἡ παρουσίαση καί ἀνάπτυξη τῶν θέσεων πού ἔχουν διατυπωθεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη Φιλόπονο καί ἔχουν ἐξετασθεῖ ἐκ παραλλήλου πρός τήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ κατ’ ἀντιρρητικόν τρόπο πρός τίς ἀντιλήψεις τῶν Νεστοριανῶν περί τῆς ἀγγελικῆς φύσεως.&lt;br /&gt;45 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,10-11 (=PG 46, 173Α). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 48,20-24 (=PG 44, 1165ΒC).&lt;br /&gt;46 Βλ. Περὶ παρθενίαςJ.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 276,16-21 (=PG 46, 348A). Βλ., ἐπίσης, Β α- σ ι λ ε ί ο υ(;), Εἰς τὸν προφήτην Ἠσαΐαν, PG 30, 433Α. Χ. Ἀ ν δ ρ ο ύ τ σ ο υ, Δογματική, 125. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 431-436. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 100-101. M. S e e m a n n, «Die Engel», MyS 2(1967), 986.&lt;br /&gt;47 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,18-23,2 (=PG 45, 28Α). Πρβλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 47,24-48,2 (=PG 44, 340D). Ἄν καί γιά τόν χρόνο, κατά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκαν οἱ ἀγγελικές δυνάμεις, ἡ μόνη ἁγιογραφική ἔνδειξη προέρχεται ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ(38,7), ὑπέρ τῆς ἀπόψεως τῆς δημιουργίας αὐτῶν πρίν ἀπό τόν ὑλικό κόσμο τάσσεται γενικῶς ἡ πατερική σκέψη καί διδασκαλία. Περί τοῦ θέματος αὐτοῦ βλ., ἐνδεικτικῶς, Μ. Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τήν Ἑξαήμερον, Λόγος 1, S. Giet, SC, τ.26bis, 104-106 (=PG 29, 13ΑΒ), ἀπό τόν ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἡ δημιουργία τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἡ «πρεσβυτέρα τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως κατάστασις», ὡς «ὑπέρχρονος». Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 48,79-81 (=PG 94, 873Β). Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος 38, P.Gallay-C.Moreschini, SC, τ.358, 120,4-6 (=PG 36, 320C). Πρβλ. Χ. Ἀ ν δ ρ ο ύ- τ σ ο υ, Δογματική, 122. Ν. Μ η τ σ ο π ο ύ λ ο υ, Θέματα Δογματικῆς, 65-66. Π. Ν. Τ ρ ε- μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 412. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 89. Κατά τόν ἱερό Αὐγουστίνο, παρά ταῦτα, ὁ πνευματικός κόσμος δημιουργήθηκε κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς δημιουργίας, κατά τήν ὁποία ἐκτίσθη το φῶς, ἀπό κοινοῦ δηλαδή μέ τόν ὑλικό κόσμο. Βλ., σχετικῶς, ὅπ.π., 90. Χ. Ἀ ν δ ρ ο ύ τ σ ο υ, Δογματική, 122-123. Π. Ν. Τ ρ ε μ π έ- λ α, Δογματική, τ.1, 413.&lt;br /&gt;48 Βλ. Είς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 49,13-14 (=PG 44, 1165D). Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 72Α.&lt;br /&gt;49 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,8-10 (=PG 46, 173Α). Εἰς τὴν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 325,23-24 (=PG 46, 693A). Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης, V.W.Callahan, GNO, τ.8,1, 15,23-24 (=PG 46, 976B). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 6, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 185,5-8 καί 19 (=PG 44, 893AB).&lt;br /&gt;50Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 5, W. Jaeger, GNO, τ.2, 184,9-10 (=PG 45,765Α): «ἀξιωμάτων τινῶν διαφορὰς ὁ Ἀπόστολος ἐν ταῖς νοηταῖς δυνάμεσιν οἶδεν».&lt;br /&gt;51 Βλ. Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 49,3-5 (=PG 46, 517C): «μακάριος μὲν γὰρ ὄντως ἐκεῖνος τῶν ἀγγέλων ὁ βίος, ὁ μηδὲν τοῦ σωματικοῦ προσδεόμενος βάρους». Βλ., ἐπίσης, Περὶ παρθενίαςJ.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 276,15-17 (=PG 46, 348A). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 36,14-19 (=PG 44, 1153D). Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης, V.W.Callahan, GNO, τ.8,1, 383,2-5 (=PG 46, 972Α). Ἐγκώμιον εἰς τὸν μέγαν Βασίλειον, O.Lendle, GNO, τ.10,1, 131,15-18 (=PG 46, 813D). Ἐγκώμιον εἰς τὸν ὅσιον πατέρα ἡμῶν Ἐφραίμ(ψευδ.), PG 46, 828B.&lt;br /&gt;52Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 51,1-3 (=PG 44, 1168D): «οὐ γὰρ αἰτεῖ τὸν Θεὸν ἐν ταῖς προσευχαῖς ὁ ἄγγελος τὴν χορηγίαν τοῦ ἄρτου, ὅτι ἀπροσδεῆ κέκτηται τῶν τοιούτων τὴν φύσιν». Πρβλ., σχετικῶς, Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 414.&lt;br /&gt;53 Βλ. Περὶ παρθενίαςJ.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 309,11-12 (=PG 46, 381A): «τῆς δὲ ἀγγελικῆς φύσεως ἴδιον τὸ ἀπηλλάχθαι τοῦ γάμου ἐστὶν». Ὅπ.π., 253,18-22 (=PG 46, 321CD). Ὅπ.π., 277,21-278,1 (= PG 46, 348CD). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 4, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 135,1-2 (=PG 44, 857A): «μιμουμένην(=τήν ζωήν τῶν ψυχῶν) διὰ τῆς ἀπαθείας τὴν ἀγγελικὴν καθαρότητα». Πρβλ. J. D a n i é l o u, Platonisme, 94-95. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, «Μετεωροπορεῖν», Θεολογία 39(1968), 435.&lt;br /&gt;54 Βλ. Ἐγκώμιον εἰς τὸν ὅσιον πατέρα ἡμῶν Ἐφραίμ(ψευδ.), PG 46, 825B. Πρβλ. ὅπ.π., PG 46, 832D.&lt;br /&gt;55 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 72Α. Εἰς τὸν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης, V.W.Callahan, GNO τ.8,1, 382,5-19 (=PG 46, 969C-972A).&lt;br /&gt;56Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 15, H.Langerbeck, GNO τ.6, 446,1-4 (=PG 44, 1100Β).&lt;br /&gt;57 Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 50,15-18 (=PG 44, 1168C): «καθάπερ ἐν... πάσῃ τῇ ὑπερκοσμίῳ δυνάμει γίνεταί σου τὸ θέλημα, μηδαμοῦ κακίας παρεμποδιζούσης τοῦ ἀγαθοῦ τὴν ἐνέργειαν».&lt;br /&gt;58 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 109,5-13 (=PG 45, 336D-337A), ὅπου η «πτῶσις» τοῦ Ἑωσφόρου καταδεικνύει τό «τρεπτὸν» τῆς ἀγγελικῆς φύσεως. Πρβλ. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 45, PG 36, 629Β, ὅπου στίς ἀγγελικές δυνάμεις ἀποδίδεται ὁ χαρακτηρισμός ὄχι τῶν «ἀκινήτων» πρός τό κακό ἀλλά τῶν «δυσκινήτων» πρός αὐτό. Τόν ἴδιο χαρακτηρισμό χρησιμοποιεῖ ἐπίσης ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός(Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 47,58 [=PG 94, 872Β]), ἀπό τόν ὁποῖο βεβαίως σημειώνεται ὅτι «νῦν δὲ» τυγχάνουν οἱ ἄγγελοι «καὶ ἀκίνητοι, οὐ φύσει ἀλλὰ χάριτι καὶ τῇ τοῦ μόνου ἀγαθοῦ προσεδρείᾳ»(ὅπ.π., 47,58-59 [=PG 94, 872Β]). Βλ., ἐπίσης, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Κατὰ Εὐνομίου, Λόγος 3, B. Sesboüé, SC, τ.305, 154,45-47 (=PG 29, 660C), κατά τήν ἑρμηνευτική παρατήρηση τοῦ ὁποίου ὁ Ἑωσφόρος «οὐ γὰρ ἄν ἐξέπεσεν ... εἰ φύσει ὑπῆρχε τοῦ χείρονος ἀνεπίδεκτος». Πρβλ., ὡσαύτως, Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.2, 177. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 75.&lt;br /&gt;59 Ἀπό τό πλῆθος τῶν ἀφορώντων στό θέμα τοῦ ἀτρέπτου τοῦ Θεοῦ χωρίων, βλ., ἐνδεικτικῶς, Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 45,27-46,4 (=PG 44, 457D). Ὅπ.π., 79,7-8 (=PG 44, 500A): «μόνη κρείττων ἐστὶ τροπῆς τε καὶ ἀλλοιώσεως ἡ θεία φύσις». Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 1, W. Jaeger, GNO, τ.2, 45,27-46,2 (=PG 45, 609B). Πρβλ., ἐπίσης, Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 196-197. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 185.&lt;br /&gt;60 Πρβλ. Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 420.&lt;br /&gt;61 Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 50,7-9 (=PG 44, 1168Β).&lt;br /&gt;62 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 76,13-15 (=PG 45, 77C): «ἡ δὲ λογική τε καὶ νοερὰ φύσις, ἐὰν τὸ κατ’ ἐξουσίαν ἀπόθηται, καὶ τὴν χάριν τοῦ νοεροῦ συναπώλεσεν». Βλ., ἐπίσης, Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 49,15-20 (=PG 44, 1165D-1168Α). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 55,3-4 (=PG 44, 796C). Πρβλ. Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 404. Μ. Β. Κ ο λ ο- β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου (Διδακτορική Διατριβή), 172.&lt;br /&gt;63 Βλ.,σχετικῶς, Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 98-99. Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 421-422. M. S e e m a n n, «Die Engel», MyS 2(1967), 985. Βλ., ἐπίσης, Β α σ ι- λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, B.Pruche, SC, τ.17bis, 378,15-19 (=PG 32, 136Β). Τ ο ῦ ἰ- δ ί ο υ, Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεὸς, PG 31, 348Α. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Περὶ θεολογίας, Λόγος 28, P. Gallay, SC, τ.250, 172,14-20 (=PG 36, 72ΑΒ). Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α- μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 47,58-59 (=PG 94, 872Β).&lt;br /&gt;64 Βλ. Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, O.Lendle, GNO, τ.10,1, 76,6-11 (=PG 46, 704Β). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 15 , H. Langerbeck, GNO, τ.6, 445,13 -446,1 (=PG 44, 1100ΑΒ). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 50,15-17 (=PG 44, 1168ΒC). Εἰς τοὺς ἁγίους τεσσαράκοντα μάρτυρας, Λόγος 1, O.Lendle, GNO, τ.10,1, 149,1 (=PG 46, 761B). Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 5, W. Jaeger, GNO, τ.2, 183,22-184,5 (=PG 45, 764D-765Α), ὅπου ἡ ἐπουράνιος στρατιά ὀνομάζεται κατά τρόπον ἀνάλογο πρός τίς ἐκδηλούμενες ἐνέργειές της. Σχετικῶς μέ τήν ἀπαρίθμηση τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, τήν ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐνταχθεῖσα στά διατυπωθέντα ἀπό αὐτόν πρός ἀπόδειξη τοῦ ἀκτίστου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βλ., ἐνδεικτικῶς, Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 118,12-119,11 (=PG 45, 348ΑC). Ὅπ.π., 117,14-19 (=PG 45, 345BC).&lt;br /&gt;65 Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 8, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 169,21-22 (=PG 44, 1300D).&lt;br /&gt;66 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 76,11-13 (=PG 45, 77C).&lt;br /&gt;67 Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 340,19-20 (=PG 45, 1041ΒC).&lt;br /&gt;68 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,3-5 (=PG 45, 25C): «διὰ τοῦτο τὸ μὲν κατάλληλον τῇ νοητῇ φύσει χωρίον, ἡ λεπτὴ, λογικὴ καὶ εὐκίνητός ἐστι οὐσία». Ὅπ.π., 76,13-16 (=PG 45, 77C). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 49,12-15 (=PG 44, 1165D). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 8, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 169,19-21 (=PG 44, 1300CD). Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 86,14-15 (=PG 44, 508B). Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46,105Α. Ὅπ.π., PG 46, 72AB. Ἄξιο ὑπομνήσεως θεωρεῖται τό γεγονός τῆς ὑπό τοῦ Γρηγορίου διακρίσεως τῆς «λογικῆς» φύσεως σέ τρεῖς καταστάσεις, ἀναλόγως μέ τήν διάκριση τήν ὁποία ἐφαρμόζει ὁ Παῦλος(=Φιλ.2,10). Συμφώνως μέ αὐτήν ἡ «λογική φύσις» διακρίνεται στήν ἀγγελική, τήν «ἐξ ἀρχῆς τὴν ἀσώματον λαχοῦσαν», στήν «πρὸς τὴν σάρκα συμπεπλεγμένην» ἀνθρώπινη καί τέλος στήν «διὰ θανάτου τῶν σαρκικῶν ἀπολελυμένην», τήν ὁποία κατά τόν Γρηγόριο ὁ Παῦλος ὀνομάζει «καταχθόνιον» (Βλ. ὅπ.π., PG 46, 69D-72A). Ὁ Γρηγόριος δίνει καί μίαν ἄλλη ἐκδοχή, κατά τήν ὁποία ὡς «καταχθόνιος» λογική φύση μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ φύση τῶν «δαιμόνων», ἐκείνων δηλαδή τῶν «πνευμάτων» τά ὁποῖα διάκεινται «ὑπεναντίως» πρός τό ἀγαθό καί βλαπτικῶς πρός τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί τά ὁποῖα, ἔχοντα ἀποποιηθεῖ ἑκουσίως τό «κρεῖττον», τό ἔχουν ἀντικαταστήσει μέ αὐτό πού ἀφιστάμενο ἀπό τό ἀγαθό νοεῖται ὡς ἀντιστρατευόμενο πρός αὐτό (Βλ. PG 46, 72AB).&lt;br /&gt;69Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 6, W. Jaeger, GNO, τ.2, 211,28 (=PG 45, 796D): «εἰ δὲ ἀτελεύτητος καὶ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν ἀγγέλων ἡ φύσις ...».&lt;br /&gt;70 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 384,12-16 (=PG 45, 1092Β).&lt;br /&gt;71 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 340,5-11 (=PG 45, 1041Β).&lt;br /&gt;72 Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 6, W. Jaeger, GNO, τ.2, 211,29 (=PG 45, 796D). Πρβλ., σχετικῶς μέ τήν ἄποψη αὐτή, Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 420.&lt;br /&gt;73Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 49,17-19 (=PG 44, 1168Α).&lt;br /&gt;74Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος1, P.Alexander, GNO, τ.5, 284,19-20 (=PG 44, 624B): «οἰκεία μὲν καὶ κατὰ φύσιν τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν ἡ ζωή ἡ πρὸς τὴν θείαν φύσιν ὁμοιωμένη». Πρβλ. Κ. Ε. Π α π α π έ τ ρ ο υ, «Προπατορικόν ἁμάρτημα», ΘΗΕ 10(1967), 636.&lt;br /&gt;75Βλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 87,11-13 (=PG 44, 377A): «οὐ μόνον τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλὰ καὶ πάσῃ νοητῇ φύσει τῆς θείας οὐσίας τὴν γνῶσιν ἀνέφικτον εἶναι».&lt;br /&gt;76Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 79,2-3 (=PG 46, 173C): «ἡ δὲ τοῦ βλέπειν πρὸς τὸν Θεὸν ἐνέργεια οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν, ἤ ζωὴ τῇ νοερᾷ φύσει ἐοικυῖά τε καὶ κατάλληλος».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-5054417280706117403?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/5054417280706117403'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/5054417280706117403'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/1_14.html' title=''/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-578834302149131503</id><published>2011-10-12T01:06:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:07:26.964-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;span style="font-weight:bold;"&gt;2. Ἡ διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;α΄. Ἡ ἐκ τῆς βουλήσεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Αὐτοῦ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐκτενής καί ἐμπεριστατωμένη ἀνάπτυξη τῆς περί δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλίας καταδεικνύει τήν σπουδαιότητα τήν ὁποία ὁ ἱερός πατήρ προσδίδει στό ἐν λόγῳ θέμα, πραγματευόμενος αὐτό κατ’ ἐνδιαφέροντα καί συγκροτημένον τρόπο καί ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς γενικότερα ἀποτυπωμένης θεολογικῆς διδασκαλίας του. Τό ἐντασσόμενο στήν λογική κτίση καί θεωρούμενο συγγενές τῆς ἀσώματης φύσεως τῶν ἀγγέλων ἀνθρώπινο εἶδος διακρίνεται κατά τόν Γρηγόριο γιά τό ἐξαίρετο χαρακτηριστικό τοῦ ἐκ Θεοῦ δημιουργήματος1, τό ὁποῖο προήχθη «εἰς γένεσιν» «οὐκ ἀλλαχόθεν», «οὐδὲ αὐτομάτως»2, ἀλλά κατόπιν ἰδιαίτερης δημιουργικῆς θείας ἐνέργειας, καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τόν ὑψηλότερο βαθμό τῆς δημιουργίας3. Ἡ ἀνθρώπινη φύση διαφέρει τῆς λοιπῆς κτίσεως, διότι ἔλαβε τήν ὑπόστασή της ὄχι διά μόνου τοῦ θείου προστάγματος4, ἀλλά κατόπιν «βουλῆς» καί « προτυπώσεως παρὰ τοῦ τεχνιτεύοντος» Θεοῦ, πού ἀφοροῦσαν στήν ὁμοιότητα τοῦ δημιουργήματος πρός τόν ἀρχέτυπο δημιουργό, πού συνιστᾶ τόν σκοπό τῆς δημιουργίας καί τόν τρόπο ἡγεμονίας αὐτοῦ ἐπί τῶν ἄλλων κτισμάτων5. Αὐτή ἡ «βουλὴ» τοῦ Θεοῦ γιά τήν συγκεκριμένη δημιουργία θεωρεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο στοιχεῖο πού προσδίδει στόν ἄνθρωπο ἀξία «πρεσβυτέραν τῆς γενέσεως» αὐτοῦ6.&lt;br /&gt;Ἡ εἰσαγωγή τοῦ «μεγάλου καί τιμίου χρήματος» τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο τῶν ὄντων7, τελευταίου μετά τήν ὑπόλοιπη κτίση8, καταδεικνύει αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀξία τήν ὁποία ὁ Γρηγόριος χαρακτηρίζει «βασιλικὴν»9 καί ἡ ὁποία οὐδόλως εὐτελίζεται ἀπό τήν γένεση τῆς ἀνθρώπινης φύσεως «ἐκ τοῦ πηλοῦ»10. Ἡ θαυμαστή ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ πρός δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἀρχικῶς στό γεγονός τῆς κατά τήν ἀρχή λήψεως χοός «ἀπὸ τῆς γῆς» καί τῆς «κτίσεως» αὐτοῦ11 καί τῆς συνακόλουθης ἐμφυσήσεως ἀπό τόν Θεό τῆς ζωῆς στό χοϊκό πλάσμα12. Ἀποτέλεσμα τῆς θείας αὐτῆς ἐνέργειας ὑπῆρξε ὁ συγκερασμός τῆς «κάτω φύσεως πρὸς τὴν ὑπερκόσμιον», διά τοῦ ὁποίου, ἐφόσον τό «γήϊνον» συνεπήρθη πρός τό θεῖον καί ἡ «χάρις» αὐτοῦ ἐπεκτάθηκε «ὁμοτίμως» πρός ὅλην τήν κτίση, ἡ «ἄψυχος κόνις» μεταβλήθηκε σέ μέτοχο «ζωῆς καὶ διανοίας»13. Ἐκ τῆς πρώτης αὐτῆς συστάσεώς της ἡ ἀνθρώπινη φύση προσέλαβε ὅλα τά γνωρίσματα, διά τῶν ὁποίων διακρίνεται ἀπό τήν λοιπή κτιστή φύση καί, χωρίς νά ἀποβάλει ἤ νά προσλάβει ἐκ τῶν ὑστέρων κάποιο ἐκ τῶν χαρακτηριζόντων αὐτήν στοιχείων καί ἰδιοτήτων, συντηρεῖται «ἀπό τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων διά παντός»14. Διά τοῦ ὅρου, ἐξ ἄλλου, «ἄνθρωπος» δηλώνεται κατά τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὄχι ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο ἤ ὑπόσταση, ἀλλά ἡ οὐσία τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στό σύνολό της15.&lt;br /&gt;Ἡ συγγενής πρός τήν «πλίνθον» ἀνθρωπότητα, ἡ προαγόμενη σέ ὕπαρξη διά μεθόδου καί τάξεως16, ἀφ’ ἑνός μέν κατέχει «ἄμικτον» καί «ἰδιάζον» τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ λόγου17, ἀφ’ ἑτέρου δέ περιλαμβάνει ὅλη τήν ζωτική κλίμακα, ἡ ὁποία παρατηρεῖται στήν ὑπόλοιπη κτιστή φύση καί ἡ ὁποία ἀφορᾶ τόσο στήν αὐξητική δύναμη ὅσο καί στήν ἱκανότητα τήν αἰσθητική18. Ὁ ἄνθρωπος, κατά τόν Γρηγόριο, κτίσθηκε ὄχι ὡς ἕνα «εὐκαταφρόνητον ζῶον» ἀλλά ὡς «βασιλεὺς» κατέχων τό «τιμιώτατον δῶρον» τοῦ λόγου19 καί, συνεπῶς, ὡς κοσμημένος μέ τήν χάρη τοῦ «σοφοῦ καὶ θεοειδοῦς»20 καί ὡς ταγμένος νά ἄρχει ἐπί τῆς γῆς21 μέ τήν «ὑποταγὴν» της σέ αὐτόν22. Πλάσθηκε, δηλαδή, τιμημένος μέ τό ἀπορρέον ἐκ τῆς διανοητικῆς χάριτος ἀγαθό δῶρο τῆς ἐξουσίας23, διά τῆς ὁποίας ἡ «ἄλογος φύσις», ὡς οἶκος κατακοσμημένος μέ «παντοδαπῆ πανδαισίαν»24, ὑποδέχθηκε τόν ἄνθρωπο καί κατέστη «ὑποχείριον» αὐτοῦ25.&lt;br /&gt;Τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τό ὁποῖο ὑποδηλώνει τό ἐξαίρετον τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πρός γένεση τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται ἐπίσης στήν ἀναγωγή τῆς αἰτίας τῆς δημιουργίας ὄχι στήν ὕπαρξη ἀνάγκης στόν ποιήσαντα τόν ἄνθρωπο Θεό, ἀλλά στήν ὑπερβάλλουσα ἀγάπη τήν προερχόμενη ἀπό τήν θεία ἀγαθότητα26 καί ἀπό τήν θεία φιλανθρωπία27, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται διά τῆς ἀποδόσεως στήν ἀνθρώπινη φύση τῆς ἱκανότητας τῆς μετοχῆς στά ἀγαθά τῆς θεότητας28. Σκοπός, ἑπομένως, τῆς κτίσεως τοῦ ἀνθρώπου θεωρεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο ἡ μή παραμονή ἀνενεργῶν τῶν «περί τήν θείαν φύσιν» ἀγαθῶν, πού θά ἦταν ἐνδεχομένως δυνατόν νά συμβεῖ «μή ὄντος τοῦ μετέχοντός τε καί ἀπολαύοντος» αὐτά29. Ἡ δυνατότητα μετοχῆς τῶν ἀγαθῶν τῆς θεότητας ἀπό τόν ἄνθρωπο30, ἐπειδή προϋποθέτει τήν ὕπαρξη στήν φύση τοῦ μετέχοντος στοιχείων συγγενῶν πρός τήν φύση τοῦ μετεχομένου31, ἐμφαίνει τήν ἐγκατάσταση στήν ἀνθρώπινη φύση τῶν ἀφορμῶν τῶν ἀγαθῶν, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν οἰκεία αὐτοῦ θεότητα32. Ἐκ τῆς φύσεως, λοιπόν, τῆς χαρακτηρίζουσας τόν ἄνθρωπο τελειότητας, μέ τήν ὁποία πλάσθηκε ἐξ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας του, ἀφορμᾶται ἡ ἐπιθυμία καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀέναης «συμμεταθέσεως» τοῦ μετέχοντος ἀνθρώπου πρός τήν φύση τοῦ μετεχόμενου Θεοῦ33.&lt;br /&gt;Κρίνεται ἀναγκαῖο νά σημειωθεῖ ὅτι κατά τόν Γρηγόριο τό διασφαλίζον τήν δυνατότητα μεθέξεως τῶν θείων ἀγαθῶν συναφές34 ἐκ φύσεως τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως μέ τήν πλάσασα αὐτήν πηγή τῆς σοφίας καί «εὐμήχανον» Τριαδική θεότητα35 συνίσταται στήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἀπεικονίσματος τοῦ ἀρχέτυπου θείου κάλλους36. Κατά τό ἐξαίρετο αὐτό γεγονός, ὁ «ἀριστοτέχνης Θεός» ἐνετύπωσε τά «μιμήματα» τῶν ἀγαθῶν τῆς φύσεως αὐτοῦ37 κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε ἡ μορφωθεῖσα κατά τό θεῖο κάλλος ἀνθρωπότητα νά μήν ὑπολείπεται κανενός τῶν θείων ἀγαθῶν38. Ἔτσι, ἡ κόσμηση τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς ἐξ ἀρχῆς ἐναποθέσεως σέ αὐτόν τῶν παντοδαπῶν θείων χαρισμάτων ἀφ’ ἑνός μέν ἐμφαίνει τήν ἀγαθή περί τόν ἄνθρωπο θεία οἰκονομία39, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὑποδεικνύει τήν εὐθύνη μέ τήν ὁποία τό δεκτικό τῶν θείων ἀγαθῶν ἀνθρώπινο «σκεῦος»40 ἀνέλαβε τήν διαφύλαξη τῶν θείων δωρεῶν41.&lt;br /&gt;Στήν ὕπαρξη τῶν «ἐγκειμένων φυσικῶς» «καλῶν σπερμάτων»42, πού συνιστοῦν τό θεοειδές κάλλος, ἀποδίδεται ἀπό τόν Γρηγόριο ἡ αἰτία τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἐκ χοός πλασθέντος σώματος τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἔχοντος δυνατότητα πρός «ἀφθαρσίαν» καί «ἀθανασίαν»˙ καί τοῦτο ‒ σημειώνει ὁ ἱερός πατήρ ‒ κτίσθηκε ἀπαλλαγμένο φθορᾶς, ἀνωφερές καί ἐπιλάμπον τήν εἰκόνα τῆς θείας φύσεως43, τῆς ὁποίας ἴδιον θεωρεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο ἡ «δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις»44.&lt;br /&gt;Συνάγεται, ἔτσι, κατά τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὅτι ὁ διά τῶν ἀγαθῶν χαρισμάτων45 καλλωπισμός τοῦ ἐκ τῆς πρώτης του ὑπάρξεως «ἀσυντρίπτου» καί «ἀθανάτου» ἀνθρώπου46 καταδεικνύει τήν ὕπαρξη σέ αὐτόν χαρακτήρων τῆς «ἀκηράτου ἐκείνης ζωῆς» τῆς θεότητας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ἀπό τόν ἱερό πατέρα ὡς τό «ἀληθῶς μακαριστὸν»47. Διά τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἐξαίρετης αὐτῆς καταστάσεως τῆς ἀπομιμήσεως ἀπό τόν ἄνθρωπο τῆς ἀρχέτυπης χάριτος τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται ὁ Γρηγόριος στήν ἑρμηνευτική κατανόηση τῆς «ἐπιλαμπούσης» στό ἀνθρώπινο γένος «ὁμοιώσεως»48, στήν ὁποία ἀποδίδει τόν χαρακτηρισμό τῆς «μεγαλοδωρεᾶς»49. Ἡ «ὁμοίωσις» αὐτή συνιστᾶ τήν «οἰκείαν» καί «κατὰ φύσιν» κατάσταση50 τῆς ἐξ ἀρχῆς εὐκληρίας, κατά τήν ὁποία ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἐνδεδυμένη μέ τήν «πρώτην στολὴν»51 τῶν θείων χαρακτήρων, καθίσταται ἡ «ἔμψυχος εἰκὼν» τῆς θείας καί ὑπερκείμενης δυνάμεως52 καί, ὡς ἐκ τούτου, λογίζεται ὡς ἐπιτήδεια πρός ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ γιά τόν ὁποῖο πλάσθηκε ἀπό τόν «ἀριστοτέχνην Θεὸν»53.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;β΄. Ἡ ἀποτύπωση τῆς θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο ὡς χαρακτηριστικό τῆς συνάφειας αὐτοῦ πρός τόν Θεό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ἡ δυνατότητα τῆς βιώσεως τῆς «ἀληθοῦς ζωῆς» ἀπό τόν ἄνθρωπο ὀφείλεται κατά τά προαναφερθέντα στήν κατακόσμηση αὐτοῦ μέ τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού καθιστοῦν τήν ἀνθρώπινη φύση ἱκανή γιά τήν διά μετοχῆς ἀπόλαυση τῶν θείων ἀγαθῶν54 καί συνιστοῦν τήν ἔννοια τῆς «εἰκόνος» τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, «ἀπὸ τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων», ἐμορφώθη55.&lt;br /&gt;Κατά τήν διατύπωση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας ὁ ἱερός πατήρ, χωρίς νά ἐφαρμόζει πάντοτε κατά τρόπον εὐκρινῆ τήν ἐννοιολογική διάκριση μεταξύ τῶν ὅρων τῆς «εἰκόνος» καί τῆς «ὁμοιώσεως»56, ἀποδίδει δι’ αὐτῶν ὄχι μόνο τήν σχέση συγγένειας τῆς ἀνθρωπότητας μέ τόν Τριαδικό Θεό57 ἀλλά καί τήν ἐξαίρετη ἐντός τῆς κτίσεως θέση αὐτῆς, ὡς κατέχουσας τά θεοειδῆ πλεονεκτήματα, διά τῶν ὁποίων χαρακτηρίζεται58. Ὅλα τά θεοπρεπῆ ἀγαθά, διά τῶν ὁποίων ὁ ἄνθρωπος κοσμήθηκε καί λαμπρύνθηκε, ἀποδίδονται, κατά τήν ἐκπεφρασμένη διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου, κατά τρόπον περιληπτικό59, διά τοῦ γεγονότος τῆς κτίσεως τοῦ ἀνθρώπου «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ»60. Ἀναφέρονται, ἐξ ἄλλου, ὄχι στά χαρακτηρίζοντα τό σῶμα ἰδιώματα τῆς ὕλης, ἐφόσον τό θεῖο κάλλος, ὡς μή ἐντασσόμενο στά σχηματικά ὅρια, καί ὡς ἁπλοῦν, ἀμέγεθες καί ἄποσο61, δέν περιορίζεται ἐντός αὐτῶν62, ἀλλά ἀφοροῦν καί συνάπτονται μέ τήν πνευματική κατά τήν οὐσία καί ἄυλη ψυχή, ἡ ὁποία, ὡς κατέχουσα τήν κατά τόν νοῦ ἐνέργεια, κοινωνεῖ κατά τόν νοῦ καί τόν λόγο καί δι’ αὐτῶν πρός τήν ἀιδίως ὑπάρχουσα ὡς «νοῦν» καί «λόγον» θεότητα63.&lt;br /&gt;Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς «ἐμψύχου εἰκόνος» τῆς «δυναστευούσης τῶν πάντων» Τριαδικῆς θεότητας ἀναδεικνύει κατά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου τήν ἄποψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος κοινωνεῖ τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ ἀρχετύπου καί φέρει, ἀντί τῆς πορφυρίδος, τοῦ σκήπτρου καί τοῦ διαδήματος, τά «πολυειδῆ καὶ ποικίλα χρώματα τῆς εἰκόνος», διά τῶν ὁποίων ὁμοιώνεται μέ τήν ποιήσασα αὐτόν Τριαδική θεότητα64.&lt;br /&gt;Κατά τήν πραγματωθεῖσα ὑπό τοῦ Γρηγορίου καταγραφή τῶν θείων ἐκείνων ἰδιοτήτων, τίς ὁποῖες ὁ δημιουργός διά τῆς εἰκόνας ἐνεχάραξε στήν ἀνθρώπινη φύση, ἀναδεικνύεται ἡ ἀντίληψη ὅτι στήν ἔννοια τῆς «εἰκόνος» παρατηρεῖται ἡ συμπερίληψη τῶν ἀγαθῶν τῆς «ἀπαθείας»65, τῆς «ὁμοφύλου» πρός τό ἀνθρώπινο γένος ἀρετῆς66, τῆς ὑπάρχουσας μαζί μέ τήν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς «παρρησίας»67 καί τῆς ἀγάπης, ἀπό τήν ὁποία ἐξαρτᾶται ἡ παραμονή τοῦ χαρακτήρα τῆς εἰκόνας στήν ἐξ ἀρχῆς κατάσταση αὐτοῦ68. Ὁ ὑπάρχων ὡς ἀπεικόνισμα τῆς «ὑπερεχούσης πάντα νοῦν» φύσεως69 ἄνθρωπος διακρίνεται ἐπίσης ἐκ τῶν «ἀνθέων» τῆς ἀφθαρσίας70, τῆς μακαριότητας71 καί τῆς δικαιοσύνης72, διά τῶν ὁποίων ὁμοιοῦται μέ τόν Θεό καί καθίσταται ὡς ἐκ τούτου ἱκανός πρός τήν θέαση αὐτοῦ73.&lt;br /&gt;Στοιχεῖα συστατικά τοῦ ἐγκείμενου φυσικῶς στόν ἄνθρωπο διά τῆς δημιουργίας του θεοειδοῦς κάλλους θεωροῦνται οἱ ἰδιότητες οἱ ἀποδεικνύουσες τήν μοναδικότητα πού χαρακτηρίζει τόν κάτοχο διανοίας καί λόγου ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, ὡς μίμημα τοῦ «ὄντως νοῦ καὶ λόγου» Θεοῦ74, κατέχει τήν διανοητική ἱκανότητα, τήν διακριτική τοῦ καλοῦ καί τοῦ «χείρονος» ἐπιστήμη75, τήν «δι’ ὄψεως καὶ ἀκοῆς» ἀντιληπτική αἴσθηση καί, καθ’ ὁμοίωσιν πρός τόν διερευνῶντα τά πάντα Θεό, τήν «ζητητικὴν καί διερευνητικὴν τῶν ὄντων διάνοιαν»76.&lt;br /&gt;Ὁ ἄνθρωπος, ἐξ ἄλλου, ὡς «ἀποτύπωμα» τῆς ὄντως καί ἀληθῶς ὑπάρχουσας Τριαδικῆς θεότητας77, διακρίνεται ἀπό τήν «κατὰ νόμον βουλήματος» ἀποστροφή πρός τό κακό καί ἀπό τήν τιμή πρός τό θεῖον78, καθώς καί ἀπό τό «χωρητὸν» στήν ἀνθρώπινη φύση μέτρο κατανοήσεως τοῦ Θεοῦ79. Κατέχει, ἐπίσης, τήν ἱκανότητα τῆς ἀπολαύσεως τοῦ ὑπάρχοντος «ἀμιγῶς τοῦ κακοῦ» ἀγαθοῦ80 καί ἐπιπροσθέτως τήν δωρεά τῆς «ἀϊδιότητος», τῆς ὁποίας ἡ δύναμη καθιστᾶ αὐτόν ἱκανό πρός ἀναγνώριση καί ἐπιθυμία τῆς ὑπερκειμένης θείας ἀιδιότητας81.&lt;br /&gt;Ἀπό ὅλες, ὅμως, τίς δοθεῖσες θεῖες δωρεές ὁ πρός τό «ἄφθαρτον κάλλος» ὁμοιωθείς κατά χάριν ἄνθρωπος82 κοσμήθηκε κατ’ ἐξοχήν μέ τήν δωρεά τῆς ἰδιότητας τοῦ «αὐτεξουσίου», στήν κατοχή τοῦ ὁποίου ὁ Γρηγόριος ἀποδίδει τήν αἰτία τῆς κατά χάριν ὁμοιότητας τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πρός τήν ἐξουσιάζουσα τά πάντα θεότητα, τήν «οὐδεμιᾷ τινι τῶν ἔξωθεν ἀνάγκῃ» ὑποδουλωμένη83. Ὁ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργηθείς ἄνθρωπος, ὁ κατέχων ἐκ φύσεως τήν ἐλευθερία ἀπό κάθε εἴδους ἀνάγκη καί καταδυνάστευση, καθίσταται ἱκανός πρός τήν «ἑκούσιον» ἀπόλαυση τῆς φύσει «ἀδεσπότου» ἀρετῆς, ἡ ὁποία χωρίς τήν ἄσκηση τοῦ «αὐτεξουσίου» δέν ἐκλαμβάνεται εὐλόγως ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς ἀρετή84.&lt;br /&gt;Ἡ ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσα διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ πατρός περί τῶν στοιχείων ἐκείνων τά ὁποῖα συνθέτουν τήν ἔννοια τῆς «εἰκόνος» καθιστᾶ σαφῆ τήν ἀναγκαιότητα τῆς στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐντός ἑαυτοῦ καί τῆς ἐπιγνώσεώς του, ὁ ὁποῖος δημιουργήθηκε ὡς κατοικητήριο τοῦ «δράττοντος» καί «περισφίγγοντος» ὅλη τήν κτίση Θεοῦ85. Ἡ στροφή αὐτή τῆς ὀπτικῆς ἐνέργειας πρός τήν ἐντός τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουσα θεία εἰκόνα ἐπιφέρει ἀφ’ ἑνός μέν τήν διαπίστωση τῆς ὑπάρχουσας ἐξαίρετης τιμῆς μέ τήν ὁποία ὁ πλάσας τόν ἄνθρωπο Θεός περιέβαλε αὐτόν, ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν διά τῆς «μιμήσεως»86 κατά χάριν ὁμοίωση τῆς φύσεως τοῦ γενομένου «δοχεῖον τῆς μακαρίας ζωῆς»87 ἀνθρώπου μέ τήν ἐντός αὐτοῦ λάμπουσα θεότητα. Τό «ἀκατάληπτον», ἐξ ἄλλου, τῆς οὐσίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καθίσταται τό ἔρεισμα γιά τήν ἀποδοχή ἀπό τόν Γρηγόριο τῆς δογματικῆς ἀπόψεως περί τοῦ «ἀθεωρήτου» τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν φέρουσα τήν «εἰκόνα» τοῦ κτίσαντος Θεοῦ ἀνθρώπινη φύση88.&lt;br /&gt;Κατά τήν περαιτέρω διερεύνηση τῆς σχετικῆς πρός τό «κατ’ εἰκόνα» διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου θα πρέπει νά ἐπισημανθεῖ ἡ διατύπωση διευκρινιστικῶν παρατηρήσεων ἐκ μέρους τοῦ ἱεροῦ πατρός πού ἀφοροῦν στήν προσήκουσα θεολογικῶς ἑρμηνευτική προσέγγιση τῶν ὅρων τῆς «εἰκόνος» καί τῆς «ὁμοιώσεως», οἱ ὁποῖες προκύπτουν ἀπό τήν διαπίστωση τῆς ὑπάρχουσας μεταξύ τοῦ «κατὰ τὸ ἀρχέτυπον νοουμένου» καί τοῦ «κατ’ εἰκόνα γεγενημένου» ἀποστάσεως89. Τό «πολὺ μέσον» αὐτό μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ὁμοιούμενου μέ αὐτόν ἀνθρώπου, τό ὁποῖο ὁ Γρηγόριος ἐπισημαίνει, ἔγκειται στό ὅτι ὁ μέν Θεός ἔχει ἀιδίως τήν ὀντολογική καί φυσική ἰδιότητα τοῦ «ἀκτίστου» καί ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ἄτρεπτος κατά τήν θεία του φύση, ὁ δέ ἄνθρωπος ὑπάρχει διά τῆς ὑπό τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ κτίσεώς του καί συνεπῶς εἶναι ἐκ φύσεως τρεπτός καί «ἀλλοιούμενος», ἐφόσον ἔλαβε τήν ὑπόστασή του διά τῆς ἀλλαγῆς90. Ἡ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, ἐξ ἄλλου, δημιουργηθεῖσα ἀντιληπτική ἐνέργεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως κατά τό «ποικίλον» καί «πολυειδὲς» αὐτῆς δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθεῖ ὅτι συνιστᾶ ὁμοιότητα μέ τόν ποιήσαντα αὐτήν Θεό, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει κατ’ ἄκτιστον τρόπο «ἐν τῇ ἁπλότητι αὐτοῦ»91.&lt;br /&gt;Ἡ «κατὰ φύσιν», ἑπομένως, διαφορά μεταξύ τῆς ἀσώματης, ἀίδιας, ἀναλλοίωτης, ἄφθαρτης καί ἀμιγοῦς κακίας θείας φύσεως καί τοῦ ἐνσώματου, πρόσκαιρου, «ἐμπαθοῦς», φθειρόμενου καί πάντοτε «συνοικοῦντος» καί «συντρεφομένου» μέ τήν κακία ἀνθρώπινου εἴδους92, ἀναδεικνύει τό ἀνέφικτον τῆς «κατ’ εἰκόνα» φυσικῆς καί οὐσιώδους μιμήσεως93, κατά τήν περίπτωση δηλαδή κατά τήν ὁποία ἡ ἔννοια τῆς «εἰκόνος» ἐμπεριέχει τήν ἀντίληψη τῆς φυσικῆς ταυτότητας τοῦ πρωτοτύπου πρός τόν φέροντα τήν εἰκόνα αὐτήν94.&lt;br /&gt;Γίνεται, ἔτσι, σαφές ὅτι κατά τήν ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐπιχειρούμενη διά «στοχασμῶν» καί «ὑπονοιῶν» ἀνίχνευση τῆς ἔννοιας τῆς «εἰκόνος»95 ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος δέν δημιουργήθηκε ταυτόσημος ἀλλά, κατ’ ἀναλογίαν πρός τόν ἡλιακό δίσκο καί τήν εἰκόνα αὐτοῦ96, «ὅμοιος» μέ τό πρωτότυπο97, στό ὁποῖο μπορεῖ νά ἀναχθεῖ διά τοῦ κάλλους τῆς «εἰκόνος» τήν ὁποία φέρει98. Τόν τρόπο διά τοῦ ὁποίου ὁ ἱερός πατήρ ἑρμηνεύει τήν σχέση τοῦ πρωτοτύπου κάλλους μέ αὐτό τῆς «εἰκόνος» ἐμφαίνει ἡ ἐντός τῆς Ἁγίας Τριάδος σχέση τῆς Υἱικῆς πρός τήν Πατρική ὑπόσταση, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς σχέση τοῦ ἐπί τῆς εἰκόνος κάλλους πρός τό πρωτότυπο κάλλος τῆς ἀρχέτυπης μορφῆς, καί δι’ αὐτῆς, ἐκ τοῦ μεγέθους τῆς δυνάμεως τοῦ Υἱοῦ, «χαρακτηρίζεται» τό μεγαλεῖο τοῦ Πατρός99. Ἡ θεώρηση, βεβαίως, αὐτή, ἡ ὁποία ἰσχύει ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς μή ἀποδοχῆς τῆς ἀντιλήψεως περί ὑπάρξεως μεταξύ τῶν θείων ὑποστάσεων «πράγματος, ἤ διανοήματος, ἤ χρονικοῦ διαστήματος», πού ὑφίστανται ἐπί τῶν «χειροκμήτων» εἰκόνων καί χαρακτηρίζουν αὐτές100, ἐπιτρέπει στόν Γρηγόριο νά προεκτείνει τήν περί εἰκόνας θεολογική σκέψη του διά τῆς ἀναδείξεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς «εἰκόνος» τῆς «πάντως τὰ τοῦ Πατρός» ἐχούσης καί «διά πάντων» ἀπαράλλακτης πρός τόν Πατέρα «εἰκόνος» τοῦ Υἱοῦ101.&lt;br /&gt;Εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νά συναχθεῖ τό συμπέρασμα ὅτι ἡ ἑρμηνεία τῆς ἔννοιας τῆς «εἰκόνος» ὑπό τό πρίσμα ὄχι τῆς πλήρους καί φυσικῆς ταυτίσεως μέ τό ἀρχέτυπο ἀλλά τῆς κατά χάριν ὁμοιότητας μέ αὐτό, ἐκλαμβάνεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση, κατά τήν ὁποία ἡ ἐπαλήθευση τῆς θείας φωνῆς περί τῆς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου δέν συνεπάγεται ἀφ’ ἑνός μέν τήν κατανόηση τοῦ Θεοῦ ὡς «ἐμπαθοῦς», ἀφ’ ἑτέρου δέ τήν θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἄνευ «πάθους»102.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 19,8 (=PG 45, 24Β): «Θεοῦ ἔργον ὁ ἄνθρωπος». Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 55,5-6 (=PG 46, 524C). Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 239,3-4 (=PG 46, 596D). Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 256,16-17 (=PG 46, 665Α).&lt;br /&gt;2 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 10, W. Jaeger, GNO, τ.2, 292,19-293,1 (=PG 45, 888CD). Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 291,6-8 (=PG 45, 985B).&lt;br /&gt;3 Σχετικῶς μέ τήν διατυπούμενη αὐτήν ἄποψη, βλ. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 384. Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54 (1983), 313. Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 121. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 452. Πρβλ. καί Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας», 635. Μ. Κ α ρ ά μ π ε λ ι α, «Ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας στό Γρηγόριο Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 75 (1992), 839.&lt;br /&gt;4 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133D-136Α: «ἥλιος κατασκευάζεται, καὶ οὐδεμία προηγεῖται βουλὴ. Οὐρανὸς ὡσαύτως ..., ρήματι μόνῳ τὸ τοιοῦτον θαῦμα συνίσταται».&lt;br /&gt;5 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133C. Περί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος βλ. καί τά διαλαμβανόμενα στό ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τό θεωρηθέν ὡς μή συγκαταλεγόμενο μεταξύ τῶν γνησίων ἔργων του, Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καί εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO (sup), 6,7-10 (=PG 44, 260B). Πρβλ, ἐπίσης, Π. Χ ρ ή- σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4 (1972), 45.&lt;br /&gt;6 Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133D.&lt;br /&gt;7 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 132D.&lt;br /&gt;8 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 60B: «τούτου χάριν τελευταία ἡ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευὴ θεωρεῖται». Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133Α. Ὅπ.π., PG 44, 148Β. Τήν θεώρηση τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ τελευταίου δημιουργήματος τοῦ Θεοῦ, ὡς γεγονότος συνδεόμενου μέ τήν ὅλως ἐξέχουσα θέση αὐτοῦ ἐντός τῆς δημιουργίας ἐπισημαίνει χαρακτηριστικῶς ἡ πατερική θεολογία. Βλ., ἐνδεικτικῶς, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ, PG 31, 212Β. Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Λόγοι ἐννέα εἰς τὴν Γένεσιν, Λόγος 2, PG 54, 588, ὅπου ἡ «παραγωγὴ» τοῦ ἀνθρώπου «ὕστερον τοῦ κόσμου» ἀποδίδεται στό γεγονός ὅτι «τοῦ κόσμου τιμιώτερός ἐστιν». Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ὁμιλίαι εἰς τήν Γένεσιν, Λόγος 7, PG 53, 67-68. Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὴν Καινὴν Κυριακὴν, Λόγος 44, PG 36, 612Α.&lt;br /&gt;9 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133D. Ὅπ.π., PG 44, 144ΑΒ. Εἰς τὸν βίον καὶ τὰ θαύματα τοῦ Γρηγορίου τοῦ θαυματουργοῦ, G.Heil, GNO, τ.10,1, 5,22-24 (=PG 46, 896D).&lt;br /&gt;10 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 85,13-17 (=PG 44, 1204Α). Κατά τόν Γρηγόριο, ἐξ ἄλλου, ἡ ἐπίγνωση τῆς συγγένειας τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν «πλίνθον» καθιστᾶ τήν ὁδό τῆς ταπεινοφροσύνης «εὐεπίβατον» (ὅπ.π., 85,1-8 [=PG 44, 1201D-1204A]). Πρβλ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 2, H.Hörner, GNO(sup), 62,16-23,4 (=PG 44, 292BC). Στό σημεῖο αὐτό κρίνεται σκόπιμο νά ἀναφερθεῖ ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης περί τῆς δημιουργίας τῶν προπατόρων «ἐκ καθαρᾶς γῆς καὶ ἀσπίλου», προκειμένου νά τονισθεῖ τό γεγονός τῆς διά τῆς ἐνανθρωπήσεως κατά σάρκα γεννήσεως τοῦ δευτέρου Ἀδάμ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν Θεοτόκο, ἡ ὁποία ὑπῆρξε «ὁ θεοτελὴς πηλὸς», «ἡ θεογεώργητος γῆ», πού κατέστη ἡ «ὄντως ἐπιθυμητὴ γῆ, ἐξ ἧς τὸν πηλὸν ὁ κεραμεὺς τοῦ χώματος ἡμῶν ἀνελόμενος τὸ συντριβὲν σκεῦος ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας ἀνενεώσατο» (Βλ., σχετικῶς, Ε. Κ. Π ρ ι γ κ ι π ά κ η, Ἡ Θεοτόκος [Διδακτορική Διατριβή], 158). Πρβλ. Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο- γ η τ ο ῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, PG 90, 1325ΑΒ.&lt;br /&gt;11 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 2, W. Jaeger, GNO, τ.2, 70,5-9 (=PG 45, 637A). Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 255,2-256,5 (=PG 46, 664BD), ὅπου τό χωρίο ἐντάσσεται στήν ἀποδεικτική συλλογιστική τοῦ Γρηγορίου περί ἀναδείξεως τῆς δυνατότητας τῆς ἀναστάσεως. Ὅπ.π., 259,2-3 (=PG 64, 668C). Πρβλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 2, H.Hörner, GNO(sup), 43,3-10 (=PG 44, 280C).&lt;br /&gt;12 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,13-15 (=PG 45, 28Α): «καὶ διὰ τῆς ἰδίας ἐμπνεύσεως τῷ πλάσματι τὴν ζωὴν ἐνεφύσησεν». Πρβλ., σχετικῶς μέ τό σημεῖο αὐτό, Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, C. Kannengiesser, SC, τ.199, 272 (=PG 25, 101ΑΒ).&lt;br /&gt;13 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,15-18 (=PG 45, 28Α). Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 9, W.Jaeger, GNO, τ.2, 267,1-3 (=PG 45, 860B). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 10,19-21 (=PG 44, 1125B).&lt;br /&gt;14 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 387,6-17 (=PG 45, 1096ΑΒ). Γιά τήν ὑποδηλούμενη ἀπό τόν Γρηγόριο ὕπαρξη κοινῆς φύσεως μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί γιά τήν θεώρηση τοῦ Ἀδάμ ὡς κοινοῦ προπάτορος τῶν ἀνθρώπων, βλ., ἐνδεικτικῶς, Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 157Α. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 245,18 (=PG 46, 653A). Ὅπ.π., 252,16-17 (=PG 46, 660D).&lt;br /&gt;15 Βλ. Πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τῶν κοινῶν ἐννοιῶν, Fr. Mueller, GNO, τ.3,1, 25,20-24 (=PG 45, 180D). Ὅπ.π., 31,24-32,1 καί 32,17-21 (=PG 45, 185BC). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 185ΒD. Πρβλ., ἐπίσης, Κ.Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, «Ἡ ἑνότης», Θεολογία 40(1969), 420. Ν. Ἰ. Ν ι- κ ο λ α ΐ δ η, Θέματα πατερικῆς Θεολογίας, 240.&lt;br /&gt;16 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 57C: «ὁδῷ τινι καὶ τάξεως ἀκολουθίᾳ πρὸς τὴν ἀνθρωποποιΐαν ὁρμῆσαι τὸ θεῖον διηγεῖται ὁ λόγος».&lt;br /&gt;17 Βλ. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 257,27 (=PG 46, 665D-668A). Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 297,24-298,3 (=PG 46, 369B). Ἐντυπωσιακή θεωρεῖται ἡ ἄποψη τοῦ Γρηγορίου περί τῆς θεωρήσεως τόσο τοῦ «ὀρθίου σχήματος» τοῦ ἀνθρώπου ὅσο καί τῶν χειρῶν του ὡς «ἰδίων» τῆς λογικῆς φύσεως, τά ὁποῖα ἐπινοήθηκαν ἀπό τόν δημιουργό του πρός τήν «εὐκολίαν τοῦ λόγου» (Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 144ΑC. 148C-149Α). Bλ., ἐπίσης, G. B. L a d n e r, «The Philosophical Anthropology», DOP 12(1958), 68-69.&lt;br /&gt;18 Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 60Β.&lt;br /&gt;19 Βλ. Πρὸς τοὺς ἀρχομένους ταῖς ἐπιτιμήσεσι, PG 46, 308A.&lt;br /&gt;20 Βλ. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 253,19-23 (=PG 46, 661Β). Πρβλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 26,1-2 (=PG 44, 272Α).&lt;br /&gt;21 Βλ. Εἰς τὸ «ἐφόσον ἑνί τούτων ἐποιήσατε ἐμοί ἐποιήσατε», A. Heck, GNO, τ.9, 116,9-11 (=PG 46, 477A): «ὅτι ἄνθρωπος, ὁ κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ γεγονὼς, ὁ κυριεύειν τῆς γῆς τεταγμένος, ὁ ὑποχείριον τὴν τῶν ἀλόγων ὑπηρεσίαν ἔχων». Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 6,104-106 (=PG 45, 29B). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133B. Πρβλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 14,12-16,1 (=PG 44, 264D-265Α).&lt;br /&gt;22 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 82,21-23 (=PG 45, 308D-309A). Τό ἐν λόγῳ χωρίο ἐντάσσεται στήν ἀντιρρητική κατά τοῦ Εὐνομίου διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου ἀναφορικῶς μέ τόν θεολογικό ἑρμηνευτικό προσδιορισμό καί ἀποσαφήνιση τῆς ἔννοιας τοῦ ὅρου τῆς «ὑποταγῆς» (ὅπ.π., 82,21-84,3 [PG 45, 308D-309C]).&lt;br /&gt;23 Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 2, P.Alexander, GNO, τ.5, 302,18-303,2 (=PG 44, 640B). Πρὸς Θεόφιλον, Κατὰ Ἀπολιναριστῶν, F. Mueller, GNO, τ.3,1, 144,23-145,12 (=PG 45, 1144AC). Στό παράθεμα αὐτό ὁ Γρηγόριος παρατηρεῖ ὅτι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Παῦλος ὡς «ψυχὴν ζῶσαν», δέν ἦταν ψυχή «κτηνεία» καί «ἄλογος», ὅπως, κατά τά ὑπ’ αὐτοῦ παρατιθέμενα καί ὅπως ὁ ἴδιος σχετικῶς διατείνεται, ὑποστήριζε ὁ Ἀπολινάριος, ἀλλά εἶχε δοθεῖ διά τῆς δημιουργίας του σέ αὐτόν ἡ «διανοητικὴ χάρις», ἀφοῦ, κατά τήν ἱερή ἱστορία, «τῆς τῶν ὀνομάτων εὑρέσεως κύριος ἦν», «περινοῶν» τό προσφυές καί κατάλληλο ὄνομα γιά καθένα ἀπό τά ἄλογα ζῶα. Περί τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τήν ὁποία ὑποδεικνύει ἡ δυνατότητα καί ἡ ἱκανότητα ἐκφορᾶς τοῦ λόγου, βλ. Α. G e h l e n, Der Mensch, 50-52. E. C o r e t h, Grundfragen des menschlichen Daseins, 10-11.&lt;br /&gt;24 Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133B.&lt;br /&gt;25 Εἰς τὸ, ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τὰ πάντα, J.K. Downing, GNO, τ.3,2, 5,20-6,1 (=PG 44, 1305Β).&lt;br /&gt;26 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 16,22-17,3 (=PG 45, 21Β). Ὅπ.π., 19,8-12 (=PG 45, 24Β). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, τόμος 2, GNO, τ.2, 367,20-21 (=PG 45, 525Β). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 6, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 141,11-15 (=PG 44, 1268D). Εἰς τήν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 239,17-19 (=PG 46, 597Α). Στό χωρίο αὐτό ἀναφέρεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὅτι ὁ ἄνθρωπος διά τῆς «πρὸς τοὺς ὁμοφύλους φιλανθρωπίας» μιμεῖται τήν πατρική ἀγαθότητα τοῦ θείου ἀρχετύπου.&lt;br /&gt;27 Βλ. Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 162,6-8 (=PG 44, 593A): «οἶμαι γὰρ μὴ ἄλλην εἶναι παρὰ τὴν τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαν καὶ ἀγαθότητα, ἀφ’ ἧς ἐπλάσθημέν τε καὶ ἐγεννήθημεν».&lt;br /&gt;28 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 19,15-19 (=PG 45, 24C). Πρβλ. D. L. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ, 88. N. N i s s i o t i s, «L’ homme image de Dieu», ΕΕΘΣΠΑ 25(1981), 342.&lt;br /&gt;29 Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 17,4-7 (=PG 45, 21Β). Πρβλ. Π. Χ ρ ή- σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 189.&lt;br /&gt;30 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,9-11 (=PG 44, 1225D).&lt;br /&gt;31 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 17,7-11 καί 20-23 (=PG 45, 21CD). Περὶ τῶν πρό ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 79,21-22 (=PG 46, 173D). Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ Βάπτισμα, PG46, 428D.&lt;br /&gt;32 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 17,13-16 (=PG 45, 21C). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 5, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 129,3-8 (=PG 44, 1253D-1256Α). Πρβλ. T h. A l e x o p o u l o s, «Apophatische und kataphatische», Θεολογία 76(2005), 80-81.&lt;br /&gt;33 Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 8, P.Alexander, GNO, τ.5, 422,14-15 (=PG 44, 737D): «οἷον γὰρ ἄν ᾖ τῇ φύσει τὸ μετεχόμενον, πρὸς τοῦτο ἀνάγκη καὶ τὸ μετέχον συμμετατίθεσθαι». Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 5,2-4 (=PG 44, 301C). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 236,13-14 (=PG 44, 933C). Ὅπ.π., Λόγος 15, 458,3-6 (=PG 45, 1109Β). Πρβλ. καί Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 453, ἀπό τόν ὁποῖο ἐπισημαίνεται εὐστόχως ὅτι ἡ διά τῆς «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου «στοιχειοθετούμενη σχέση συγγένειας δημιουργοῦ καί ἀνθρώπου» «ἐπιβεβαιώνει ἀφ' ἑνός μέν τή μοναδικότητα καί τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ἀφ' ἑτέρου δέ τή δυνατότητα πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος νά ὑπάρχει αἰώνια καί νά δημιουργῆ ἱστορία θεοπρεπή».&lt;br /&gt;34 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 171,5-8 (=PG 45, 405Α).&lt;br /&gt;35 Βλ. Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 3, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 258,1-2 (=PG 46, 668Α). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 78,6-7 (=PG 44, 1193C). Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ Βάπτισμα, PG 46, 428D.&lt;br /&gt;36 Ἀπό τό πλῆθος τῶν σχετικῶν μέ τό θέμα αὐτό χωρίων, βλ., ἐνδεικτικῶς, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 6,107-108 (=PG 45, 29Β). Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 222,15-17 (=PG 46, 580A). Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 42,20-21 (=PG 46, 536Β). Ὅπ.π., 42,20-21 (=PG 46, 512AΒ).&lt;br /&gt;37 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 6, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 143,6-9 (=PG 44, 1272Α). Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 141,16-19 (=PG 46, 249B).&lt;br /&gt;38 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 54,5-6 (=PG 44, 796Β): «γέγονε τὸ κατ’ ἀρχὰς ὁ ἄνθρωπος οὐδενὸς τῶν θείων ἀγαθῶν ἐνδεὴς». Πρβλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 9,16-19 (=PG 44, 1124D). Χαρακτηριστικό τυγχάνει στό ἐν λόγῳ χωρίο τό γεγονός τῆς θεωρήσεως ἀπό τόν Γρηγόριο τῆς προσευχῆς ὡς «ἀντιδόσεως» στά πολλά καί παντοδαπά ἀγαθά, τά ὁποῖα ἔχει λάβει ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τόν «εὐεργέτη» αὐτῆς Θεό. Ὅσον, ὅμως, καί ἐάν «συμπαρατείνει» ὁ ἄνθρωπος τήν πρός τόν Θεό «ὁμιλία» του, εὐχαριστώντας καί προσευχόμενος, τόσο θά ὑπολείπεται «τῆς κατὰ τὴν ἀντίδοσιν ἀξίας».&lt;br /&gt;39 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 108,20-21 (=PG 44, 1229D).&lt;br /&gt;40 Βλ. Εἰς Πουλχερίαν παραμυθητικὸς λόγος, A.Spira, GNO, τ.9, 472,2-4 (=PG 46, 876D-877A).&lt;br /&gt;41 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 54,6-7 (=PG 44, 796Β): «ᾧ ἔργον ἦν φυλάξαι μόνον τὰ ἀγαθὰ, οὐχὶ κτήσασθαι».&lt;br /&gt;42 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 83,20 (=PG 44, 1201Α).&lt;br /&gt;43 Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 62,20-21 καί 63,8-11 (=PG 46, 532CD). Ὅπ.π., 40,9-11 (=PG 46, 508D-509Α).&lt;br /&gt;44 Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 157Α. Ἡ περί τῆς ἀρχικῆς καταστάσεως τοῦ σώματος ἀντίληψη αὐτή τοῦ Γρηγορίου συναρτᾶται μέ τήν σχετική πρός τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου διδασκαλία, ἐφόσον δι’ αὐτῆς ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀναπλάσθηκε «εἰς τὸ ἐξ ἀρχῆς» σχῆμα. Περί τοῦ ἐν λόγῳ θέματος βλ., ἐνδεικτικῶς, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 29,19-21 (=PG 45, 33Β). Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 148Α. Ὅπ.π., PG 46, 156C. Βλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, PG 46, 637ΑΒ, ὅπου τονίζεται ὅτι τό ἀναστημένο σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς καί τό μετά τήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων «εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος» ἀποκατεστημένο σῶμα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καθίσταται «μηδαμῶς...τροφῆς ἤ ποτοῦ δεηθησόμενον, ἤ ἐνδυμάτων περιβολῆς».&lt;br /&gt;45 Βλ. Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 53,16-21 (=PG 46, 521D).&lt;br /&gt;46 Βλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 108,12-14 (=PG 44, 397Β). Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO τ.8,1, 302,9-12 (=PG 46, 373C).&lt;br /&gt;47 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 80,9-11 (=PG 44, 1197Α). Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 304,5-10 (=PG 46, 376C).&lt;br /&gt;48 Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 1, P.Alexander, GNO, τ.5, 295,9-16 (=PG 44, 633ΑB). Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 53,15-16 (=PG 46, 521D). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,11-14 (=PG 44, 1225D). Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 138,2-5 (=PG 46, 245C).&lt;br /&gt;49 Βλ. Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 300,8-13 (=PG 46, 372C).&lt;br /&gt;50 Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 1, P.Alexander, GNO, τ.5, 284,19-20 (=PG 44, 624B): «οἰκεία μὲν καὶ κατὰ φύσιν τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡ πρὸς τὴν θείαν φύσιν ὡμοιωμένη».&lt;br /&gt;51 Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 2, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 27,4,17-18 (=PG 44, 1144CD). Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 136,8-19 (=PG=46, 244CD).&lt;br /&gt;52 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 9, W.Jaeger, GNO, τ.2, 267,2 (=PG 45, 860B). Ἀντιρρητικὸς πρὸς τὴν Εὐνομίου ἔκθεσιν, W.Jaeger, GNO, τ.2, 313,16-17 (=PG 45, 468C). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 15,24 (=PG 44, 1132B). Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 77,2-23 (=PG 46, 172C). G. F l o- r o v s k y, Eastern Fathers, 153-154. Στό ἀπόσπασμα αὐτό τοῦ G. Florovsky γίνεται ἀναφορά στήν ἀιδιότητα τῆς Τριαδικῆς θεότητας, ἀπό τήν ὁποία ἐκπορεύεται ἡ φυσική δυνατότητα τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθέντος ἀνθρώπου νά πορεύεται διηνεκῶς στήν τελειότητα. Ἄξια ἀναφορᾶς θεωρεῖται σύν τοῖς ἄλλοις ἡ παρατήρηση τήν ὁποία κάνει ὁ J. Laplace («Grégoire de Nysse La Création de l’ homme. Introduction», SC, τ.6, 40), προκειμένου νά διαχωρίσει τό περιεχόμενο τῆς ἔννοιας τῆς «εἰκόνος» κατά τόν Γρηγόριο ἀπό αὐτό πού κατέχει στόν Πλάτωνα καί στόν Φίλωνα, μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι στόν ἐπίσκοπο Νύσσης δέν πρόκειται γιά ἕνα κοινό γνώρισμα τῶν ὄντων πού ἐντάσσονται στήν αἰσθητή πραγματικότητα ἀλλά γιά ἀποκλειστικό διακριτικό γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου. Πρβλ., σχετικῶς μέ τήν ἄποψη αὐτή, Κ. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 29 ὑπ.25,26.&lt;br /&gt;53 Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 222,16-17 (=PG 46, 580Α). Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἐκδοχή τοῦ Ἰ. Ζηζιούλα (νῦν Μητροπολίτου Περγάμου) σχετικῶς μέ τήν ἑρμηνευτική προσέγγιση τοῦ περιεχομένου τῆς «εἰκόνος» κατά τήν ὁποία δημιουργήθηκε τό ἀνθρώπινο γένος, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἐπειδή οὐσιώδης ἰδιότητα καί διακριτικό γνώρισμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κοινωνία τῶν θείων προσώπων, ἡ ἐντασσόμενη στίς ἀίδιες ἐνδοτριαδικές ὑπαρκτικές σχέσεις, ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου συνιστᾶ τό προσδιοριστικό στοιχεῖο τῆς θείας εἰκόνας πού φέρει ὁ ἄνθρωπος («Τό εἶναι τοῦ Θεοῦ», Σύναξη 37[1991], 27). Πρβλ., σχετικῶς, Μ. Φ α ρ ά- ν τ ο υ, «Ἡ περί τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ διδασκαλία», Κοινωνία 24(1981), 508.&lt;br /&gt;54 Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 80,7-8 (=PG 46, 176Α): «εἴρηται γὰρ τὴν ἀληθῆ ζωὴν τῆς ψυχῆς ἐν τῇ μετουσίᾳ τοῦ ἀγαθοῦ ἐνεργεῖσθαι». Πρβλ. Κ. Ε. Π α π α π έ τ ρ ο υ, «Προπατορικόν ἁμάρτημα», ΘΗΕ 10(1967), 636.&lt;br /&gt;55 Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 185CD. Βλ., ἐπίσης, ἐνδεικτικῶς ἐξ ἐπόψεως τῆς διατυπωμένης σχετικῆς πατερικῆς διδασκαλίας, Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, Ch.Kannengiesser, SC, τ.199, 270,22-272,28. 280,10-12. 284,15 (=PG 25, 101Β. 105C. 108Α). Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 2, M. Tetz, Athanasius Werke, τ.1,Ι, 222,12-17 (PG26, 244ΑΒ). Β α σ ι λ ε ί ο υ, Ὁμιλία εἰς τὸν Ψαλμὸν 48, PG 29, 449Β: «μέγα ἄνθρωπος...τὸ τίμιον ἐν τῇ φυσικῇ κατασκευῇ ἔχων. τί γὰρ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἄλλο κατ’ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος γέγονε;». Βλ., ὡσαύτως σχετικῶς μέ τό θέμα αὐτό, Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54(1983), 312. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 190. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4(1972), 47. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, «Ἡ ἑνότης», Θεολογία 40(1969), 421-422. Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2 (1970), 294. 305. Μ. Β. Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου (Διδακτορική Διατριβή), 225-226. Ε. Κ. Π ρ ι γ κ ι π ά κ η, Ἡ Θεοτόκος (Διδακτορική Διατριβή), 157. Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ἡ ἄποψη τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, κατά τήν ὁποία «τὴν εἰκόνα τὴν κατὰ τὴν ἀρχὴν ... ὁ ἀνήρ ἔχει μόνος, οὐκέτι δὲ καὶ ἡ γυνὴ» (Λόγοι ἐννέα εἰς τὴν Γένεσιν, Λόγος 2, PG 54, 589). Ἡ θέση, βεβαίως, αὐτή ἐνδείκνυται νά ἐκληφθεῖ ἑρμηνευτικῶς ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἐπιτελούμενης ἀποδόσεως ἀπό τόν ἱερό πατέρα τῆς «εἰκόνος» στόν ὑποδηλοῦντα ἀμφότερα τά φύλα «ἄνθρωπον», τόν ὁποῖο ἔπλασε ὁ Τριαδικός Θεός «πάντων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ἄρχοντα» (Ὁμιλίαι εἰς τήν Γένεσιν, Λόγος 8, PG 53, 72). Βλ., ἐπίσης, σχετικῶς μέ τό θέμα αὐτό, Ν. Γ. Ξ ε ξ ά κ η, Ὀρθόδοξος Δογματική, τ.3, 116-167. H. W. W o l f f, Anthropologie des Alten Testaments, 241. Π. Ἰ. Μ π ρ α τ σ ι ώ τ ο υ, «Ἡ γυνή ἐν τῇ Βίβλῳ», Ἐκκλησιαστικός Φάρος 22(1923), 265.&lt;br /&gt;56 Βλ., ἐνδεικτικῶς, Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 2,11-12 (=PG 46, 369C). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 15, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 493, 17-20 (=PG 44, 1093D). Περί τοῦ θέματος αὐτοῦ βλ., ἐπίσης, R. L e y s, L’ image de Dieu, 116. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 334,386-387. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἡ Σάρκωσις τοῦ Λόγου, 69. Κ. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 55. Κ. Β α τ σ ι κ ο ύ ρ α, Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου, 96-97, κατά τόν ὁποῖο οἱ ἐν λόγῳ ὅροι εἶναι «ἀντιμεταθέσιμοι», ὡς δηλοῦντες «οὐσιαστικά τήν ἴδια δυναμική σχέση μεταξύ ἀνθρώπου καί Θεοῦ». J. M u c k l e, «The Doctrine», MS 7(1945), 56. J. D a n i é l ο u, Platonisme,48. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 88-89. R. E. H e i n e, Perfection, 46. G. B. L a d n e r, «The philosophical Anthropology», DOP 12(1958), 63-64. H. M e r k i, «Ebenbildlichkeit» RAC 4(1959), 465-466. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ὁμοίωσις Θεῷ, 138. H. H a r n a c k, History of Dogma, 260-261. C. Mc G r a t h, Knowledge of God, 59-60. J. G a ï t h, La conception de la liberté, 46. M. B e g z o s, «“Imago Dei”», ΕΕΘΣΠΑ 41(2006), 316-317.&lt;br /&gt;Ὁ Χ. Μπούκης, παρά ταῦτα, σημειώνει ὅτι κατά τήν ἀποδοχή τῆς ἑρμηνευτικῆς ἐκδοχῆς τῆς ταυτίσεως ἀπό τόν Γρηγόριο στόν «ἱστορικόν» ἄνθρωπο τῆς ἔννοιας τῶν ὅρων «εἰκὼν» καί «ὁμοίωσις», «ὅλη ἡ θεολογία του, μάλιστα δέ ἡ μυστική, ἥτις θά ἠδύνατο νά χαρακτηρισθῇ ὡς θεολογία τῆς ἀναβάσεως πρός τήν ὁμοίωσιν, παραμένει ἄνευ θεμελιώσεως» (Ἡ Γλῶσσα, 38-39. Βλ., ἐπίσης, τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας, 39, ὅπου σύν τοῖς ἄλλοις ἐπισημαίνεται ὁ δυναμικός χαρακτήρας τῆς ὁμοιώσεως). Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά ἀναφερθεῖ ἡ ὕπαρξη ὁρισμένων χωρίων, στά ὁποῖα σαφῶς ὁ ὅρος τῆς «ὁμοιώσεως» προσλαμβάνει τό περιεχόμενο τοῦ σκοποῦ τῆς κατ’ ἀρετήν διαβιώσεως. Βλ., Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 26,10-11 (=PG 44, 433C). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 82,24-25 (=PG 44, 1200C). Βλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 28,13-29,6 καί 30,4-5 (=PG 44, 273ΑΒ), ὅπου ὁ ἱερός πατήρ φαίνεται νά διακρίνει σαφῶς τίς δύο ἔννοιες, μέ τήν πρόσθετη παρατήρηση ἀφ’ ἑνός μέν περί τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὅτι «τῇ κτίσει ἔχομεν καὶ ἐν τῇ πρώτῃ κατασκευῇ συνυπάρχει ἡμῖν», ἀφ’ ἑτέρου δέ περί τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν» ὅτι «ἐκ προαιρέσεως κατορθοῦμεν». Ἡ σαφής αὐτή διάκριση θεωρεῖται ὁ λόγος τῆς μή συμπεριλήψεως τοῦ ἐν λόγῳ ἔργου μεταξύ τῶν γνησίων ἔργων αὐτοῦ. Σχετικῶς πρός τό θέμα αὐτό, βλ., Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 334. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Μυστήριον, 180. Τήν γνησιότητα τοῦ ἔργου αὐτοῦ καί τήν ἀπόδοση τῆς συγγραφῆς του στόν ἐπίσκοπο Νύσσης ἀποδέχεται ἐν τούτοις μερίδα ἐρευνητῶν, ἐκ τῶν ὁποίων βλ., ἐνδεικτικῶς, R. L e y s, L’ image de Dieu,64-65. E. von I v a n k a, «Die Autorschaft der Homilien», ByZ 36(1936), 47-57.&lt;br /&gt;57 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184C. Ὅπ.π., PG 44, 137BC. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 15, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 458, 6-9 (=PG 44, 1109B). Πρβλ. καί R. L e y s, L’image de Dieu, 78-79. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 83-84.&lt;br /&gt;58 Βλ. Πρὸς τοὺς ἀχθομένους ταῖς ἐπιτιμήσεσι, PG 46,308A. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 80,26-81,3 (=PG 44, 1197Β). Ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός ἐντοπίζει τήν «κατ’ εἰκόνα» δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου στό «νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον», τό δέ «καθ’ ὁμοίωσιν» στήν «τῆς ἀρετῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ὁμοίωσιν» (Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 76,19-21 [=PG 94, 920Β]). Βλ., ἐπίσης ὡς πρός τήν ἑρμηνευτική αὐτή ἀντίληψη, Π. Ν έ λ λ α, Ζῶον θεούμενον, 34, ὅπου ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ὡς «ὄν θεολογικό», ἐφόσον ὁ προσδιορισμός τῆς ὑπάρξεώς του πραγματοποιεῖται ἀπό τό «ἄκτιστο Ἀρχέτυπό του».&lt;br /&gt;59 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184ΑΒ.&lt;br /&gt;60 Ἐκ τοῦ πλήθους τῶν χωρίων τῶν ἀφορώντων στό ὑπ’ ὄψη θέμα, βλ., ἐνδεικτικῶς, Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 18,5-11 (=PG 45, 21D-24Α). Ὅπ.π., 23,4-5 (=PG 45, 28ΑΒ). Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 6, P.Alexander,GNO, τ.5, 386,20-387,1 (=PG 44, 708D). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 1, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 10,20-22 (=PG 44, 1125B). Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 23,2-3 (=PG 45, 28Α). Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 82,21-22 (=PG 45, 308D). Περὶ εὐποιΐας, Λόγος 2, A. Heck, GNO, τ.9, 116,9 (=PG 46, 477A). Ἄξιο ἀναφορᾶς θεωρεῖται ὅτι κατά τόν Γρηγόριο ἡ «ζητουμένη δραχμὴ» τῆς σχετικῆς παραβολῆς (=Λουκ.15,8-9) ὑπεμφαίνει «τὴν εἰκόνα τοῦ βασιλέως», ἡ ὁποία εὑρίσκεται στήν πεπτωκυῖα ἀνθρώπινη φύση «οὐχί παντελῶς ἀπολλυμένη, ἀλλὰ ὑποκεκρυμμένη τῷ κόπρῳ», διά τοῦ ὁποίου νοεῖται ἡ «τῆς σαρκὸς ρυπαρία» (Βλ. Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 300,16-301,15 [=PG 46, 372D-373B]). Βλ., ὡσαύτως, Ἀ θ α ν α σ ί ο υ, Κατὰ Ἀρειανῶν, Λόγος 3, PG 26, 344Α, ὅπου ἀπό τόν ἱερό πατέρα διακρίνεται ὁ Υἱός ὡς «μόνος εἰκὼν ἀληθινὴ καὶ φύσει τοῦ Πατρὸς» ἀπό τόν «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ» γενόμενο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος «ταύτην τῆς κλήσεως ἔχει τὴν χάριν» λόγῳ τῆς ἐνοικήσεως σέ αὐτόν τῆς «εἰκόνος καὶ ἀληθοῦς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἥτις ἐστὶν ὁ Λόγος αὐτοῦ». Μέ τήν ἐκφερόμενη αὐτή ἄποψη ἀναδεικνύεται ἡ ὀντολογική διάκριση μεταξύ τοῦ Υἱοῦ ὡς τοῦ ἀίδιου κατά φύσιν γεννήματος τοῦ Πατρός καί τοῦ ἀνθρώπου ὡς τοῦ κατά χάριν υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;61 Βλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 111,9-17 (=PG 44, 400ΒC). Ὅπ.π., 117,15-19 (=PG 46, 405Β). Πρβλ. Ἰ ω ά ν ν ο υ Χ ρ υ σ ο σ τ ό μ ο υ, Περὶ ἀκαταλήπτου, Λόγος 3, R. Flacelière, SC, τ.28, 176 (=PG 48, 722).&lt;br /&gt;62 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137Α. Ὅπ.π., PG 44, 181Β. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 15, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 213,1-3 καί 8-9 (=PG 44, 918Β). Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον πρωτομάρτυρα Στέφανον, O.Lendle, GNO, τ.10,1, 92,11-20 (=PG 46, 720AΒ). Πρβλ. καί Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 9,5-10,1 (=PG 44, 261ΑΒ). Βλ., ἐπίσης, J. D a n i é l o u, Platonisme, 151.&lt;br /&gt;63 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137Β. Πρβλ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 11,12-12,13 (=PG 44, 261D-264A). Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 53,13-18 (=PG 46, 521D). Βλ., ἐπίσης, Π. Τ ρ ε μ π έ λ α, Δογματική, τ.1, 488-489. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 34-35. R. L e y s, L’ image de Dieu, 50-51. 64-65. M. B e g z o s, «“Imago Dei”», ΕΕΘΣΠΑ 41(2006), 318. Πρβλ. καί Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας», 637-638. Ἀντίθετη ἄποψη καταγράφει ὁ V. Lossky ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ Γρηγόριος ἀποδέχεται τήν δημιουργία καί τοῦ σώματος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ (Mystical Theology, 132-133). Ἡ ἐκδοχή, ὅμως, αὐτή δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὅτι ἔχει ἔρεισμα, ἐφόσον ὁ ἱερός πατήρ χαρακτηρίζει σαφῶς τήν ὁμοιότητα τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ γενομένου ὡς «νοερὰν» καί «ἀσώματον, ὄγκου τε παντὸς ἀπηλλαγμένην» κατ' ἀναφοράν πρός τό «νοερὸν» καί «ἀσώματον» θεῖο «ἀρχέτυπον» (Βλ. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 41C).&lt;br /&gt;64 Βλ. Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 137,10-12 (=PG 46, 245A): «Οἷον γὰρ ἐπὶ τῆς εἰκόνος τὸ εἶδος δείκνυται, τοιαύτην ἀνάγκη καὶ τὴν ἀρχέτυπον νομισθῆναι μορφὴν». Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 136C-137B. Πρβλ., ἐπίσης, Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2(1970), 299. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ζῶον θεούμενον, 24-25. 27. R. L e y s, L’image de Dieu, 71-72. Κ. Ν. Β α τ σ ι κ ο ύ ρ α, Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου, 90. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 454.&lt;br /&gt;65 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 198,8-10 (=PG 44, 905Α). Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 53,18-21 (=PG 46, 521D). Βλ. καί Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 33. 123-124. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Ἡ Σάρκωσις, 70. J. D a n i é l o u, Platonisme, 90. Πρβλ. καί Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας», 652, ὅπου ἡ «ἀπάθεια» ἐκλαμβάνεται κατά τήν νηπτική θεολογία του Παχωμίου Ρουσάνου, ἡ ὁποία ἐκφράζει τήν σχετική μέ τό θέμα πατερική παράδοση καί διδασκαλία, ὡς «χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς “ἀρχαίας εὐγενείας”».&lt;br /&gt;66 Βλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 38,1-2 (=PG 44, 332A). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 136D.&lt;br /&gt;67 Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 5, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 60,23-25 (=PG 44, 1180Α).&lt;br /&gt;68 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137C.&lt;br /&gt;69 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,4-5 (=PG 44, 805D).&lt;br /&gt;70 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,14-16 (=PG 44, 1225D). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 136D. Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 66,2-3. (=PG 46, 536B). Ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου κατ’ εἰκόνα τοῦ ἄφθαρτου καί ἀθάνατου Τριαδικοῦ Θεοῦ ὁδήγησε κάποιους ἐρευνητές στήν διατύπωση τῆς ὑπερβολικῆς θεωρήσεως τῶν ἐν λόγῳ ἰδιοτήτων ὡς μιᾶς δυνατότητας ἐξαϋλώσεως καί ἀποπνευματώσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὑπό τήν ἔννοια τῆς ὑπερβάσεως ἀπό αὐτόν τῶν κοσμικῶν καί βιολογικῶν συνθηκῶν διαβιώσεως, καθώς καί τοῦ τοπικοῦ καί χρονικοῦ διαστήματος (Βλ., σχετικῶς, J. G a i t h, La conteption de la liberté, 59). Ἡ ἐκδοχή, ὅμως, αὐτή ἔρχεται σέ ἐμφανῆ ἀντίθεση μέ τήν γενικότερη θεολογική θεώρηση καί διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου ἀφ’ ἑνός μέν περί τῆς ἐκ νοερᾶς ψυχῆς καί σώματος συστάσεως τοῦ ἀνθρώπινου γένους, προκειμένου ἡ κτιστή δημιουργία νά συμμετέχει συνολικῶς στήν δοξολογία τοῦ δημιουργοῦ της διά τοῦ πλασθέντος ὡς «μικροῦ κόσμου» ἀνθρώπου (Βλ., ἐνδεικτικῶς, Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44,177D), ἀφ’ ἑτέρου δέ περί τῆς προϋποθέσεως τῆς συνεχοῦς κατ’ ἐνέργειαν μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στήν φύσει ὑπάρχουσα ὡς ἀθάνατη τρισυπόστατη θεότητα, προκειμένου νά καταστεῖ αὐτός κατά χάριν ἀθάνατος. Πρβλ., συναφῶς πρός τό σημεῖο αὐτό, Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 42. 56. J. D a n i é l o u, Platonisme, 55-56.&lt;br /&gt;71 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,14-16 (=PG 44, 1225D).&lt;br /&gt;72 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 136D.&lt;br /&gt;73Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 79,23-24 (=PG 46, 176Α): «διὰ τοῦτό φησιν ἡ Γραφὴ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ γεγενῆσθαι τὸν ἄνθρωπον, ὡς ἄν, οἶμαι, τῷ ὁμοίῳ βλέποι τὸ ὅμοιον». Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,17-19 (=PG 44, 1228Α).&lt;br /&gt;74 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137ΒC. Πρὸς τοὺς βραδύνοντας εἰς τὸ Βάπτισμα, PG 46, 428D. Πρβλ. Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 31,6-7 καί 32,8-10 (=PG 44, 273BC).&lt;br /&gt;75 Βλ. Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 5, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 71,16-18 (=PG 44, 1189D). Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 6, P.Alexander,GNO, τ.5, 310,4-5 (=PG 44, 696Α).&lt;br /&gt;76 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137ΒC. Χαρακτηριστικό, ἐξ ἄλλου, εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Γρηγόριος ἐκ τῆς ἑνιαίας ἀντιληπτικῆς δυνάμεως τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος διά μέσου τῶν διαφορετικῶν ὀργάνων κινεῖται καί, χωρίς νά διαφοροποιεῖται κατά τήν φύση αὐτοῦ, χρησιμοποιεῖ τό κάθε ἕνα καταλλήλως, προβαίνει στήν κατ' ἀναγωγήν συμπερασματική ἐπισήμανση ὅτι ἐπί τοῦ Θεοῦ, παρά τό γεγονός τῆς πολλαπλότητας καί ποικιλίας τῶν θείων ἐνεργειῶν, δέν ὑφίσταται τό πολυμερές ἐπί τῆς οὐσίας αὐτοῦ (Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137D-140C).&lt;br /&gt;77 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,6-7 (=PG 44, 805D).&lt;br /&gt;78 Βλ. Εἰς τὸν βίον Μωϋσέως, H.Musurillo, GNO, τ.7,1, 108,15-17 (=PG 44, 397Β).&lt;br /&gt;79 Βλ. Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 6, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 143,4-5 (=PG 44, 1269D-1272Α). Ὅπ.π., Λόγος 5, 125,19-20 (=PG 44, 1249D).&lt;br /&gt;80 Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 108,22-24 (=PG 44, 1229D). Βλ., ἐπίσης, Ὅπ.π., Λόγος 5, 125,9-10 (=PG 44, 1249C).&lt;br /&gt;81 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 17,25-18,4 (=PG 45, 21D). Σχετικῶς πρός τά χαρακτηριστικά τῆς εἰκόνας, βλ., ἐνδεικτικῶς, J. M u c k l e, “The Doctrine”, MS7(1945), 64-70. G. P. L a d n e r, «The Philosophical Anthropology», DOP 12(1958), 67. H. M e r k i, Ὁμοίωσις Θεῷ, 128. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ,«Ebenbildlichkeit», RAC 4(1959), 470. R. F. H e i n e, Perfection, 50-51. Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54 (1983), 312-313. J. D e n n i n g-B o l l, «The soul», GOTR 34 (1989), 102. Σ. Π α π α δ ο π ο ύ- λ ο υ, Πατρολογία Β΄, 605. J. D a n i é l o u, Platonisme,50. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 387-388.&lt;br /&gt;82 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,6 (=PG 44, 805D).&lt;br /&gt;83 Βλ. Περὶ παρθενίας, J.P.Cavarnos, GNO, τ.8,1, 298,10-11 (=PG 46, 369C). Εἰς τοὺς Μακαρισμοὺς, Λόγος 3, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 105,16-17 (=PG 44, 1225D). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 5, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 71,4-5 (=PG 44, 1189C). Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46,101C. Πρβλ., ἐπίσης, Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2(1970), 294. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4,191. R. L e y s, L’image de Dieu, 72-75. J. G a ï t h, La conception de la liberté chez Grégoire de Nysse, 45-52. Κ. Β. Σ κ ο υ- τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 454.&lt;br /&gt;84 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44,184Β. Περὶ ψυχῆς καί ἀναστάσεως, PG 46,101D-104A.&lt;br /&gt;85 Βλ. Λόγος εἰς τοὺς κοιμηθέντας, G.Heil, GNO, τ.9, 40,1-5 (=PG 44,508D). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,13-17 (=PG 44, 805D).&lt;br /&gt;86 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,1-2 καί8-10 (=PG 44, 805CD).&lt;br /&gt;87 Βλ. Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 2, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 68,6-7 (=PG 44, 805D).&lt;br /&gt;88 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 153 D-156Β. Πρβλ. R. L e y s, L’image de Dieu, 77-78. Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2(1970), 294. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ζῶον θεούμενον, 20.&lt;br /&gt;89 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 180Β. Βλ.,ἐπίσης,D. L. B a l á s, Μετουσία Θεοῦ, 143. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 31.&lt;br /&gt;90 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 55,17-22 (=PG 45, 57D-60Α). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184C.&lt;br /&gt;91 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 137D.&lt;br /&gt;92 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 180Β.&lt;br /&gt;93Βλ.Περὶ τοῦ τί τὸ τοῦ Χριστιανοῦ ἐπάγγελμα, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 138,6-14 (=PG=46, 245A).&lt;br /&gt;94 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184C. Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 41C.&lt;br /&gt;95 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 180C.&lt;br /&gt;96 Βλ.Περὶ ψυχῆς καὶ ἀναστάσεως, PG 46, 41CD. Ἐγκώμιον εἰς τὸν μέγαν Βασίλειον τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, O. Lendle, GNO, τ.10,1, 122,16-17 (=PG 46, 804D).&lt;br /&gt;97 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 184C.&lt;br /&gt;98 Βλ. Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 290,28-291,6 (=PG 45, 985B). Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, O.Lendle, GNO, τ.10,1, 93,16-94,3 (=PG 46, 720C).&lt;br /&gt;99 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 6, W. Jaeger, GNO, τ.2, 190,14-17 (=PG 45, 773Α). Βλ., ὡσαύτως, V. L o s s k y, Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ, 126-127.&lt;br /&gt;100 Βλ. Ἀντιρρητικὸς εἰς τὸν πρῶτον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 209,8-14 (=PG 45, 445D-448A). Κατά τόν Γρηγόριο, ἐπίσης, διά τοῦ ὑπό τοῦ Ἀποστόλου χαρακτηρισμοῦ τοῦ Μονογενοῦς ὡς «εἰκόνος τοῦ Θεοῦ» καί ὡς «ἀπαυγάσματος τῆς δόξης»(Ἑβρ.1,3, Β΄Κορ.4,4, Κολ.1,15) ἀφ’ ἑνός μέν δέν ὑπονοεῖται ἡ ἰδιότητα τοῦ «ἀγεννήτου» περί τῆς ὑποστάσεως τοῦ Υἱοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἑρμηνεύεται καί ἀναδεικνύεται τό «διηνεκὲς», τό «ἀΐδιον» καί τό «ὑπερκείμενον» πάσης χρονικῆς ἔννοιας καί διαστάσεως ἀναφορικῶς πρός αὐτόν (ὅπ.π., 209,15-26. [=PG 45, 448AB]).&lt;br /&gt;101 Βλ. Κατὰ Εὐνομίου τοῦ τρίτου λόγου, τόμος 6, W. Jaeger, GNO, τ.2, 189,24-25 καί 190,2 (=PG 45, 772D). Πρὸς τὸν Εὐνομίου δεύτερον λόγον, W. Jaeger, GNO, τ.1, 288,4-23 (=PG 45, 981D-984A). Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44,137Β. Περὶ τελειότητος, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 196,12-14 (=PG 46, 272Β). Πρβλ. καί Περὶ τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως καὶ εἰς τὸ «Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν», Λόγος 1, H.Hörner, GNO(sup), 32,10-13 (=PG 44, 273C). Βλ., ἐπίσης, J. D a n i é l o u, Platonisme,49. Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2 (1970), 296-297.&lt;br /&gt;102 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 180C.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/1865627516818814922-578834302149131503?l=happydreamday.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/578834302149131503'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/1865627516818814922/posts/default/578834302149131503'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://happydreamday.blogspot.com/2011/10/2_12.html' title=''/><author><name>Happy Dream Media</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://1.bp.blogspot.com/-rlYiKdBUv7c/TwvcY7w8mpI/AAAAAAAAGOk/8cuQMufJ_vQ/s220/hmedialogo.jpg'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-1865627516818814922.post-3058113209557116686</id><published>2011-10-10T01:03:00.000-07:00</published><updated>2011-10-28T01:05:15.042-07:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>γ΄. Ἡ ἐκ ψυχῆς καί σώματος σύσταση τοῦ ἀνθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παρεμφερῶς πρός τά περί τῆς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου σημειωθέντα ἐκτίθεται ἀπό τόν Γρηγόριο ἡ διδασκαλία περί τῆς διφυοῦς κατασκευῆς αὐτοῦ διά τῆς συνδρομῆς τῆς λογικῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος1, κατά τήν ὁποία ἐναρμονίζεται καί συνάπτεται ὁ «φαινόμενος» πρός τόν «κεκρυμμένον» ἄνθρωπο σέ «συνῳδίαν» πρός δοξολογία τοῦ πλάσαντος αὐτόν Θεοῦ2. Ἡ ἐν λόγῳ μείξη καί κοινωνία τῶν ἑτερογενῶν αὐτῶν στοιχείων πρός σύσταση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς3 ἐπιφέρει κατά τόν Γρηγόριο θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου ὡς «διπλοῦ» καί «συνθέτου»4, ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ἁπλή καί μονοειδῆ φύση τῆς θεότητας5, ἡ χάρη τῆς ὁποίας, διά τῆς «οἰκειώσεως» καί «ἀνακράσεως» τῆς νοερᾶς οὐσίας πρός τό «λεπτόν καί φωτοειδές» τῆς αἰσθητῆς φύσεως6, ἐκτείνεται «ὁμοτίμως» στό σύνολο τῆς κτίσεως καί ἀνυψώνει τό γήινο στοιχεῖο πρός αὐτήν7. Ἡ ὑπό τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιουργία καί ἀνάδειξη τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς συγκείμενης ἀπό τό αἰσθητό καί τό νοητό στοιχεῖο8 καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο κατά τόν Γρηγόριο ἐνδιάμεσο τῆς ἀσώματης θείας φύσεως καί τῆς «εἰς τό ἀκρότατον» πρός τήν θεότητα διεστώσης «ἀλόγου καὶ κτηνώδους ζωῆς»9.&lt;br /&gt;Κατά τήν ἔκθεση τῆς περί τοῦ διφυοῦς χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου θεολογικῆς του διδασκαλίας ὁ Γρηγόριος καθιστᾶ σαφές ὅτι ἡ μετουσία ἑκατέρων τῶν στοιχείων ἀφ’ ἑνός μέν παρέχει στήν ἐνοικοῦσα στό «ἐμβριθὲς καί σωματῶδες» νοερά ψυχή στοιχεῖα συγγενῆ καί «ὁμόφυλα» πρός τίς οὐράνιες δυνάμεις10, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀναδεικνύει τόν ἄνθρωπο «μικρὸν κόσμον»11, ὄχι βεβαίως ὑπό τήν ἔννοια τῆς περιορισμένης ἀξίας, ὅπως κατά τήν ἄποψη τοῦ Γρηγορίου Νύσσης διατυπώνεται ἀπό ὁρισμένους θύραθεν συγγραφεῖς12, ἀλλά ὡς κατέχοντα τό νοητό καί αἰσθητό στοιχεῖο, διά τῶν ὁποίων ὅλη ἡ κτίση κατανοεῖται13. Ἡ σπουδαιότητα, βεβαίως, τοῦ ἀνθρώπου ὡς «μικροῦ κόσμου» ἐντός τῆς κτιστῆς δημιουργίας δέν συνίσταται κατά τόν ἐπίσκοπο Νύσσης στό ὅτι αὐτός δημιουργήθηκε καί εὑρίσκεται ὡς «μεθόριος», δηλαδή μεταξύ τοῦ πνευματικοῦ καί τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, τοῦ προερχόμενου ἐκ τῆς ἀνακράσεως τῶν τεσσάρων στοιχείων τῆς φύσεως, ἀλλά στό ἀνεπανάληπτο γεγονός τῆς πλάσεως μόνου αὐτοῦ «κατ’ εἰκόνα τῆς τοῦ κτίσαντος φύσεως»14.&lt;br /&gt;Ἡ ὡς ἄνω ἐκτεθεῖσα διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου, ἡ ὁποία ἀποτυπώνεται σέ ὅλο σχεδόν τό ἔργο του, χαρακτηρίζεται ἐπίσης ἐκ τῆς ἐπισημάνσεως καί τῆς σαφοῦς διατυπώσεως ἀπό αὐτόν τῶν αἰτίων στά ὁποῖα ἀνάγεται ἡ κατ’ ἀνεπανάληπτον τρόπο σύσταση τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους. Ἡ ἁρμόζουσα στήν ἄσκηση τῆς βασιλείας κατασκευή τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἀποσκοπεῖ κατ’ ἀρχάς στήν δυνατότητα ἀπολαύσεως ἀφ’ ἑνός μέν τῆς «θεωρίας» τοῦ Θεοῦ διά τῆς «θειοτέρας φύσεως», τῆς ἐμφαινόμενης διά τῶν «κατά τήν ψυχήν» προτερημάτων, ἀφ’ ἑτέρου δέ τῶν «κατά τήν γῆν» ἀγαθῶν διά τῆς «ὁμογενοῦς» πρός αὐτά αἰσθήσεως, τῆς ἐντασσόμενης στίς ἰδιότητες τοῦ ἐμπίπτοντος στήν γήινη μοῖρα σώματος15.&lt;br /&gt;Ἡ σύναψη στόν «μικρόκοσμον» ἄνθρωπο τῶν «ἐπουρανίων» καί τῶν «ἐπιχθονίων» καθιστᾶ, ἀκολούθως, τήν στροφή τῆς ὀπτικῆς ἐνέργειας πρός τόν Θεό κοινή δραστηριότητα τοῦ συνόλου τῆς κτίσεως, διά τῆς ὁποίας πραγματοποιεῖται ἡ δοξολογία τῆς «τοῦ παντὸς» ὑπερκείμενης δυνάμεως τῆς θεότητας. Τό γεγονός αὐτό πληροῖ, κατά τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου, τόν σκοπό τοῦ ἐκ ψυχῆς νοερᾶς καί σώματος συνιστάμενου ἀνθρώπου κατά τήν γένεση αὐτοῦ16. Ἀποκαλύπτει, ἐξ ἄλλου, τήν μοναδικότητα καί πρωτοτυπία τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ ἐν σχέσει πρός τό φιλοσοφικό του περιβάλλον, ἐφόσον ἡ ὕλη, καί κατ’ ἐπέκτασιν τά ἀπαρτιζόμενα ἐξ αὐτῆς σώματα, συνιστοῦν στήν θύραθεν φιλοσοφική διανόηση στοιχεῖα ἐχθρικά καί ἀλλότρια, πού ἐπιφέρουν σκοτισμό καί σύγχυση στήν ψυχή, ἡ ὁποία δέν κατέχει τήν κακία ὡς φυσικό της ἰδίωμα17. Ὡς τέτοιου εἴδους ἡ ὕλη συνιστᾶ τήν πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἐκπορεύεται κάθε ἐπί μέρους κακία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δ΄. Ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τῆς ἀναφερόμενης ἀπό τόν Γρηγόριο Νύσσης «διπλῆς κατασκευῆς» τοῦ ἀνθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στό πλαίσιο τῆς ἐπιχειρούμενης παραθέσεως τῆς σχετικῆς πρός τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου ἰδιαίτερη θέση καταλαμβάνει ἡ ἀναφορά σέ μία «διὰ στοχασμῶν καὶ εἰκόνων» ἀναπτυσσόμενη ἄποψη, ἡ ὁποία ἀφορᾶ σέ μία ἐκ πρώτης ὄψεως ἐκλαμβανόμενη ὡς διπλή κατασκευή τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, τήν ὁποία ὁ ἱερός πατήρ προβάλλει ἀποκλειστικῶς στό «Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου» ἔργο του18 καί ἡ ὁποία ἔχει εὑρεθεῖ κατ’ ἐπανάληψιν στό ἐπίκεντρο ἑρμηνευτικῶν συζητήσεων καί διαφωνιῶν19. Κρίνοντας σκόπιμο καί ἀναγκαῖο νά ἀναφερθοῦμε δι’ ὀλίγων στίς πραγματοποιηθεῖσες ἑρμηνευτικές προσεγγίσεις τῆς διατυπωμένης σχετικῆς αὐτῆς ἀπόψεως τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, ἐνδείκνυται ἀρχικῶς νά σημειώσουμε ὅτι πρόκειται περί μιᾶς ἀπόψεως τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης, πού ἐκφράζει ἕνα ἰδιόμορφο ἐξελικτικό σχῆμα τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, κατά τό ὁποῖο ἡ ἀνθρωπότητα, λαμβάνουσα τήν ὕπαρξή της ὡς ἕνα καθολικό δημιούργημα, πού κατέχει ἐν εἴδει σπέρματος τίς πρῶτες καταβολές τῶν προσδιοριστικῶν αὐτῆς στοιχείων, ἀναπροσαρμόζεται μέσῳ μιᾶς προοδευτικῆς κινήσεως καί μεταβολῆς. Ἡ ἑρμηνευτική αὐτή ἐκδοχή τοῦ ἱεροῦ πατρός σχετικῶς μέ τήν ἀναπροσαρμογή τῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου δέν θεωρεῖται ἄνευ ἐρείσματος, ἐφόσον προσεγγισθεῖ ἑρμηνευτικῶς ὑπό τό πρίσμα τῆς διδασκαλίας του ἐκείνης πού σχετίζεται μέ τήν «ἐν ἀκαρεῖ» καί ἐκ τοῦ μή ὄντος δημιουργία τοῦ σύμπαντος κόσμου κατά τίς σπερματικές του καταβολές, κατά τρόπον ὥστε ἡ κτίση νά ἐμπεριέχει τίς ἐξελικτικές δυνάμεις ἐν εἴδει σπέρματος20, ὅπως ἔχει σχετικῶς ἐκτεθεῖ στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ παρόντος κεφαλαίου.&lt;br /&gt;Συναφεῖς μέ τούς περί τοῦ ἐξελικτικοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ἀνθρωπότητας στοχασμούς τοῦ Γρηγορίου ἀντιλήψεις ἀπαντοῦν στήν θύραθεν φιλοσοφία καί συγκεκριμένως στό πλατωνικό σύστημα, ὅπου ὁ Θεός φέρεται ὡς δημιουργός ἑνός προτύπου ὄντος ἐμπεριέχοντος ὅλα τά νοητά «ζῶα» ὡς ἰδέες τῶν ἐπί μέρους ὄντων21. Πρόκειται περί τοῦ «παντελοῦς ζώου», βάσει τοῦ ὁποίου ὁ Θεός προχωρεῖ, ἀκολούθως, στίς ἐπί μέρους δημιουργικές ἐνέργειες αὐτοῦ, στίς ὁποῖες περιλαμβάνονται «αἱ πρεσβύτεραι» τοῦ σώματος ἀνθρώπινες ψυχές22. Ὁ ἄνθρωπος, ἑπομένως, ἐντάσσεται κατά τήν ἄποψη αὐτή ἐντός ἑνός γενικοῦ προπλάσματος τοῦ συνόλου τοῦ κόσμου, ἐπέχοντος θέση ἀρχετύπου, βάσει τοῦ ὁποίου δημιουργοῦνται σύν τοῖς ἄλλοις οἱ ἄνθρωποι.&lt;br /&gt;Στήν ἰουδαϊκή γραμματεία, ἐξ ἄλλου, ὁ Φίλων, ἀποσκοπώντας στήν κατάδειξη τῆς «παμμεγέθους διαφορᾶς», ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξύ τοῦ «νῦν πλασθέντος ἀνθρώπου καὶ τοῦ κατὰ τὴν εἰκόνα Θεοῦ γεγονότος πρότερον»23, καταφεύγει στήν ἑρμηνεία τοῦ σχετικοῦ χωρίου τῆς Γενέσεως(1,26), μέ τήν ὁποία ὑποδεικνύεται διπλή δημιουργία, κατ’ ἀρχάς μέν τοῦ ὅλου κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἀνθρώπου, ἀκολούθως δέ τῶν κατά τά φύλα διακεκριμένων πρώτων ἀνθρώπων. Ὁ Θεός, κατά τόν Ἰουδαῖο στοχαστή, προκατασκεύασε ἕνα νοητό κόσμο ἐμπεριέχοντα ὅλα τά αἰσθητά γένη, τά ὁποῖα ἐπρόκειτο νά περιλαμβάνει ὁ δημιουργηθείς ἐξ αὐτοῦ αἰσθητός κόσμος24.Ἕνα ἐκ τῶν νοητῶν αὐτῶν εἰδῶν θεωρεῖται ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἰδεατός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, θεωρούμενος ὡς ἰδιαίτερη ὀντότητα, ὑπῆρξε ἡ «ἀρχέτυπος σφραγὶς», βάσει τῆς ὁποίας κατασκευάσθηκε ὁ κατά τήν ἀκολουθοῦσα μαρτυρία τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως ἐμφανιζόμενος ἐκ πνεύματος καί ὕλης ἄνθρωπος25.&lt;br /&gt;Τήν ἄποψη περί τῆς διπλῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου υἱοθετεῖ ἐπίσης ὁ Ὠριγένης, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι μέ τήν Παύλειο διάκριση μεταξύ τοῦ «ἔσω» καί τοῦ «ἔξω» ἀνθρώπου(Β΄ Κορ. 4,16) διασαφηνίζονται οἱ δύο δημιουργικές ἐνέργειες, οἱ ἀναφερόμενες στό σχετικό χωρίο τῆς Γενέσεως, ἐπικαλούμενος τήν συνηγορία τοῦ Παύλου στό θέμα αὐτό26. Κατά τόν Ἀλεξανδρινό θεολόγο ἡ πρώτη δημιουργία συνίσταται στήν κατασκευή τῶν νοῶν, στό σύνολο τῶν ὁποίων συμπεριλαμβανόταν καί ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ πλασθείς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὡς νοῦς ἦταν ἀόρατος, ἀσώματος καί ἀθάνατος27.&lt;br /&gt;Ἡ ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἐκφραζόμενη ἀντίληψη περί τῆς ἐξελικτικῆς αὐτῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς δημιουργικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τῆς ὁποίας ὁ καινοφανής κατά τά ἄλλα ἑρμηνευτικός χαρακτήρας προβάλλεται ἀπό τόν Γρηγόριο «οὐκ ἀποφατικῶς» ἀλλά «ὡς ἐν γυμνασίας εἴδει»28, προσλαμβάνουσα ἔτσι στοιχεῖα καί χροιά προσωπικοῦ ἑρμηνευτικοῦ στοχασμοῦ, ἐμφαίνει τήν ἀδυναμία ταυτίσεως ἀπό αὐτόν τῆς παρούσης μεταπτωτικῆς καταστάσεως τοῦ «ἐν ταλαιπωρίᾳ» εὑρισκόμενου ἀνθρώπου μέ τήν μακαριότητα τήν ἀναδεικνυόμενη ἐκ τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργίας αὐτοῦ29. Προκειμένου νά ὑπερνικήσει τήν ἀδυναμία τῆς ταυτίσεως αὐτῆς καί νά ἐναρμονίσει τά περί τοῦ ἀνθρώπου ἀναφερόμενα στό βιβλίο τῆς Γενέσεως σημεῖα μέ τήν σημερινή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, στρέφεται ὁ Γρηγόριος στήν ἀποδοχή μιᾶς ἑρμηνευτικῆς ἐκδοχῆς περί «διπλῆς κατασκευῆς» αὐτοῦ, κατά τήν ὁποία ἡ μέν «πρώτη» ἀφορᾶ στήν διά τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ὁμοιωμένη μέ τήν θεότητα ἀνθρωπότητα, ἡ δέ ἀκολουθοῦσα, ὡς «ἐπανάληψις» τῆς προηγηθείσης, ἀναφέρεται στό «διῃρημένον» κατά τήν διαφορά τῶν φύλων καί, ὡς ἐκ τούτου, ἀλλότριο τῶν περί Θεοῦ νοουμένων ἀνθρώπινο εἶδος30.&lt;br /&gt;Τό διαχωριστικό σημεῖο μεταξύ τῆς κατά τήν πρώτη κατασκευή δημιουργηθείσης «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ ἀνθρώπινης φύσεως καί τοῦ κατά τήν ἀναπροσαρμοστική ἐξέλιξη τῶν σπερματικῶν καταβολῶν «γηΐνου πλάσματος», τοῦ Ἀδάμ31, ἐντοπίζεται στόν ἐπαναπροσδιορισμό τῆς λειτουργίας τόν ὁποῖο ὑπέστη ἡ ἀνθρωπότητα καί τοῦ ὁποίου κύριο γνώρισμα συνιστᾶ ἡ διαίρεση αὐτῆς σέ ἄρρεν καί θῆλυ φῦλο. Τό γεγονός αὐτό τῆς διασπάσεως τοῦ ἀνθρώπινου γένους σημαίνει τήν «ἐπιγεννηματικὴν» συγγένεια καί κοινωνία αὐτοῦ «πρὸς τὸ ἄλογον»32, ἀφοῦ ἡ κατά τό ἄρρεν καί θῆλυ διαφορά δέν συνάδει πρός τό θεῖο ἀρχέτυπο, τήν εἰκόνα τοῦ ὁποίου φέρει ἡ ἀνθρωπότητα33.&lt;br /&gt;Σύμφωνα μέ τήν ἀποτυπωμένη ἑρμηνευτική ἄποψη τοῦ Γρηγορίου Νύσσης περί τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου, κατά τήν διά τῆς πρώτης δημιουργικῆς ἐνέργειας κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Τριαδικό Θεό, τόν ἀιδίως ὑπάρχοντα34 καί τά πάντα «εἰς τὸ εἶναι» παραγαγόντα35, συντελέσθηκε ἡ συμπερίληψη ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους, «καθάπερ ἐν ἑνὶ σώματι», στόν «καθόλου» ἄνθρωπο, γεγονός τό ὁποῖο ὑποδεικνύει ἐπίσης ὁ ἀόριστος τρόπος ἐκφράσεως τῆς περί δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου διηγήσεως τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως36. Πρόκειται περί ἑνός «ἀγενοῦς» δομικοῦ φυράματος κατά τήν σπερματική καταβολή τοῦ ἀνθρώπινου γένους, τό ὁποῖο, χωρίς νά φέρει τήν κατά τά δύο φύλα διάκριση, συνιστοῦσε τήν «πρώτη αἰτίαση καί ἀπαρχή τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους»37. Ὁ Γρηγόριος καθιστᾶ σαφές ὅτι στόν πληρωματικό αὐτόν καί χωρίς διάκριση σέ φύλα ἄνθρωπο καί ὄχι στόν Ἀδάμ ἀναφέρεται ἡ δημιουργία κατά τήν θεία εἰκόνα, ἡ δύναμη τῆς ὁποίας ἐπεκτείνεται σέ ὅλη τήν ἀνθρώπινη φύση38 καί καθιστᾶ αὐτήν «θεοείκελον χρῆμα»39.&lt;br /&gt;Ἡ ἄποψη, συνεπῶς, αὐτή ἐπ’ οὐδενί ἐξαιρεῖ τῆς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασθείσης φύσεως τούς μεταγενέστερους ἀνθρώπους, ἐφόσον ἡ ἀνθρώπινη φύση, ἡ «ἀπό τῶν πρώτων μέχρι τῶν ἐσχάτων» περιλαμβανόμενη στήν πρώτη αὐτήν κατασκευή, διατελεῖ «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, φέρουσα ἐντός αὐτῆς ὅλα τά χαρακτηριστικά τά ἀπεικονίζοντα τήν θεότητα40. Τό «κοινὸν», ἑπομένως, αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁποία κάθε ἄνθρωπος μετέχει, χωρίς νά ἐπιδέχεται αὔξηση «διά προσθήκης» ἤ μείωση «δι’ ὑφαιρέσεως», παραμένει «ἀδιάτμητον», ἀκριβής μονάς, «ἄσχιστον», «συνεχὲς» καί «ὁλόκληρον»41.&lt;br /&gt;Ὁ Γρηγόριος κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς διδασκαλίας του περί τῆς κοινότητας τῆς θείας οὐσίας κάνει ἐκ παραλλήλου λόγο καί γιά τήν θεώρηση τῆς οὐσίας τῶν ἀνθρώπων ὡς κοινῆς καί ἀμέριστης κατά τήν διάκριση αὐτῶν σέ πρόσωπα42. Τονίζει ὅτι διά τῆς ὀνοματοδοσίας τῶν προσώπων δέν αἴρεται ὁ κοινός λόγος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλά νοεῖται «μέρος» αὐτῆς, δηλαδή οὐσία «ἰδικὴ», ἐμφαίνουσα τό «ἄτομον, ὅπερ ἐστὶ πρόσωπον» καί συναριθμούμενη μέ αὐτό ἐξ αἰτίας τῆς «κοινῆς συνηθείας»43. Τά πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων πού φέρουν τήν ἀναδεικνύουσα τήν κοινότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως ἰδιότητα, διά τῆς κατοχῆς τῶν «ἐπιθεωρουμένων» ἰδιωμάτων, διακρίνονται «ἀπ’ ἀλλήλων» κατά τρόπον ἀσύγχυτο44.&lt;br /&gt;Γίνεται σαφές ὅτι ὁ κατά τήν δημιουργία περιλαμβάνων τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ συμπλασθείς μέ τήν τελειότητα45, τήν ἀπορρέουσα ἀπό τήν μετοχή του στίς ἐνέργειες τοῦ ἐκ φύσεως ἀγαθοῦ καί ἄκτιστου Τριαδικοῦ Θεοῦ, δέν δύναται νά θεωρηθεῖ κατά τήν διατυπούμενη θεολογική ἄποψη τοῦ ἱεροῦ πατρός ὡς μή φέρων σῶμα. Σέ αὐτήν τήν περίπτωση ἡ ἐμπίπτουσα στίς αἰσθήσεις γήινη ὕλη θά παρέμενε ἄμοιρος τῆς νοερᾶς διαγωγῆς καί δέν θά πραγματοποιεῖτο ἔτσι ἡ σύναψη ἐπουρανίων καί ἐπιγείων πρός δοξολογία τοῦ πλάσαντος τήν κτιστή φύση Θεοῦ, γεγονός τό ὁποῖο, ὅπως ἔχει ἤδη ἀναφερθεῖ, θεωρεῖται ἀπό τόν Γρηγόριο σκοπός τῆς ἐκ ψυχῆς καί σώματος δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου46. Τό ἀνθρώπινο γένος, συνεπῶς, δημιουργήθηκε πρός ὕπαρξη διά τῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐκ νοητοῦ καί αἰσθητοῦ στοιχείου, κατέχον τό στοιχεῖο ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀφ’ ἑνός μέν θά τοῦ ἐπέτρεπε τήν ἐπί τῆς γῆς ἐνδιαίτησή του, ἀφ’ ἑτέρου δέ θά καθιστοῦσε αὐτό ἱκανό πρός ἄσκηση τῆς βασιλείας του ἐπί τῆς κτίσεως47. Τό δέ σῶμα αὐτοῦ, χωρίς νά φέρει ἀκόμη τήν διαίρεση τῶν φύλων, μετεῖχε ὡσαύτως διά τῆς ὑπό τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ πλάσεώς του τῆς θείας μακαριότητας.&lt;br /&gt;Σύμφωνα μέ τά παραπάνω ἐκτεθέντα εἶναι δυνατόν νά ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ μαρτυρούμενη ἀπό τόν Γρηγόριο Νύσσης κατά τό θεῖο «ἐπιτέχνασμα» ἀνάμειξη τῆς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ πλασθείσης φύσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ στοιχεῖο «ἄλογον» πού ἐπακολούθησε δέν ἀφορᾶ στήν προσθήκη τοῦ σώματος. Ἐνδεχόμενη ἀποδοχή τῆς ἀπόψεως αὐτῆς θά συνεπαγόταν τήν θεώρηση ἐκ μέρους τοῦ Γρηγορίου τοῦ σώματος ἀφ’ ἑνός μέν ὡς μεταγενέστερου τῆς ψυχῆς, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὡς μέσου τιμωρίας ἤ διορθώσεως τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ δύο αὐτές ἐνδεχομένως ἀναδεικνυόμενες συνέπειες θά ἀντιτίθεντο στόν σαφῆ καί κατηγορηματικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ ἱερός πατήρ ἔχει ἐκφράσει τήν διδασκαλία αὐτοῦ ἀφ’ ἑνός μέν περί τῆς ταυτόχρονης ἀρχῆς τῆς συστάσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος48, ἀφ’ ἑτέρου δέ περί τοῦ προαναφερθέντος σκοποῦ τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, τό «κτηνῶδες» καί «ἄλογον» ἀφορᾶ στόν «ἐξ ἀλλήλων τρόπον διαδοχῆς», στήν διαφορά δηλαδή κατά τό ἄρρεν καί θῆλυ, διά τῆς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τόν «κατὰ τὴν γένεσιν» τρόπο49.&lt;br /&gt;Τό γεγονός, ἐξ ἄλλου, τῆς ὑπό τοῦ Γρηγορίου θεωρήσεως τοῦ κατά τό πρῶτον δημιουργηθέντος ἀνθρώπου ὡς «ὁμοτίμου» πρός τούς ἀγγέλους50 ἐμφαίνει τήν ἰσχύ καί τήν ἐφαρμογή καί ἐπί τῶν ἀνθρώπων τοῦ «ἀρρήτου» καί «ἀνεπινοήτου» τρόπου «πλεονασμοῦ» τῆς ἀγγελικῆς φύσεως, διά τοῦ ὁποίου θά αὐξανόταν τό ἀνθρώπινο γένος κατά τό ὁρισθέν ὑπό τῆς βουλήσεως τοῦ δημιουργοῦ του μέτρο51. Αἴτιο τῆς ἐμφυτεύσεως στήν ἀνθρώπινη φύση τῆς «ζωωδεστέρας γενέσεως»52, ἀντί τῆς «ἀγγελικῆς μεγαλοφυΐας», ἀπετέλεσε ἡ διά τῆς προγνωστικῆς ἐνέργειας καί προορατικῆς δυνάμεως «προκατανόησις» ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς ροπῆς τῆς προαιρέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρός τό «χεῖρον»53.&lt;br /&gt;Σέ συνάρτηση μέ τά προηγουμένως σημειωθέντα τονίζεται ὡσαύτως ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὅτι ἡ διά τῆς διακρίσεως τῶν φύλων ἔκπτωση τοῦ κατά τό πρῶτον κατασκευασθέντος ἀνθρώπου ἐκ τοῦ ἀγγελικοῦ βίου σηματοδοτεῖ τήν κατά τό δεύτερον ἐκδηλωθεῖσα δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία, ἐν ὄψει τοῦ μή «εὐθυποροῦντος» τῆς προαιρέσεως54 τοῦ ἀνθρώπου, δόθηκε σέ αὐτόν ἡ ἱκανότητα «ἀναπαραγωγῆς» διά τῆς συνέργειας τῶν προσώπων τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας. Ἔκτοτε, διά τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς τῆς κοινωνίας τῶν φύλων τό ἀνθρώπινο γένος αὐξάνεται καί πληθύνεται μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ ὁρισθέντος ἀριθμοῦ ψυχῶν, τήν ὁποία θά ἀκολουθήσει ἡ «ἀναστοιχείωσις» τοῦ παντός55. Βεβαίως, ἡ διά τοῦ εἴδους αὐτοῦ τῆς γεννήσεως τροποποίηση καί μεταβολή τοῦ τρόπου τῆς πληθύνσεως τοῦ πρώτου ἀνθρώπου καί τοῦ ἐξ αὐτῆς γεγονότος δέν συνεπάγεται καί διαφοροποίηση κατά τήν τάξη ἤ κατά τόν χαρακτηρίζοντα τήν κοινή ἀνθρώπινη φύση τρόπο ὑπάρξεως αὐτῆς56&lt;br /&gt;Ἡ ἐκτεθεῖσα ἑρμηνευτική αὐτή ἀντίληψη τοῦ Γρηγορίου περί τῆς κατά τήν ἄποψή μας θεωρούμενης καί λεγόμενης «διπλῆς» ὡς πρός τόν ἄνθρωπο δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ἀναδεικνύει τήν πρωτοτυπία τῆς ἀνθρωπολογικῆς αὐτῆς ἀπόψεως τοῦ ἱεροῦ πατρός καί τήν ἐμφανῆ διαφοροποίησή της ἀπό τίς ἀντίστοιχες θεωρίες τῆς πλατωνικῆς καί φιλώνειας διδασκαλίας, καθώς καί ἀπό τίς σχετικές μέ τό θέμα αὐτό ἀπόψεις τοῦ Ὠριγένη, παρά τήν φαινομενική συγγένεια ἤ συνάφεια μέ αὐτές.&lt;br /&gt;Ἐν ἀντιθέσει πρός τό «παντελὲς ζῶον» τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφικῆς σκέψεως, ὁ πρῶτος ἀνθρωπος στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Γρηγόριος εἶναι συγκεκριμένος, «πληρωματικὸς», αὐτοτελής, ἀνεξάρτητος ἀπό τόν κόσμο καί δέν ἀποτελεῖ αὐτός ἀρχέτυπο, ἀλλά λόγῳ τῆς «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ δημιουργηθείσης φύσεώς του θεωρεῖται φορέας τῆς ὁμοιότητας μέ τόν Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι τό μοναδικό ἀρχέτυπο57.&lt;br /&gt;Δέν πρόκειται, κατά ταῦτα, περί τοῦ ἰδεατοῦ φιλώνειου ὄντος, τό ὁποῖο συνιστᾶ ἀκίνητο παράδειγμα, οὔτε περί τοῦ κατά τόν Ὠριγένη ἀσώματου καί ἀόρατου νοῦ, ἀλλά περί ἀνθρώπου κατέχοντος σῶμα καί ἱκανοῦ πρός ἀπόδοση τιμῆς καί δοξολογίας πρός τόν πλάσαντα αὐτόν Τριαδικό Θεό. Ἡ ἀποδοχή, ἐξ ἄλλου, ἀπό τόν Γρηγόριο τῆς θεωρήσεως τοῦ πρώτου ἀνθρώπου ὡς μέρους ἑνός νοητοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν θά ἐπέφερε ὡς ἄμεση συνέπεια τήν παραδοχή ἀπό αὐτόν τῆς ἀντιλήψεως περί προδημιουργίας τῶν ψυχῶν, τήν ὁποία, κατά τά προαναφερθέντα, ὁ ἱερός πατήρ ἀποκλείει κατά τρόπον κατηγορηματικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;3. Ἡ ἐνεργοῦσα τήν δημιουργία καί δι’ αὐτῆς φανερούμενη βούληση τοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παραλλήλως πρός τήν διδασκαλία περί κατασκευῆς τοῦ ἐντασσόμενου στό σύνολο τῆς κτίσεως ἀνθρώπου ὁ Γρηγόριος κάνει λόγο καί περί τῆς ἐνεργούσης βουλήσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία ἀποδίδει τήν σύσταση, συντήρηση καί διοίκηση τῆς καθόλου δημιουργίας, καί ἡ ὁποία συνάπτεται καί ταυτίζεται μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ58. Πραγματεύεται, δηλαδή, θεολογικῶς περί τῆς ἀίδιας θείας βουλήσεως, τῆς ταυτιζόμενης μέ τήν «προεπινοουμένην» σοφία τῶν πάντων59, ἡ ὁποία, ἐμφαίνουσα τήν ἀίδια δύναμη τοῦ Θεοῦ, συνιστᾶ μετ’ αὐτῆς «ἕν», κατά τρόπον ὥστε κατά τό γεγονός τῆς δημιουργίας τῆς κτίσεως τό σοφό θεῖο θέλημα νά «φανεροῦται» διά τῆς δυνάμεως τῶν ἐνεργουμένων καί ἡ «ἐνεργητική» θεία δύναμη νά τελειοῦται «ἐν τῷ σοφῷ θελήματι» τοῦ Θεοῦ60. Τό ἀναδεικνυόμενο «συνημμένως» καί «ἀδιαστάτως» πρός τήν θεία βούληση ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἐμφαίνει τήν ἐγκείμενη στήν κτίση σοφία, ἡ ὁποία κατά τόν ἱερό πατέρα συνιστᾶ λόγο μή ἀρθρούμενο διά τῶν φωνητικῶν ὀργάνων, ἀλλά ἐκφωνούμενο καί ἀναδεικνυόμενο διά τῶν θαυμάτων, τῶν συμβαινόντων ἐντός τῶν «φαινομένων»61.&lt;br /&gt;Κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς διδασκαλίας του περί τῶν θείων ἐνεργειῶν ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ἐπιλαμβάνεται τῆς διερευνήσεως καί ἀποτυπώσεως τῆς ὑφιστάμενης σχέσεως μεταξύ τῆς ἐνέργειας, τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς καί τοῦ ἐνεργοῦντος προσώπου καί ἐπισημαίνει τόν ἀρραγῆ σύνδεσμο τῆς ἐνέργειας ἀφ’ ἑνός μέν μέ τόν ἐνεργοῦντα, ἀπό τόν ὁποῖο προέρχεται, ἀφ’ ἑτέρου δέ μέ τό παραχθέν ἔργο, κατά τρόπον ὥστε ἡ ἐνεργούμενη πράξη οὔτε νά ἐκλαμβάνεται ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐνεργοῦντος προσώπου, ὡς χωριζόμενη ἀπό αὐτό62, οὔτε νά ταυτίζεται μέ τήν οὐσία τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτήν προσώπου63. Καθίσταται σαφές ὅτι γίνεται ἐν προκειμένῳ λόγος γιά τήν ἐκδηλούμενη μέσῳ τῆς ποιητικῆς κινήσεως ἐνέργεια τῶν κτιστῶν ὄντων, ἡ ὁποία δέν ὑφίσταται αὐτοτελῶς, ἀλλά ἀντλεῖ τήν ὑπόστασή της ἀπό τήν βούληση τοῦ ἐνεργοῦντος προσώπου, κατά τρόπον ὥστε νά ἐκλαμβάνεται ὡς μή προϋπάρχουσα τοῦ συγκεκριμένου ἔργου, ἐφόσον τόσο αὐτή ὅσο καί τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας δέν ὑφίστανται οὔτε πρίν ἀπό τήν ἐκδήλωση τῆς ὁρμῆς τοῦ θελήματος τοῦ προσώπου, πού ἐνεργεῖ, οὔτε μετά τό πέρας τοῦ ἐπιτελούμενου ἔργου64. Τά ὡς ἄνω, βεβαίως, ἐκτεθέντα προσδιοριστικά γνωρίσματα τῆς ἐνέργειας τῶν κτιστῶν ὄντων δέν ἰσχύουν ἀναφορικῶς πρός τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ τρισυπόστατου Θεοῦ, ἀφοῦ στήν θεία βούληση, ἡ ὁποία συνιστᾶ θεία ἐνέργεια καί ὑπάρχει «ἀδιαστάτως» πρός τίς ἄλλες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ65 καί ἡ ὁποία «βούλεται πᾶσαν ἀγαθοῦ προαίρεσιν εἰς ἐνέργειαν ἄγειν», δέν νοεῖται καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει κανενός εἴδους μεταβολή ἤ περιορισμός66, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν προσδιοριστικά γνωρίσματα τῆς κτιστῆς πραγματικότητας67.&lt;br /&gt;Ὁ ἐκ μέρους τοῦ τρισυπόστατου Θεοῦ ἐκφερόμενος προστακτικός λόγος – σημειώνει ὁ ἐπίσκοπος Νύσσης ‒ ὁ προτασσόμενος κάθε δημιουργικῆς ἐνέργειας αὐτοῦ, ὑποδηλώνει τήν τεχνική καί σοφή δύναμη, διά τῆς ὁποίας ἐνεργοῦνται τά ἐντός τῶν ὄντων θαύματα. Ἡ χαρακτηρίζουσα τήν κτιστή φύση τάξη, ἡ ὁποία συνιστᾶ ἐπακόλουθο καί ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τῆς θείας σοφίας καί ἐπέχει θέση θείων προσταγμάτων, καί κατά τήν ὁποία ἀναδεικνύεται ἡ ἱκανότητα κάθε στοιχείου πρός ἐπιτέλεση τοῦ ἐντός τῆς κτίσεως ἔργου αὐτοῦ, ἐκλαμβάνεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὡς ἑρμηνεία τοῦ λόγου τῆς Γραφῆς ὅτι ὅλη ἡ κτιστή φύση δημιουργήθηκε «καλὴ λίαν» ἀπό τόν Τριαδικό Θεό διά τοῦ ἐνεργοῦντος θελήματός του68.&lt;br /&gt;Γίνεται, ἔτσι, ἐμφανές ὅτι τό βιβλίο τῆς Γενέσεως, ἡ σύνταξη τοῦ ὁποίου ἀποσκοπεῖ κατά τόν Καππαδόκη θεολόγο στήν θεογνωσία καί στήν διά τῶν φαινομένων χειραγώγηση πρός τά εὑρισκόμενα ὑπεράνω τῆς αἰσθητικῆς καταλήψεως69, διά τοῦ λόγου αὐτοῦ, πού συνιστᾶ μία ἐμφορούμενη ἀπό τήν ἁγιαστική χάρη καί δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεολογία, ἐμφαίνει μέρος τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ70. Ἡ ποιητική, λοιπόν, τῶν πάντων «ὄντως σοφία καὶ βουλὴ» τοῦ Θεοῦ71 καθίσταται, ὑπό τήν ἔννοια αὐτήν κατά τόν Γρηγόριο, προσδιοριστικό στοιχεῖο κατανοήσεως τῆς ὑπάρξεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ72, χωρίς ὅμως ἡ κατανόηση αὐτή νά συνεπάγεται καί τήν γνώση τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ἀφοῦ ἡ τρισυπόστατη θεότητα, πού ἐκδηλώνει τήν ἐνέργειά της παραμένει ἀκατάληπτη κατά τήν φύση της73. Ἡ ὕπαρξη, ἐξ ἄλλου, τῶν πολλῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀπό τίς ὁποῖες προέρχονται τά ποικίλα πρός τήν κτίση ἔργα, καί τῶν ὁποίων ἡ κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἀντίληψη καί κατανόηση ἐπιφέρει τήν ἐκφορά ἀπό τόν ἄνθρωπο τῆς προσιδιάζουσας σέ καθεμία θεία ἐνέργεια προσηγορίας74, δέν συνεπάγεται ἀσφαλῶς τήν θεώρηση κάθε θείας ἐνέργειας ὡς παραλλάσσουσας σέ καθεμία ἀπό τίς διακρινόμενες θεῖες ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος.&lt;br /&gt;Κατά τήν καταγραφή τῆς ἀντιρρητικῆς του ἐπιχειρηματολογίας ἐναντίον τῆς κακοδοξίας τοῦ Εὐνομίου75 καί κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς σχετικῆς πρός τό «κοινὸν» τῆς θείας φύσεως, καί συνεπῶς καί πρός τό «ἀκέραιον» τοῦ λόγου τῆς οὐσίας τῶν θείων ὑποστάσεων, διδασκαλίας76 ὁ Γρηγόριος ἐκφράζεται κατά τρόπο σαφῆ καί εὐκρινῆ περί τῆς ταυτότητας τοῦ θελήματος καί τῶν ἐνεργειῶν καί ἐπί τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων, ἐφόσον κατ’ αὐτόν τόν τρόπο μαρτυρεῖται καί ἀναδεικνύεται τό «ἀδιαίρετον» καί «ἄτμητον» τῆς θείας φύσεως77, τῆς ὁποίας καί συνιστοῦν ἰδιώματα. Κάθε ἐνέργεια, συνεπῶς, «διήκουσα» στήν κτίση καί πολυτρόπως ὀνομαζόμενη78, καί κάθε πρόνοια καί κηδεμονία καί ἐπιστασία τῆς αἰσθητῆς καί ὑπερκόσμιας νοητῆς φύσεως δέν ἐνεργεῖται τεμνόμενη «τριχῶς», διηρημένως δηλαδή κατά τόν ἀριθμό τῶν θείων ὑποστάσεων καί κατά τρόπον ὥστε κάθε ἐνέργεια νά θεωρεῖται προερχόμενη καί ἐνεργούμενη ἀπό μία μόνο θεία ὑπόσταση καί κεχωρισμένως τῶν ἄλλων, ἀλλά «ἐκ Πατρός ἀφορμᾶται καί διά τοῦ Υἱοῦ πρόεισι καί ἐν τῷ Πνεύματι τῷ ἁγίῳ τελειοῦται»79, ἔτσι ὥστε δι’ αὐτῆς νά διεξάγεται ἡ μία τοῦ «ἀγαθοῦ θελήματος κίνησις»80 τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.&lt;br /&gt;Γίνεται, ἔτσι, σαφές ὅτι ἡ σύσταση τοῦ κόσμου καί τῶν ὑπαρχόντων σέ αὐτόν πρέπει νά ἐκλαμβάνεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς «κοινῆς» μεταξύ τῶν ὑποστάσεων τῆς Τριαδικῆς θεότητας ἐξουσίας τοῦ «ποιεῖν ἅ βούλονται»81, ἐφόσον ἐπ’ αὐτῶν, μή ὑφισταμένης τῆς κατά τήν ἐνέργεια καί κατά τήν θέληση διαιρέσεως82, ἰσχύει ἡ «ταυτότης τῆς ὑποστησαμένης δυνάμεως»83, ἡ ὁποία καταδεικνύει τό κατά τήν οὐσία τῶν θείων ὑποστάσεων ἀμέριστον καί ἀδιάστατον αὐτῶν. Τό «ὡσαύτως» ἐπί τῆς Πατρικῆς καί τῆς Υἱϊκῆς ὑποστάσεως θεωρούμενο καί σέ ὅλην τήν κτίση ἐνεργούμενο ἰδίωμα τῆς πρόνοιας καί τῆς συντηρήσεως ἀναδεικνύει τήν «κατά τήν φύσιν» ἀπαράλλακτη ὁμοιότητα καί ὁμοουσιότητα καί τήν ἀίδια φυσική κοινωνία τοῦ Μονογενοῦς πρός τόν Πατέρα84, τῶν ὁποίων τό κατά τήν φύση «συνημμένον» καί «ἐν πᾶσιν ἀχώριστον» γίνεται ἀντιληπτό, ὄχι φυσικά ὑπό τήν ἔννοια ἑνός εἴδους «συμφυΐας» σωματικῆς ἀλλά διά τῆς ἑνώσεως καί ἀνακράσεως τοῦ «νοητοῦ πρὸς τὸ νοητὸν»85, τῆς ἐκφραζόμενης διά τοῦ «ἐνεργοῦ» καί «ἐνουσίου» καί «ἐνυποστάτου» ὡς πρός τήν ἀίδια θεία φύση «ἀγαθοῦ» καί «ἀϊδίου» θελήματος αὐτῶν86.&lt;br /&gt;Ὁ ἀδιαίρετος, βεβαίως, χαρακτήρας καί ἡ ἀίδια κοινότητα τῆς ἐνέργειας ἐπί τῶν ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται καί ὁμολογεῖται τό «κοινὸν» καί ἀπαράλλακτον τῆς φύσεως τῶν θείων ὑποστάσεων καί διακηρύσσεται τό ἀδιαίρετον τῆς δόξας αὐτῶν87, δέν ἀναιρεῖ κατά τήν Τριαδολογική ὁρολογία καί διδασκαλία τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης τήν ὑπάρχουσα ὑποστατική διάκριση μεταξύ τῶν θείων προσώπων, ἡ ὁποία συνίσταται στήν κατά τό αἴτιο καί τό αἰτιατό καί κατά τόν τρόπο τῆς ἀίδιας ὑπάρξεως αὐτῶν διάκριση μεταξύ τῶν θείων ὑποστάσεων καί διά τῆς ὁποίας διασφαλίζεται ἡ ἀποτροπή τῆς «μίξεως» καί «ἀνακυκλήσεως» αὐτῶν88. Ἡ καταγραφόμενη ἀπό τόν Γρηγόριο Νύσσης ὕπαρξη διακρίσεως καί «διαφορᾶς» μεταξύ τῶν θείων ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος θεωρεῖται κατά τόν ἱερό πατέρα ἐν σχέσει ὄχι πρός «τὸ μεῖζον καὶ ἔλαττον» ἀλλά πρός τά ἀιδίως ὑπάρχοντα ὑποστατικά ἰδιώματα τῶν θείων ὑποστάσεων, οἱ ὁποῖες ἔχουν μέν ἀιδίως ὅλη καί τήν αὐτή ἄκτιστη φύση, διακρίνονται δέ κατά τά ἴδια αὐτῶν καί ἀκοινώνητα ὑποστατικά ἰδιώματά τους, τά ὁποῖα διαφέρουν «τρανῶς καί καθαρῶς τό ἕτερον τοῦ ἑτέρου»89. Ἡ μόνη, συνεπῶς, νοούμενη διάκριση μεταξύ τῶν θείων ὑποστάσεων θεωρεῖται κατά τόν Γρηγόριο ἡ «κατὰ τὸ αἴτιον καὶ τὸ αἰτιατὸν διαφορὰ», κατά τήν ὁποία ἡ ὑπόσταση τοῦ Πατρός θεωρεῖται ὡς τό ἀίδιο «αἴτιον», οἱ δέ ὑποστάσεις τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεωροῦνται ὡς τά ἀίδια «αἰτιατὰ»90.&lt;br /&gt;Καθίσταται, ἔτσι, σαφές ὅτι κατά τήν ἑρμηνευτική θεώρηση τῶν ἀιδίων ἐνδοτριαδικῶν ὑπαρκτικῶν σχέσεων, τήν ὁποία ὁ Γρηγόριος ἐπιτελεῖ κατά τήν ἀνάπτυξη τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ ἀφ’ ἑνός μέν περί τῆς ἀίδιας ὑπάρξεως τῶν θείων ὑποστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφ’ ἑτέρου δέ περί τῆς ἀπό τήν ἐνεργοῦσα βούληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἐντασσόμενου σέ αὐτόν ἀνθρώπου, ἡ ἀνήκουσα ἀπό κοινοῦ καί στίς τρεῖς θεῖες ὑποστάσεις καί μή ἐπιτελούμενη «ἰδιαζόντως καί ἀποτεταγμένως» ἀπό καθεμία ἐξ αὐτῶν «ἐποπτικὴ» καί «θεατικὴ» δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀφορμᾶται ἐκ τοῦ Πατρός91 καί «τελειοῖ τὴν χάριν ἐν τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου Πνεύματος», ἐνεργεῖται ὑπό τοῦ Υἱοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ συνδημιουργήσασα καί διακοσμήσασα τά πάντα «δύναμις» καί «σοφία» τοῦ Πατρός92.&lt;br /&gt;Καθίσταται, ἔτσι, προφανής στό σημεῖο αὐτό ἡ πρόθεση τοῦ ἱεροῦ πατρός νά ἐξάρει καί νά ἀναδείξει μέ τήν διατυπούμενη αὐτή ἑρμηνεία τό «ὁμοδύναμον» τῶν θείων ὑποστάσεων, δηλαδή τήν ἑνότητα καί ταυτότητα τῆς δυνάμεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πού συνιστᾶ ἄκτιστη θεία ἐνέργεια. Στό πλαίσιο τῆς προβολῆς τῆς διδασκαλίας γιά τήν ἑνότητα καί ταυτότητα τῆς δυνάμεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ τονίζεται ἀπό τόν ἐπίσκοπο Νύσσης ὅτι ἡ χαρακτηριζόμενη ὡς «δύναμις» τῆς ποιητικῆς τοῦ παντός «χειρός» τοῦ Θεοῦ93 ὑπόσταση τοῦ Μονογενοῦς ὁμολογεῖται ὡς ἡ αὐτή ἀπαραλλάκτως κατά τήν φύση μέ τήν φέρουσα τήν «δεξιὰν» Πατρική ὑπόσταση καί ὡς «ἄκτιστος», «ἀγαθὴ» καί «ἀΐδιος»94 καί ὡς ἀντιδιαστελλόμενη ἔτσι οὐσιωδῶς καί ὀντολογικῶς ἀπό τήν φύση τῆς ὑπ’ αὐτοῦ δημιουργηθείσης κτίσεως, κατά τρόπον ἀνάλογο τῆς ὑπάρχουσας μεταξύ τῆς ἀλόγου φύσεως καί τοῦ ἀνθρώπου διαφορᾶς95. Ὑπογραμμίζεται, ὡσαύτως, ἀπό τόν Γρηγόριο ὅτι ἡ καί ὑπό τῶν τριῶν θείων ὑποστάσεων ἐνεργούμενη κοινή αὐτή ἄκτιστη δύναμη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ96, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ὅλην τήν κτιστή φύση καί ὑπερβαίνει «πᾶσαν καταληπτικὴν ἔφοδον καὶ πολυπραγμοσύνην», καθίσταται γνωστή ὡς πρός τήν ὕπαρξή της ἐκ τοῦ μεγέθους τοῦ κάλλους τῶν ὑποπιπτόντων στήν ἀντιληπτική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου κτισμάτων97.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1 Βλ.Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 1, P.Alexander,GNO, τ.5, 284,1-2 (=PG 44, 621D). Ὅπ.π., 389,8-9 (=PG 44, 709D). Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 133,25-30 (=PG 45, 1128B). Ἐξήγησις τοῦ ᾌσματος τῶν ᾈσμάτων, Λόγος 7, H. Langerbeck, GNO, τ.6, 240,21-241,6 (=PG 44, 937ΒC). Πρβλ. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4(1972), 43. Περί τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου πρός τά «ἄψυχα» ὄντα, διά τῆς μετοχῆς αὐτοῦ στήν βιολογική ζωή, καί πρός τά «λογικά» ὄντα, διά τῆς μεταλήψεως ἀπό αὐτόν τῆς«νοήσεως», καθώς καί περί τῆς οἰκειώσεως αὐτοῦ μέ τήν θεότητα, ὡς «φύσεως νοερᾶς», βλ., ἐπίσης, Γ ρ η γ ο ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, Λόγος 45, PG 36, 629CD. Ἰ ω ά ν ν ο υ Δ α μ α σ κ η ν ο ῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, B.Kotter, SJD, τ.2, 78,71-77 (=PG 94, 925CD).&lt;br /&gt;2 Βλ. Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 157,19-22 (=PG 44, 588C).&lt;br /&gt;3Βλ. Πρὸς τὰ Ἀπολιναρίου ἀντιρρητικὸς, F.Mueller, GNO, τ.3,1, 205,5-9 (=PG 45, 1228D). Ὅπ.π., 223,15-17 καί 24-25 (=PG 45, 1256Α). Βλ., ἐπίσης, A. A. W e i s w u r m, The Nature of human knowledge, 53, ἀπό τόν ὁποῖο σημειώνεται ὅτι ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο πραγματοποεῖται ἡ ἕνωση τῆς ψυχῆς μέ τό σῶμα στόν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ κατά τόν Γρηγόριο ζήτημα ἀνεπίλυτο.&lt;br /&gt;4 Βλ. Εἰς τὴν ἡμέραν τῶν Φώτων, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 225,3 (=PG 46, 581B). Περὶ τελειότητος, W.Jaeger, GNO, τ.8,1, 190,19-20 (=PG 46, 268A). Κατά τήν ὑπό τοῦ Γρηγορίου ἑρμηνεία τοῦ ἀποστολικοῦ χωρίου τοῦ ἀναφερόμενου στά τρία συστατικά τοῦ ἀνθρώπου(=Α΄Θεσ.5,23) διασημαίνεται διά τοῦ «σώματος» τό θρεπτικό μέρος, διά τῆς «ψυχῆς» τό αἰσθητικό μέρος καί διά τοῦ «πνεύματος» τό νοερό μέρος. Ὅσον ἀφορᾶ, ἐπίσης, τήν ἀναφερόμενη στό χωρίο Μάρκ. 12,30 ἐκδήλωση τῆς πρός τόν Θεό ἀγάπης «ἐξ ὅλης καρδίας, ψυχῆς καὶ διανοίας» τονίζεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὅτι ὡς «καρδία» ἐνδείκνυται νά νοηθεῖ ἡ «σωματικοτέρα κατάστασις», ὡς «ψυχὴ δὲ ἡ μέση» καί ὡς «διάνοια ἡ ὑψηλοτέρα φύσις, ἡ νοερά τε καὶ ποιητικὴ δύναμις». Ὁ ἱερός πατήρ, ἐξ ἄλλου, ἑρμηνεύοντας τό ἁγιογραφικό χωρίο Α΄Κορ.3,1, ἐπισημαίνει τίς τρεῖς κατηγορίες προαιρέσεως, προσδιορίζοντας ὡς «σαρκικὴν» αὐτήν ἡ ὁποία ἀσχολεῖται μέ τήν «γαστέρα καὶ τὰς περὶ ταύτην ἡδυπαθείας», ὡς «ψυχικὴν» τήν ὑφιστάμενη ἐνδιαμέσως τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας καί ὡς «πνευματικὴν» τήν ὑπεράνω κακίας διατελοῦσα καί ἀποβλέπουσα στήν τελειότητα τῆς «κατὰ Θεὸν πολιτείας» (Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 145C-148Β). Πρβλ. καί Κ. Ἰ. Κ ο ρ ν α ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας», 636-637.&lt;br /&gt;5 Βλ. Περὶ τῆς τριημέρου προθεσμίας τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 293,19-21 (=PG 46, 617Β).&lt;br /&gt;6 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 145C.&lt;br /&gt;7 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, .22,10-18 (=PG 45, 25D-28Α). Πρβλ. Κ. Β α τ σ ι κ ο ύ ρ α, «Ἡ ἔννοια τοῦ θανάτου», Θεολογία καί Ἱστορία 13 (1999), 117.&lt;br /&gt;8 Βλ. Εἰς τὸν Ἐκκλησιαστὴν, Λόγος 8, P.Alexander,GNO, τ.5, 419,9-13 (=PG 44, 736Β). Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 22,7-10 (=PG 45, 25D).&lt;br /&gt;9 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 181Β. Βλ. καί P. M. G r e g o r i o s, The Human Presence, 65. G. S k a l t s a s, La finalité, 66 ὑπ.357. R. L e y s, L’ image de Dieu, 67. A. A. W e i s- w u r m, The nature of human knowledge according to St. Gregory of Nyssa, 53. Περί τῆς θέσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς «συνδέσμου φυσικοῦ», καί «μεσιτεύοντος ἄκροις καὶ εἰς ἕν ἄγοντος ἐν ἑαυτῷ τὰ πολλῷ κατὰ τὴν φύσιν ἀλλήλων διεστηκότα τῷ διαστήματι», βλ. Μ α ξ ί μ ο υ Ὁ μ ο λ ο γ η τ ο ῦ, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, PG 91, 1305BC. Βλ., ἐπίσης, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ μὴ προσηλῶσθαι τοῖς βιωτικοῖς, PG 31, 549Α, ἀπό τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος περιγράφεται ὡς «νοῦς ἐνδεδυμένος προσφόρῳ καὶ πρεπούσῃ σαρκὶ». Ἄξια ἀναφορᾶς στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται ἡ ἐκ μέρους τοῦ Μεγάλου Βασιλείου προβαλλόμενη διάκριση μεταξύ «ἡμῶν αὐτῶν» - ἀναφορικῶς πρός τήν ψυχή καί τόν νοῦ -, τῶν «ἡμετέρων» - σχετικῶς πρός τό σῶμα καί τίς αἰσθήσεις του -, καί τῶν «περὶ ἡμᾶς» - τῶν ἀφορώντων δηλαδή στήν ὑλική πλευρά τῆς ζωῆς - (Εἰς τὸ πρόσεχε σεαυτῷ, PG 31, 204Α).&lt;br /&gt;10Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,20-23 (=PG 46, 173Β). Εἰς τὸ Πάτερ ἡμῶν, Λόγος 4, J.F.Callahan, GNO, τ.7,2, 274,15-19 (=PG 44, 1165C). Πρβλ. E. C o r s i n i, «L’ harmonie du monde», Epektasis (1972), 459. R. G i l l e t, «L’ homme divinisateur», StPatr 6(1959), 76.&lt;br /&gt;11 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 177D. Εἰς τὰς ἐπιγραφὰς τῶν Ψαλμῶν, J.Mc Donough, GNO, τ.5, 32,25-26 (=PG 44, 441D). Ἀνάλογη ἔκφραση χρησιμοποιεῖ ἐπίσης ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, προκειμένου νά ἀποδώσει τό ἀποκλειστικό γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου νά εὑρίσκεται μεταξύ τοῦ πνευματικοῦ καί τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου, νά ὑφίσταται δηλαδή «ἐν μικρῷ μέγας» (Εἰς τά Θεοφάνεια, Λόγος 38, P.Gallay-C.Moreschini, SC, τ.358, 124,10-126,14 [=PG 36, 321C-324A]. Βλ. καί Εἰς Καισάριον ἐπιτάφιος, Λόγος 7, M.-Α.Calvet-Sebasti, SC, τ.405, 238,6-7 [PG 35, 785Β]).&lt;br /&gt;12 Βλ., σχετικῶς, Σ. Π α π α δ ο π ο ύ λ ο υ, Πατρολογία Β΄, 604. E. C o r s i n i, «L’ harmonie du monde», Epektasis (1972), 461.&lt;br /&gt;13 Βλ. Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 21,7-10 (=PG 45, 25Β). Πρβλ., ἐπίσης, Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Ἱστορία Δογμάτων, τ.2, 452. Π. Ν έ λ λ α, «Ἡ θεολογία τοῦ κατ’ εἰκόνα», Κληρονομία 2(1970), 302. Δ. Β α κ ά ρ ο υ, «Μυστήριον», Θεολογία 54(1983), 314. Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 189. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Ἡ Σάρκωσις, 68. G. S k a l t s a s, La finalité, 68. Χ. Μ π ο ύ κ η, Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας, 28. Πρβλ. καί Κ. Ἰ. Κ ο ρ- ν α ρ ά κ η, «Ἡ ἔκφραση νηπτικῆς θεολογίας», 652. Ἀ. Γ. Μ α ρ ᾶ, Ἡ ἐσχατολογία, 173.&lt;br /&gt;14 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 177D-180Α.&lt;br /&gt;15 Βλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 133Β. Ὅπ.π. PG 44, 136Β. Βλ., ἐπίσης, Κ. Δ. Μ α ν- τ ζ α ν ά ρ η, «Ἡ διαλογική συνάντηση», Θεολογία 76(2005), 552, ὅπου σημειώνεται εὐστόχως ὅτι «τό σῶμα ἀποτελεῖ τήν μετοχή τοῦ προσώπου στήν ὕλη τοῦ κόσμου». Μ. Κ α ρ ά μ π ε λ ι α, «Ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας στό Γρηγόριο Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 75 (1992), 837-838.&lt;br /&gt;16Βλ. Περὶ τῶν πρὸ ὥρας ἀναρπαζομένων νηπίων, J.Mc Donough, GNO, τ.3,2, 78,23-79,2 (=PG 46, 173Β). Λόγος Κατηχητικὸς, E.Mühlenberg, GNO, τ.3,4, 21,22-22,3 (=PG 45, 25C). Πρβλ. R. G i l l e t, «L’ homme divinisateur», StPatr 6(1959), 77.&lt;br /&gt;17 Βλ., ἐνδεικτικῶς, Π λ ω τ ί ν ο υ, Ἐννεάδες Ι 8,14, P.Henry-H.R.Schwyzer, PO, τ.1, 35-43. Ὅπ.π., 4,5-8 καί 25-28.&lt;br /&gt;18 Ἡ ἑρμηνευτική προσέγγιση τῶν ὑπό μορφή στοχασμῶν ἀναφερομένων ἀπό τόν Γρηγόριο ἀπόψεων στό ἐν λόγῳ ἔργο καθίσταται δυνατή σέ συνδυασμό μέ τό «Περὶ τῆς Ἑξαημέρου» σύγγραμμα αὐτοῦ, προκειμένου νά ἀποφευχθοῦν κατά τό δυνατόν λανθασμένα ἑρμηνευτικά σχόλια. Σχετικῶς βλ. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.3, 173. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Μυστήριον, 165-166.&lt;br /&gt;19 Περί τῆς ἀπόψεως τῆς ἀποδοχῆς ἀπό τόν ἱερό πατέρα δύο δημιουργιῶν βλ. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 385-386. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἡ σάρκωσις, 63-65. W. V ö l- k e r, Gregor von Nyssa als Mystiker, 61-64. L. T h u n b e r g, Microcosm and Mediator, 159. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 41-43. Ν. Ἰ. Ν ι κ ο λ α ΐ δ η, Θέματα πατερικῆς Θεολογίας, 233-234, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις, ἐκ παραλλήλου μέ τίς «δύο κατασκευές τοῦ ἀνθρώπου», κάνει λόγο γιά «τροποποίηση τῆς ἀρχικῆς κατασκευῆς», γιά «ἐπαναληπτική κατασκευή», γιά «ἀνακατασκευή», καθώς καί γιά «ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στήν ἀρχική κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου» (ὅπ.π., 241). Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4(1972), 45-49, 52, ἀπό τόν ὁποῖο γίνεται ἐπίσης λόγος γία δύο φάσεις δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 188-189, ὅπου ἐν τούτοις παρατηρεῖται μία μικρή ἑρμηνευτική ἀσάφεια ὡς πρός τή ἀπόδοση τῆς σχετικῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου, ἀφοῦ γίνεται λόγος εἴτε γιά ἀναπροσαρμογή τῆς λειτουργίας, εἴτε γιά δεύτερη φάση τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Χ. Μ π ο ύ κ η, Ἡ οὐσία τῆς θρησκείας, 37, ἀπό τόν ὁποῖο μάλιστα σημειώνεται ὅτι κατά τήν δεύτερη, ἱστορική, δημιουργία τοῦ ζεύγους τῶν προπατόρων «ὡς αἰσθητόν πλέον ὄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀτελές μίμημα τοῦ ἰδανικοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον ὁ Δημιουργός “κατέμιξέ τι καί τοῦ ἀλόγου τῇ ἰδίᾳ εἰκόνι”». Ὡς πρός τήν ἀποδοχή ἀντιθέτως τῆς ἐκδοχῆς περί ἀναπροσαρμογῆς τῶν λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου βλ. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.3, 207. 212-213. 336-337. Γ. Φ λ ω ρ ό φ σ κ υ, Οἱ Βυζαντινοί πατέρες, 355. Ἀ. Β. Β λ έ τ σ η, Τό προπατορικό ἁμάρτημα, 289-293. 300-302. R. H ü b n e r, Die Einheit des Leibes Christi, 67-70. Βλ., ἐπίσης, Ἀ. Γ. Μ α ρ ᾶ, Ἡ ἐσχατολογία, 55, ὁ ὁποῖος ἐκθέτει τήν ἑρμηνευτική ἄποψη ὅτι «στήν πρώτη δημιουργία ὁ Θεός ἔφερε στήν σκέψη του τόν ἄνθρωπο συνολικά καί χωρίς νά προβεῖ στή διάκριση τῶν φύλων». Γ. Δ. Μ α ρ- τ ζ έ λ ο υ, Ὀρθόδοξο δόγμα καί θεολογικός προβληματισμός Β΄, 67-73, ὁ ὁποῖος ἐντάσσει τήν σχετική αὐτή ἑρμηνευτική ἄποψη τοῦ Γρηγορίου στήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ πατρός περί μιᾶς «ἐξελικτικῆς διαδικασίας», ἡ ὁποία ἀφορᾶ ὅλη τήν δημιουργία, προκειμένου «τά δημιουργήματα ... σύμφωνα μέ τήν ἀναγκαία φυσική τάξη νά ὁλοκληρωθοῦν καί νά γίνουν τελικά ‘καλά λίαν’» (ὅπ.π., 67-68), καί κατά τήν ὁποία «πρῶτα δημιουργήθηκε σπερματικά καί «ἀθρόως» ὁ καθόλου ἄνθρωπος, καί μετά προέκυψε ἡ διαφορά τῶν φύλων τῶν συγκεκριμένων προσώπων τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας» (ὅπ.π., 71). Μ. Κ α ρ ά- μ π ε λ ι α, «Ἡ ἔννοια τῆς δημιουργίας στό Γρηγόριο Νύσσης», Γρηγόριος Παλαμᾶς 75 (1992), 837, ὅπου γίνεται λόγος γιά μία «θεωρία τῆς τελειωτικῆς ἐξέλιξης τῶν ὄντων», κατά τήν ὁποία «ἡ προοδευτική ἀνάπτυξη καί φανέρωση τῆς δημιουργίας παρουσιάζεται μέ μεγαλύτερη σαφήνεια στήν κατασκευή τοῦ ἀνθρώπου» καί «ἐπιτυγχάνεται μέ τήν ἀνάπτυξη τῶν δυνατοτήτων πού προϋπάρχουν σέ κάθε κτιστό πλάσμα» (ὅπ.π., 846).&lt;br /&gt;20 Πρβλ. G. B. L a d n e r, «The Philosophical Anthropology», DOP 12(1958), 75-76. Ν. Ἀ. Μ α τ σ ο ύ κ α, Ἐπιστήμη, φιλοσοφία καί θεολογία στήν Ἑξαήμερο τοῦ Μ. Βασιλείου, 115. Ἀνάλογη ἄποψη περί ἐξελικτικοῦ σχήματος κατά τήν δημιουργία τοῦ κόσμου ἀποδέχεται ἐπίσης ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ καί προβάλλει «ἑκάστου γένους τὰς ἀπαρχὰς, οἱονεὶ σπέρματά τινα τῆς φύσεως» (Εἰς τήν Ἑξαήμερον, Λόγος 7, S. Giet, SC, τ.26bis, 396 [=PG 29, 149C]). Σύμφωνα μέ τό ἐν λόγῳ σχῆμα «τὰ μὲν γὰρ ἐκ τῆς διαδοχῆς τῶν προϋπαρχόντων παράγεται· τὰ δὲ ἔτι καὶ νῦν ἐξ αὐτῆς τῆς γῆς ζωογονούμενα δείκνυται», κατά τέτοιο τρόπο ὥστε νά θεωρεῖται ὅτι «ἐκ τῆς γῆς ἔστιν αὐτοῖς ἡ γένεσις» (ὅπ.π., Λόγος 9, 484-486. [=PG 29, 189C-192Α]). Ὁ Γρηγόριος προχωρεῖ σέ μία «ἀναπλήρωσιν τῶν ἐλλειμμάτων» στήν διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, πραγματευόμενος σέ «ἰδιάζον βιβλίον» σύν τοῖς ἄλλοις τό θέμα τῆς «κατασκευῆς» τοῦ ἀνθρώπου (Βλ. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 124ΑΒ).&lt;br /&gt;21 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, τ.4, 29a-31b.&lt;br /&gt;22 Βλ. Π λ ά τ ω ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, τ.4, 31d, 34b,36d-e. Πρβλ. καί Κ. Γ. Ν ι ά ρ χ ο υ, Είσαγωγικά μαθήματα στή φιλοσοφία, 205.&lt;br /&gt;23 Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῆς κατὰ Μωϋσέα κοσμοποιΐας, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.1, 230.&lt;br /&gt;24 Βλ. Φ ί λ ω ν ο ς, Περὶ τῆς κατὰ Μωϋσέα κοσμοποιΐας,R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.1, 150-152. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ ἀποικίας, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.14, 158. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ τοῦ τὸ χεῖρον τῷ κρείττονι φιλεῖν ἐπιτίθεσθαι, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.5, 68.&lt;br /&gt;25 Ἀπό τό πλῆθος τῶν σχετικῶν πρός τό θέμα αὐτό χωρίων, βλ., ἐνδεικτικῶς, Φ ί λ ω- ν ο ς, Περὶ τῆς κατὰ Μωυσέα κοσμοποιΐας, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.1, 156-158. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ συγχύσεως διαλέκτων, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.13, 122. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ μέθης, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.11-12, 78-80. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Νόμων ἱερῶν ἀλληγορίας τῶν μετὰ τὴν ἑξαήμερον τὸ πρῶτον, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.2, 50. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ τῶν Χερουβὶμ, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.3, 60. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ τῶν μετονομαζομένων καὶ ὧν ἕνεκα μετονομάζονται, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.18, 92-94. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Περὶ θεοπέμπτους εἶναι τοὺς ὀνείρους, R.Arnaldez-J.Pouilloux-C.Mondésert, OePhAl, τ.19, 54. Πρβλ.,σχετικῶς, Ἠ. Δ. Μ ο υ- τ σ ο ύ λ α, Ἡ σάρκωσις, 65. E. B r é h i e r, Παγκόσμιος Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, 320. Μ. Β. Κ ο λ ο β ο π ο ύ λ ο υ, Ἡ δημιουργία τοῦ κόσμου (Διδακτορική Διατριβή), 228-229.&lt;br /&gt;26 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Commentariorum in Epistolam B. Pauli Ad Romanos, PG 14, 1110B.&lt;br /&gt;27 Βλ. Ὠ ρ ι γ έ ν ο υ ς, Εἰς Γένεσιν, Λόγος 1, PG 12, 155C-157D. Πρβλ. P. T z a m a l i k o s, The concept of time in Origen, 28-29. Κατά μία διαφορετική ἑρμηνευτική προσέγγιση τῶν σχετικῶν ἀπόψεων τοῦ Ὠριγένη ὁ Ν. Ματσούκας σημειώνει ὅτι ὁ Ὠριγένης κάνει λόγο γιά τήν «ἔνδυση» τῶν ψυχῶν μέ τά φθαρτά σώματα ὡς «ἀποτέλεσμα τῆς ἄστοχης κίνησής τους» καί ὄχι ὡς ἐπακόλουθο μιᾶς δεύτερης ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ δημιουργίας μέ τήν ποίηση τῶν σωμάτων (Δογματική καί συμβολική θεολογία, τ.3, 174). Βλ., ἐπίσης, Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Ἡ Σάρκωσις, 64-65. Βλ., ἐπίσης, L. T h u n b e r g, Microcosm and Mediator, 155-160, ὅπου ἐπιχειρεῖται μία παράθεση τῶν ἀντιλήψεων περὶ διπλῆς δημιουργίας. Ὡς πρός αὐτήν μπορεῖ νά καταγραφεῖ μία διάκριση ἀναλόγως μέ τήν θεώρηση ἤ μή τοῦ γεγονότος τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς προϋποθέσεως τῆς ἐνδύσεώς του μέ τό ὑλικό σῶμα. Εἶναι, ἐν τούτοις, ἀξιοσημείωτο τό γεγονός τῆς ἀμφισβητήσεως ἐκ μέρους τοῦ ἐρευνητῆ αὐτοῦ τῆς κατατάξεως τοῦ ἐπισκόπου Νύσσης μεταξύ τῶν ἐκφραστῶν τῆς ἐν λόγῳ ἐκδοχῆς, ἐφόσον, κατά τήν ἑρμηνευτική θέση τοῦ L. Thunberg, ἀναφερόμενος ὁ Γρηγόριος στόν πληρωματικό ἄνθρωπο τῆς πρώτης δημιουργικῆς θείας ἐνέργειας, κάνει ἁπλῶς καί μόνο μία ἀναφορά στήν πρόγνωση ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ τῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπινου γένους.&lt;br /&gt;28 Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 185Α. Ἀπολογητικὸς περὶ τῆς Ἑξαημέρου, PG 44, 68C. Βλ., ἐπίσης, Περὶ τῆς τριημέρου προθεσμίας τῆς Ἀναστάσεως, E.Gebhardt, GNO, τ.9, 286,15-16 (=PG 46, 612A), ὅπου ὁ προσωπικός λόγος χαρακτηρίζεται ἀπό τόν Γρηγόριο ὄχι ὡς «ἀπόφασις» ἀλλά ὡς «γυμνασία καί ζήτησις». Πρβλ., σχετικῶς, Π. Χ ρ ή σ τ ο υ, «Τό ἀνθρώπινον πλήρωμα», Κληρονομία 4(1972), 41. Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Ἑλληνική Πατρολογία, τ.4, 189. H. U. von B a l t h a s a r, Présence et pensée, 42. E. C o r s i n i, Plérôme humain, 111. Κ. Β. Σ κ ο υ τ έ ρ η, Συνέπειαι τῆς πτώσεως, 28-29. Ἄξιο μνείας, ἐπίσης, τυγχάνει τό γεγονός τῆς προβολῆς καί ἀπό τόν Πλάτωνα τῶν ἀπόψεών του περί δημιουργίας τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μέ λόγους «ὁμολογουμένους» ἀλλά μέ «εἰκότα μῦθoν» (Βλ. Π λ ά τ ω- ν ο ς, Τίμαιος, I.Burnet, τ.4, 29cd). Βλ., ἐπίσης, Β α σ ι λ ε ί ο υ, Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, B. Pruche, SC, τ.17bis, 362, 30-33 (=PG 32, 125D), ὅπου γίνεται ἀναφορά στήν ἀπόκτηση τῆς γνώσεως «κατὰ τὸν εἰσαγωγικὸν τρόπον», σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ «τελείωσις» σέ γνωστικό ἐπίπεδο ἐπέρχεται «ἐν τῇ κατὰ τὴν εὐσέβειαν γυμνασίᾳ», διά τῆς μεταβάσεως δηλαδή «πρὸς τὴν τελείωσιν» μέσῳ μιᾶς διανοητικῆς κατοχῆς «τῶν εὐληπτοτέρων πρῶτον καὶ συμμέτρων ἡμῖν». Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Εἰς τήν Ἑξαήμερον, S. Giet, SC, τ.26bis, 150 (=PG 29, 33C). Τ ο ῦ ἰ δ ί ο υ, Εἰς τοὺς Ψαλμοὺς, Λόγος 1, PG 29, 220Α. Πρβλ. καί Γ ρ η γ ο- ρ ί ο υ Θ ε ο λ ό γ ο υ, Κατὰ Εὐνομιανῶν προδιάλεξις, Λόγος 27, P. Gallay, SC, τ. 250, 96,14-98,23. (=PG 36, 25Α).&lt;br /&gt;29Bλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 181Α.&lt;br /&gt;30 Bλ. Περὶ κατασκευῆς ἀνθρώπου, PG 44, 181ΑΒ. 185Β. Βλ. Ἠ. Δ. Μ ο υ τ σ ο ύ λ α, Γρηγόριος Νύσσης, 385. Ν. Ἰ. Ν ι κ ο λ α ΐ δ η, Θέματα πατερικῆς Θεολογίας, 233. L. T h u n b e r g, Microcosm and Mediator, 159-160, ὅπου, ἀναφορικῶς μέ τήν διδασκαλία τοῦ Γρηγορίου, διακρίνεται μία ἔμμεση σύνδεση ἐκ μέρους τοῦ ἐρευνητῆ αὐτοῦ με
